Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (1.721-1.773)


αὐτὰρ ὅγ᾽ ἀμφ᾽ ὤμοισι θεᾶς Τριτωνίδος ἔργον,
δίπλακα πορφυρέην περονήσατο, τήν οἱ ὄπασσεν
Παλλάς, ὅτε πρῶτον δρυόχους ἐπεβάλλετο νηός
Ἀργοῦς, καὶ κανόνεσσι δάε ζυγὰ μετρήσασθαι.
725τῆς μὲν ῥηίτερόν κεν ἐς ἠέλιον ἀνιόντα
ὄσσε βάλοις, ἢ κεῖνο μεταβλέψειας ἔρευθος.
δὴ γάρ τοι μέσση μὲν ἐρευθήεσσα τέτυκτο,
ἄκρα δὲ πορφυρέη πάντῃ πέλεν· ἐν δ᾽ ἄρ᾽ ἑκάστῳ
τέρματι δαίδαλα πολλὰ διακριδὸν εὖ ἐπέπαστο.
730ἐν μὲν ἔσαν Κύκλωπες ἐπ᾽ ἀφθίτῳ ἥμενοι ἔργῳ,
Ζηνὶ κεραυνὸν ἄνακτι πονεύμενοι· ὃς τόσον ἤδη
παμφαίνων ἐτέτυκτο, μιῆς δ᾽ ἔτι δεύετο μοῦνον
ἀκτῖνος, τὴν οἵγε σιδηρείῃς ἐλάασκον
σφύρῃσιν, μαλεροῖο πυρὸς ζείουσαν ἀυτμήν.
735ἐν δ᾽ ἔσαν Ἀντιόπης Ἀσωπίδος υἱέε δοιώ,
Ἀμφίων καὶ Ζῆθος· ἀπύργωτος δ᾽ ἔτι Θήβη
κεῖτο πέλας, τῆς οἵγε νέον βάλλοντο δομαίους
ἱέμενοι. Ζῆθος μὲν ἐπωμαδὸν ἠέρταζεν
οὔρεος ἠλιβάτοιο κάρη, μογέοντι ἐοικώς·
740Ἀμφίων δ᾽ ἐπὶ οἷ χρυσέῃ φόρμιγγι λιγαίνων
ἤιε, δὶς τόσση δὲ μετ᾽ ἴχνια νίσσετο πέτρη.
ἑξείης δ᾽ ἤσκητο βαθυπλόκαμος Κυθέρεια
Ἄρεος ὀχμάζουσα θοὸν σάκος· ἐκ δέ οἱ ὤμου
πῆχυν ἔπι σκαιὸν ξυνοχὴ κεχάλαστο χιτῶνος
745νέρθεν ὑπὲκ μαζοῖο· τὸ δ᾽ ἀντίον ἀτρεκὲς αὔτως
χαλκείῃ δείκηλον ἐν ἀσπίδι φαίνετ᾽ ἰδέσθαι.
ἐν δὲ βοῶν ἔσκεν λάσιος νομός· ἀμφὶ δὲ τῇσιν
Τηλεβόαι μάρναντο καὶ υἱέες Ἠλεκτρύωνος·
οἳ μὲν ἀμυνόμενοι, ἀτὰρ οἵγ᾽ ἐθέλοντες ἀμέρσαι,
750ληισταὶ Τάφιοι· τῶν δ᾽ αἵματι δεύετο λειμών
ἑρσήεις, πολέες δ᾽ ὀλίγους βιόωντο νομῆας.
ἐν δὲ δύω δίφροι πεπονήατο δηριόωντες·
καὶ τὸν μὲν προπάροιθε Πέλοψ ἴθυνε, τινάσσων
ἡνία, σὺν δέ οἱ ἔσκε παραιβάτις Ἱπποδάμεια·
755τὸν δὲ μεταδρομάδην ἐπὶ Μυρτίλος ἤλασεν ἵππους,
σὺν τῷ δ᾽ Οἰνόμαος προτενὲς δόρυ χειρὶ μεμαρπώς
ἄξονος ἐν πλήμνῃσι παρακλιδὸν ἀγνυμένοιο
πῖπτεν, ἐπεσσύμενος Πελοπήια νῶτα δαΐξαι.
ἐν καὶ Ἀπόλλων Φοῖβος ὀιστεύων ἐτέτυκτο,
760βούπαις οὔπω πολλός, ἑὴν ἐρύοντα καλύπτρης
μητέρα θαρσαλέως Τιτυὸν μέγαν, ὅν ῥ᾽ ἔτεκέν γε
δῖ᾽ Ἐλάρη, θρέψεν δὲ καὶ ἂψ ἐλοχεύσατο Γαῖα.
ἐν καὶ Φρίξος ἔην Μινυήιος ὡς ἐτεόν περ
εἰσαΐων κριοῦ, ὃ δ᾽ ἄρ᾽ ἐξενέποντι ἐοικώς.
765κείνους κ᾽ εἰσορόων ἀκέοις, ψεύδοιό τε θυμόν,
ἐλπόμενος πυκινήν τιν᾽ ἀπὸ σφείων ἐσακοῦσαι
βάξιν· ὃ καὶ δηρόν περ ἐπ᾽ ἐλπίδι θηήσαιο.
τοῖ᾽ ἄρα δῶρα θεᾶς Τριτωνίδος ἦεν Ἀθήνης.
δεξιτερῇ δ᾽ ἕλεν ἔγχος ἑκηβόλον, ὅ ρ᾽ Ἀταλάντη
770Μαινάλῳ ἔν ποτέ οἱ ξεινήιον ἐγγυάλιξεν,
πρόφρων ἀντομένη· περὶ γὰρ μενέαινεν ἕπεσθαι
τὴν ὁδόν· ἀλλὰ γὰρ αὐτὸς ἑκὼν ἀπερήτυε κούρην,
δεῖσεν δ᾽ ἀργαλέας ἔριδας φιλότητος ἕκητι.


