Αργούς απόπλους.
Κι όταν η αστραφτερή η Αυγή με τα λαμπρά της μάτια
520 είδε του Πήλιου τις ορθές κορφές, κι απ᾽ τον αγέρα
πλημμύρα ο ήσυχος γιαλός με φουσκωμένο κύμα,
ξύπνησ᾽ ευτύς και διάταξε τους σύντροφους ο Τίφυς
μες στο καράβι των να μπουν και τα κουπιά να πιάσουν.
Και φοβερά των Παγασών βούιξε το λιμάνι
525 και μίλησε η Πηλιάδα Αργώ, να φύγουν βιάζοντάς τους.
Γιατ᾽ ήταν ξύλο θεϊκό σ᾽ αυτήνε καρφωμένο
απ᾽ της Δωδώνης τη φηγό, που η Αθηνά η Παλλάδα
το ταίριασε καταμεσής στης πλώρης το κοράκι·
κι εκείνοι επήγαν στα θρανιά ένας πίσω στον άλλο,
ως μοίρασαν, να λάμνουνε στη θέση του καθένας·
530 με τάξη στο κουπί κοντά καθένας των καθίσαν,
και στο μεσαίο ο Ηρακλής ο δυνατός κι ο Αγκαίος·
βάζει ο Ηρακλής το ρόπαλο σιμά του και στο κύμα
βυθίστηκε απ᾽ το βάρος του του καραβιού η καρίνα.
Και τα σκοινιά τραβούσαν πια, κι απάνω από το κύμα
χύναν λοιβές· κι ο Ιάσονας έριχνε δακρυσμένος
535 τα μάτια πάνω στις στεριές που φεύγαν της πατρίδας.
Κι όπως χορό μες στην Πυθώ ή και στην Ορτυγία
ή στου Ισμηνού τη ρεματιά, σαν στήσουν νιοι λεβέντες
με λύρα γύρω στο βωμό τ᾽ Απόλλωνα, όλοι αντάμα
χτυπούν το χώμα ρυθμικά με τα γοργά τους πόδια·
540 έτσι κι αυτοί με το σκοπό της λύρας του Ορφέα,
της θάλασσας τ᾽ ορμητικό νερό με τα κουπιά των
χτυπούσαν, και πλημμύριζε το φουσκωμένο κύμα·
κι η μαύρη άλμη εδώ κι εκεί μ᾽ αφρόν αναπηδούσε
απ᾽ την ορμή των δυνατών αντρών άγρια βροντώντας.
Και σαν τις φλόγες τ᾽ άρμενα του πλοίου, που επροχώρα,
545 στον ήλιο αστράφτανε· μακρύ λεύκαινε πίσω αυλάκι,
που φαίνοταν σαν χλοερής πεδιάδας μονοπάτι.
Κι όλοι απ᾽ τον ουρανόν οι θεοί βλέπαν τη μέρα εκείνη
πλοίο κι ημίθεων αντρών θάρρος, που τότε πρώτοι
στον πόντο ταξιδεύανε. Κι οι Νύμφες οι Πηλιάδες
550 στις αψηλότερες κορφές κοιτάζαν θαμπωμένες
της Τριτωνίδας Αθηνάς το έργο, καθώς κι εκείνους,
τους ήρωες, που τίναζαν στα χέρια τα κουπιά τους.
Κι απ᾽ το ψηλότερο βουνό τρέχει σιμά κι ο Χείρων
ο Φιλυρίδης στο γιαλό, που ᾽σπαζε τ᾽ άσπρο κύμα,
555 και βρέχοντας τα πόδια του το βαρύ χέρι εκίνα
κι ευχιόταν να ᾽χουν γυρισμό καλόν οι ταξιδιώτες·
μαζί του κι η γυναίκα του στα χέρια της κρατώντας
τον Αχιλλέα, στον καλό τον έδειχνε γονιό του.
|