Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (1.519-1.558)


αὐτὰρ ὅτ᾽ αἰγλήεσσα φαεινοῖς ὄμμασιν Ἠώς
520Πηλίου αἰπεινὰς ἴδεν ἄκριας, ἐκ δ᾽ ἀνέμοιο
εὔδιοι ἐκλύζοντο τινασσομένης ἁλὸς ἄκραι,
δὴ τότ᾽ ἀνέγρετο Τῖφυς· ἄφαρ δ᾽ ὀρόθυνεν ἑταίρους
βαινέμεναί τ᾽ ἐπὶ νῆα καὶ ἀρτύνασθαι ἐρετμά.
σμερδαλέον δὲ λιμὴν Παγασήιος ἠδὲ καὶ αὐτή
525Πηλιὰς ἴαχεν Ἀργὼ ἐπισπέρχουσα νέεσθαι.
ἐν γάρ οἱ δόρυ θεῖον ἐλήλατο, τό ρ᾽ ἀνὰ μέσσην
στεῖραν Ἀθηναίη Δωδωνίδος ἥρμοσε φηγοῦ.
οἳ δ᾽ ἀνὰ σέλματα βάντες ἐπισχερὼ ἀλλήλοισιν,
ὡς ἐδάσαντο πάροιθεν ἐρεσσέμεν ᾧ ἐνὶ χώρῳ,
530εὐκόσμως σφετέροισι παρ᾽ ἔντεσιν ἑδριόωντο.
μέσσῳ δ᾽ Ἀγκαῖος μέγα τε σθένος Ἡρακλῆος
ἵζανον· ἄγχι δέ οἱ ῥόπαλον θέτο, καί οἱ ἔνερθεν
ποσσὶν ὑπεκλύσθη νηὸς τρόπις. εἵλκετο δ᾽ ἤδη
πείσματα, καὶ μέθυ λεῖβον ὕπερθ᾽ ἁλός. αὐτὰρ Ἰήσων
535δακρυόεις γαίης ἀπὸ πατρίδος ὄμματ᾽ ἔνεικεν.
οἳ δ᾽, ὥστ᾽ ἠίθεοι Φοίβῳ χορὸν ἢ ἐνὶ Πυθοῖ
ἤ που ἐν Ὀρτυγίῃ, ἢ ἐφ᾽ ὕδασιν Ἰσμηνοῖο
στησάμενοι φόρμιγγος ὑπαὶ περὶ βωμὸν ὁμαρτῇ
ἐμμελέως κραιπνοῖσι πέδον ῥήσσωσι πόδεσσιν·
540ὣς οἳ ὑπ᾽ Ὀρφῆος κιθάρῃ πέπληγον ἐρετμοῖς
πόντου λάβρον ὕδωρ, ἐπὶ δὲ ῥόθια κλύζοντο·
ἀφρῷ δ᾽ ἔνθα καὶ ἔνθα κελαινὴ κήκιεν ἅλμη
δεινὸν μορμύρουσα ἐρισθενέων μένει ἀνδρῶν.
στράπτε δ᾽ ὑπ᾽ ἠελίῳ φλογὶ εἴκελα νηὸς ἰούσης
545τεύχεα· μακραὶ δ᾽ αἰὲν ἐλευκαίνοντο κέλευθοι,
ἀτραπὸς ὡς χλοεροῖο διειδομένη πεδίοιο.
πάντες δ᾽ οὐρανόθεν λεῦσσον θεοὶ ἤματι κείνῳ
νῆα καὶ ἡμιθέων ἀνδρῶν μένος, οἳ τότ᾽ ἄριστοι
πόντον ἐπιπλώεσκον· ἐπ᾽ ἀκροτάτῃσι δὲ νύμφαι
550Πηλιάδες κορυφῇσιν ἐθάμβεον εἰσορόωσαι
ἔργον Ἀθηναίης Τριτωνίδος ἠδὲ καὶ αὐτούς
ἥρωας χείρεσσιν ἐπικραδάοντας ἐρετμά.
αὐτὰρ ὅγ᾽ ἐξ ὑπάτου ὄρεος κίεν ἄγχι θαλάσσης
Χείρων Φιλλυρίδης, πολιῇ δ᾽ ἐπὶ κύματος ἀγῇ
555τέγγε πόδας, καὶ πολλὰ βαρείῃ χειρὶ κελεύων
νόστον ἐπευφήμησεν ἀκηδέα νισσομένοισιν.
σὺν καί οἱ παράκοιτις, ἐπωλένιον φορέουσα
Πηλείδην Ἀχιλῆα, φίλῳ δειδίσκετο πατρί.


