ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΕΠΙΛΟΓΕΣ

ΕΠΙΣΚΕΦΘΗΚΑΤΕ...

    Ανθολογίες 

    Ανθολόγηση νεοελληνικής λογοτεχνίας (19ος-20ός αι.) 

     

    Ζαλοκώστας Γεώργιος

    «Η πέρδικα»

    Η ΠΕΡΔΙΚΑ.

    Βόσκουνε ᾑ ἄλλαις πέρδικες ἢ λούζονται στὸ αὐλάκι,
    Καὶ μιὰ στὰ νύχια περπατεῖ ἐπάνω σὲ κοτρώνι,
    Καὶ γέρνει πίσω καὶ τηρᾷ μικρὸ ἕνα περδικάκι,
    Καὶ πότε τοῦ γλυκομιλεῖ καὶ πότε τοῦ μαλλόνει.

    «- Ἄκω τῆς μάννας τὴ λαλιὰ, καὶ ἀνέβα στὸ λιθάρι,
    Γιατί ἡ καρδιά μου λαχταρεῖ, μονάκριβο πουλί μου.
    - Γιά 'δὲ, μαννοῦλα, τὸ νερὸ ποῦ βρέχει τὸ θυμάρι,
    Γιὰ 'δὲ τὰ συνομίληκα πῶς παίζουν ἄντικρύ μου.

    - Ἔχουν ᾑ μάνναις τους πολλά! Ἔλα, πουλί, κοντά μου,
    Κ' εἶδα τὸν ἴσκιο γερακιοῦ ἐδῶ σιμὰ στ' αὐλάκι.
    - Πᾶμε, μαννοῦλα, στὰ νερὰ νὰ βρῶ τὴν συντροφιά μου·
    Αὐτὸ ἦταν σύννεφο μικρό, δὲν ἤτανε γεράκι.»

    Καὶ ὁ ἴσκιος πάλι ἐφάνηκεν ἐπάνω στὰ λιθάρια,
    Καὶ κατεβαίνει ἡ πέρδικα ζητῶντας τ' ἀκριβό της.
    Καὶ αὐταὶς ποῦ ἦταν στὸ ῥίζωμα τρυπῶσαν στὰ θυμάρια…
    Ἐκεῖθε ὁ ἴσκιος πέρασε τοῦ γερακιοῦ προδότης.

    Καὶ ἀκούσθη ἕνα φτερούγισμα, μιὰ ταραχὴ, μιὰ ἀντάρα,
    - Ὁπὤχει τὸ μονάκριβο ἔχει πικρὴ τὴν τύχη! -
    Σκούζει, χτυπιέται ἡ πέρδικα μὲ τρόμο, μὲ λαχτάρα,
    Καὶ τὸ ἀκριβό της σπαρταρᾷ στοῦ γερακιοῦ τὸ νύχι.

    ᾙ μάνναις τῶν παιδιῶνε μας γεράκι δὲν φοβοῦνται
    Τὸ μυριοχαϊδεμμένο τους στὰ νύχια του νὰ πάρῃ…
    Ἀπὸ ἄλλα βάσανα σκληρὰ στὸν κόσμον τυραννοῦνται-
    Ἔχουν ἀρρώστειες φοβερὲς καὶ Χάρο μακελλάρη.