Περιγραφή της χλαίνης του Ιάσονος.

Αυτός τότε στους ώμους του της Τριτωνίδας έργο
χλαίνη διπλήν εστέριωσε, που του ᾽δωκε η Παλλάδα,
όταν πρωτόβαζε σκαριά για την Αργώ το πλοίο,
και με την πήχη τα θρανιά, του ᾽δειχνε να μετράει.
725 Τον ήλιο ήτανε πιο εύκολο σαν βγαίνει ν᾽ αντικρίσεις
παρά της χλαίνης εκεινής την τόση κοκκινάδα.
Γιατί στη μέση κόκκινη όλη ήτανε φιαγμένη
και γύρω γύρω πορφυρή· και στην κάθε της άκρη
πολλά κεντίδια χωριστά με τέχνη κεντημένα.
730 Κύκλωπες σ᾽ έργο αθάνατο ήταν καταπιασμένοι·
στο Δία φιάχναν κεραυνό, το βασιλιά· και τώρα
έτοιμος ήταν κι έλαμπε, και του ᾽λειπε μια μόνο
αχτίνα, που την έφιαχναν με σιδερένιες σφύρες,
απ᾽ τη φωτιά τη φλογερή ζεστόν ατμό πετώντας.
735 Της Αντιόπης ήταν δυο παιδιά, της Ασωπίδας,
ο Ζήθος κι ο Αμφίονας· κι η Θήβα δίχως πύργους
πέρα κειτόταν· κι αυτοί οι δυο τώρα θεμέλια βάζαν
μ᾽ όρεξη, και στον ώμο του τα σήκωνες ο Ζήθος
σ᾽ απόγκρεμνου βουνού κορφή, κι έμοιαζε κουρασμένος.
740 Κι απέ ο Αμφίονας χρυσή παίζοντας λύρα ερχόταν
και βράχος τόσος δυο φορές ξοπίσω του κυλούσε.
Και παρακεί η μακρόμαλλη Κυθήρεια κεντημένη
κρατώντας του Άρη τη γοργήν ασπίδα· κι απ᾽ τον ώμο
προς το ζερβί το χέρι της είχε λυθεί ο χιτώνας,
745 κάτω απ᾽ το στήθος· κι αντικρύ, αληθινό σαν νά ηταν
μες στην ασπίδα τη χαλκή φαινόταν το είδωλό της.
Κι ένα λιβάδι ηταν βοδιών παχύ· και για τα βόδια
μαχόνταν του Ηλεκτρύωνα οι γιοι κι οι Τηλεβόες,
εκείνοι υπερασπίζοντας κι οι άλλοι να τα πάρουν,
750 λησταί απ᾽ την Τάφο· μ᾽ αίμα των μούσκευε το λιβάδι
το δροσερό, κι οι πιο πολλοί λίγους βοσκούς νικούσαν.
Κι αμάξια δυό ειχαν κεντηθεί μέσα, που παραβγαίναν.
Το μπροστινό το διεύθυνε ο Πέλοπας, τα ηνία
τινάζοντας, κι είχε κοντά βοηθό την Ιπποδάμεια·
755 τ᾽ άλλου τ᾽ άλογα διεύθυνε από κοντά ο Μυρτίλος,
κι ο Οινόμαος, στο χέρι του κρατώντας τεντωμένο
δόρυ, δίπλ᾽ από τ᾽ άξονα τη βίδα του σπασμένου
έπεφτε, ως όρμαε του γαμπρού την πλάτη να τρυπήσει.
Κι ο Φοίβος είχε κεντηθεί, παιδάριο όχι μεγάλο,
760 ρίχνοντας βέλος δυνατό στον Τιτυό το μέγα,
που τράβαγε μ᾽ αυθάδεια της μάνας του τον πέπλο,
τον Τιτυό, που η θεϊκιά τον γέννησε η Ελάρη,
μα τον εξαναγέννησε κι ανάθρεψεν η Γαία.
Κι ο Φρίξος σαν αληθινός εκεί ηταν ο Μινύειος
κι ακροαζόταν τον κριό, που ᾽μοιαζε να μιλάει.
765 Θωρώντας τους αμίλητος θα ᾽μενες· θα γελιόσουν
προσμένοντας απ᾽ εκεινούς ν᾽ ακούσεις κάποιο λόγο·
και συ με την ελπίδ᾽ αυτή πολλή ώρα θα κοιτούσες.
Τέτοιο το δώρο της θεάς της Τριτωνίδας ήταν.
Κι ένα δόρυ μακρόβολο στο δεξί χέρι επήρε,
770 που κάποτε στο Μαίναλο του ᾽δωσε η Αταλάντη
δώρο, σαν σμίξαν φιλικά· γιατί κι αυτή ποθούσε
να πάει μαζί του· μόν᾽ αυτός εμπόδισε την κόρη,
μόνος, γιατί φοβήθηκεν άγριες φιλονικίες,
πως θα ᾽χουν οι συντρόφοι του για εκείνης την αγάπη.