Αργούς απόπλους.

Κι όταν η αστραφτερή η Αυγή με τα λαμπρά της μάτια
520 είδε του Πήλιου τις ορθές κορφές, κι απ᾽ τον αγέρα
πλημμύρα ο ήσυχος γιαλός με φουσκωμένο κύμα,
ξύπνησ᾽ ευτύς και διάταξε τους σύντροφους ο Τίφυς
μες στο καράβι των να μπουν και τα κουπιά να πιάσουν.
Και φοβερά των Παγασών βούιξε το λιμάνι
525 και μίλησε η Πηλιάδα Αργώ, να φύγουν βιάζοντάς τους.
Γιατ᾽ ήταν ξύλο θεϊκό σ᾽ αυτήνε καρφωμένο
απ᾽ της Δωδώνης τη φηγό, που η Αθηνά η Παλλάδα
το ταίριασε καταμεσής στης πλώρης το κοράκι·
κι εκείνοι επήγαν στα θρανιά ένας πίσω στον άλλο,
ως μοίρασαν, να λάμνουνε στη θέση του καθένας·
530 με τάξη στο κουπί κοντά καθένας των καθίσαν,
και στο μεσαίο ο Ηρακλής ο δυνατός κι ο Αγκαίος·
βάζει ο Ηρακλής το ρόπαλο σιμά του και στο κύμα
βυθίστηκε απ᾽ το βάρος του του καραβιού η καρίνα.
Και τα σκοινιά τραβούσαν πια, κι απάνω από το κύμα
χύναν λοιβές· κι ο Ιάσονας έριχνε δακρυσμένος
535 τα μάτια πάνω στις στεριές που φεύγαν της πατρίδας.
Κι όπως χορό μες στην Πυθώ ή και στην Ορτυγία
ή στου Ισμηνού τη ρεματιά, σαν στήσουν νιοι λεβέντες
με λύρα γύρω στο βωμό τ᾽ Απόλλωνα, όλοι αντάμα
χτυπούν το χώμα ρυθμικά με τα γοργά τους πόδια·
540 έτσι κι αυτοί με το σκοπό της λύρας του Ορφέα,
της θάλασσας τ᾽ ορμητικό νερό με τα κουπιά των
χτυπούσαν, και πλημμύριζε το φουσκωμένο κύμα·
κι η μαύρη άλμη εδώ κι εκεί μ᾽ αφρόν αναπηδούσε
απ᾽ την ορμή των δυνατών αντρών άγρια βροντώντας.
Και σαν τις φλόγες τ᾽ άρμενα του πλοίου, που επροχώρα,
545 στον ήλιο αστράφτανε· μακρύ λεύκαινε πίσω αυλάκι,
που φαίνοταν σαν χλοερής πεδιάδας μονοπάτι.
Κι όλοι απ᾽ τον ουρανόν οι θεοί βλέπαν τη μέρα εκείνη
πλοίο κι ημίθεων αντρών θάρρος, που τότε πρώτοι
στον πόντο ταξιδεύανε. Κι οι Νύμφες οι Πηλιάδες
550 στις αψηλότερες κορφές κοιτάζαν θαμπωμένες
της Τριτωνίδας Αθηνάς το έργο, καθώς κι εκείνους,
τους ήρωες, που τίναζαν στα χέρια τα κουπιά τους.
Κι απ᾽ το ψηλότερο βουνό τρέχει σιμά κι ο Χείρων
ο Φιλυρίδης στο γιαλό, που ᾽σπαζε τ᾽ άσπρο κύμα,
555 και βρέχοντας τα πόδια του το βαρύ χέρι εκίνα
κι ευχιόταν να ᾽χουν γυρισμό καλόν οι ταξιδιώτες·
μαζί του κι η γυναίκα του στα χέρια της κρατώντας
τον Αχιλλέα, στον καλό τον έδειχνε γονιό του.