Ετοιμασίαι προς απόπλουν. – Αποχαιρετισμός Ιάσονος και μητρός.
Και σαν όλα ετοιμάστηκαν όμορφα από τους δούλους,
235 όσ᾽ άρμενα χρειάζεται να ᾽χουν μέσα τα πλοία,
από την πόλη πήγαινε στο πλοίο, στ᾽ ακρογιάλι
που τ᾽ ονομάζαν Παγασές της Μαγνησίας. Πλήθος
λαός έτρεχε βιαστικός μαζί· κι εκείνοι ελάμπαν
240 σαν άστρα μες στα σύννεφα· κι έτσι έλεγε ο καθένας
στον άλλον, βλέποντας αυτούς με τα όπλα τους να ορμάνε.
«Ζευ βασιλιά, τί σκέφτεται ο Πελίας, τόσον κόσμο
γενναίους, που έξω μακριά στέλνει από την Ελλάδα;
Μονήμερα θα κάψουνε μ᾽ άγρια φωτιά το σπίτι
245 του Αιήτη, αν μη θέλοντας το δέρμα δεν τους δώσει.
Μα το ταξίδι θα γενεί, τους κόπους δε γλιτώνουν.»
Έτσι έλεγαν εδώ κι εκεί στην πόλη· κι οι γυναίκες
κάναν ευχές, σηκώνοντας στον ουρανό τα χέρια,
στους αθανάτους, γυρισμού τέλος καλό να δώσουν.
250 Κι η μια στην άλλη κλαίγοταν και δάκρυα τής ετρέχαν.
«Μαύρη Αλκιμέδη, αν κι αργά, όμως κακό και σένα
σε βρήκε· και χωρίς χαρά τελειώνεις τη ζωή σου.
Κι ο Αίσονας τρισάμοιρος πάλι· και θά ηταν κάλλιο
αν τυλιγμένος πιο μπροστά μέσα στα σάβανά του
255 κειτότανε βαθιά στη γη, βάσανα χωρίς νά ιδει.
Μακάρι, σαν εχάθηκεν η Έλλη, και το Φρίξο
το μαύρο να τον σκέπαζε το κύμα με το κριάρι,
μα και φωνήν ανθρώπινην έβγαλε τ᾽ άγριο τέρας,
λύπες κι άμετρα βάσανα να ᾽ρθουν της Αλκιμέδης.»
260 Αυτές έτσι μιλούσανε γι᾽ αυτούς που συνεβγάζαν.
Και τώρα απ᾽ τον Ιάσονα δούλοι πολλοί και δούλες
μαζεύονταν τριγύρω του, κι η μάνα του θλιμμένη.
Καθένα πόνος δυνατός έπιανε· κι ο γονιός του
μ᾽ αυτούς από τα θλιβερά γεράματα δεμένος
265 στο στρώμα του σκεπάστηκε κι έκλαιγε. Τότ᾽ εκείνος
τη λύπη τους μαλάκωνε δίδοντας σ᾽ αυτούς θάρρος·
και τα πολεμικά όπλα του τους δούλους του διατάζει
να τα σηκώσουνε, κι αυτοί θλιμμένοι τα σηκώσαν.
Κι η μάνα του όπως απαρχής τα χέρια τού ειχε ρίξει,
έτσι κρατιόταν κι έκλαιγε πιο λυγερά, σαν κόρη,
270 που καταμόνη στη γριά τροφό της προσπεσμένη
δέρνεται, π᾽ άλλος πια κανείς δεν είν᾽ να την φροντίζει,
μόνε βαριά με μητριά ζωή θενα περάσει.
Κι απ᾽ τα πολλά παράπονα το νιο θα ξεγυρνούσε,
μ᾽ απ᾽ το κακό σαν έκλαιγε της δέθηκε η καρδιά της,
275 και τόσο κλάμα οσό ηθελε δεν ημπορεί να βγάλει.
Έτσι έκλαιγε λυπητερά τον γιο στην αγκαλιά της
η Αλκιμέδη έχοντας, κι αυτά λέει απ᾽ τη λύπη.
«Είθε τη μέρα π᾽ άκουσα και μού ειπες του Πελία
του βασιλιά τη διαταγή εγώ η δυστυχισμένη,
280 ευτύς να μου ᾽φευγε η ψυχή, να γλίτωνα απ᾽ τα πάθη·
και με τ᾽ αγαπητά σου εσύ να μ᾽ έθαβες τα χέρια,
παιδί μου· γιατί μόνη αυτή ήταν πια πεθυμιά μου
να βρω από σένα· τ᾽ άλλα πια όλα μού τα ᾽χεις κάνει.
Και εγώ που πρώτα ζηλευτή στις Αχαιιάδες ήμουν,
285 σαν δούλα μέσα στ᾽ άδειο μου το μέγαρο θα μείνω,
λιώνοντας απ᾽ τον πόθο σου, κακότυχη, που τόση
είχα για σέ δόξα, χαρά, πρωτύτερα, και μόνο
για σέ τη ζώνη μου έλυσα πρώτη και τελευταία·
γιατί η θεά Ειλείθυια σου φτόνησε τη γέννα.
290 Αλί! κακό που μ᾽ εύρηκε! π᾽ ούτε και στ᾽ όνειρό μου
θα ᾽λεγα, ο Φρίξος για κακό πως γλίτωσε δικό μου.»
Έτσι αναστέναζεν αυτή κλαίγοντας· κι οι γυναίκες
οι δούλες γύρω βόγκαγαν· κι αυτός τότε με λόγια
την παρηγόρησε γλυκά και της μιλούσε κι είπε.
295 «Μάνα, μη βάζεις θλιβερές μέσα μου στενοχώριες
τόσο πολύ· απ᾽ τα βάσανα δε θενα με μποδίσεις
με δάκρυα· μα στους πόνους σου, κι άλλους θα βάλεις πόνους.
Τα κακά βάσανα οι θεοί μοιράζουν στους ανθρώπους·
και συ τη μοίρα στην καρδιά, μ᾽ όλη τη στενοχώρια,
300 υπόφερνε, στης Αθηνάς πίστευε τη βοήθεια
και στους χρησμούς, γιατί καλούς μάς έδωκεν ο Φοίβος,
κι έπειτα και στη συνδρομήν ετούτων των ηρώων.
Μα τώρα εσύ και πάλι εδώ ήσυχη με τις δούλες
μένε στο σπίτι, μη γενείς στο πλοίο κακό σημάδι·
305 κι εκεί θα με ξεβγάλουνε οι συγγενείς κι οι δούλοι.»
Έτσ᾽ είπε κι απ᾽ το σπίτι εμπρός ξεκίνησε για νά ᾽βγει.
Κι όπως βγαίνει ο Απόλλωνας απ᾽ τον ευωδιαστό του
ναό στη Δήλο την ιερή ή στην Πυθώ ή στην Κλάρο
ή στη Λυκία την πλατιά, στα ρέματα του Ξάνθου,
310 έτσι στο πλήθος βάδιζε· κι αντάρα εσηκωνόταν
που φώναζαν όλοι μαζί· κι η γριά η Ιφιάδα,
της πολιούχου Αρτέμιδας ιέρεια, τον ζυγώνει
και του φιλάει το χέρι το δεξί, και να μιλήσει
δεν μπόραγε αν και το ᾽θελε, γιατί έτρεχεν ο κόσμος.
315 Κι έμεινε αυτή παράμερα πάλι, σαν πως οι γέροι
από τους νιους· κι ο Ιάσονας μακριά τραβά και χάθη.
|