Αι Λήμνιαι φιλοξενούν τους Αργοναύτας.
Του εμίλει σαν αληθινά, κι απόκρυβε το φόνο
835 πώς έγινε στους άντρες των· κι αυτός ευτύς της λέει.
«Θα κάνω την ευχάριστη ανάγκη σου, Υψιπύλη,
που συ προσφέρεις τώρα εμάς που την επιθυμούμε·
κι από την πόλη πίσω πια θα πάω να τους τά ειπω,
με τη σειρά το καθετί· και συ για το παλάτι
840 φρόντιζε και για το νησί. Όμως εγώ τ᾽ αρνιέμαι,
γιατί με βιάζουν βάσανα, κι όχι από καταφρόνια.»
Είπε κι αγγίζει το δεξί χέρι της. Και γυρίζει
πίσω· κι οι κόρες γύρω του δώθ᾽ άλλες κι άλλες κείθε
χαρούμενες τριγύριζαν άμετρες, ώσπου βγήκε
845 από τις πύλες. Κι έπειτα μ᾽ αμάξια στ᾽ ακρογιάλι
ωριότροχα εκατέβηκαν φέρνοντας πολλά δώρα,
αφού ειπε πρώτα ο Ιάσονας αποξαρχής τα λόγια,
που τού ειπε σαν το κάλεσε κι αυτόνε η Υψιπύλη.
Κι αυτούς τους παίρναν σπίτια τους να τους φιλοξενήσουν
850 εύκολα· γιατί σήκωσε πόθο γλυκόν η Κύπρη
για χάρη του πολύσοφου του Ηφαίστου να ᾽χει πάλι
άντρες να τηνε κατοικούν και στο κατόπι η Λήμνος.
Τότε για το βασιλικό της Υψιπύλης σπίτι
ο Αισονίδης κίνησε, κι οι άλλοι όπου λάχει επήγαν,
855 εξόν από τον Ηρακλή, που ᾽μεινε μες στο πλοίο
θέλοντας, και με λιγοστούς συντρόφους με τον κλήρο.
Κι ευτύς η πόλη με χορούς και με χαρές χαιρόταν,
γεμάτη με κνίσας καπνό· κι απ᾽ τους θεούς τούς άλλους
της Ήρας ξέχωρα το γιο, τον ξακουστό, κι εκείνη,
860 την Κύπριδα τιμούσανε, μ᾽ άσματα και θυσίες.
Κι αναβολή του ταξιδιού πάντα μέρα σε μέρα
γινόταν· και καιρό πολύ μένοντας κει θα χάναν,
αν μη μακριά τους σύντροφους μάζευε απ᾽ τις γυναίκες
ο Ηρακλής μαλώνοντας τέτοια για νά ειπει λόγια.
865 «Δυστυχισμένοι! εμφύλιο αίμα από την πατρίδα
μας διώχνει; Γιά μην ήρθαμε εκείθε δω απ᾽ ανάγκη
για γάμο, τις γυναίκες μας περιφρονώντας; Τώρα
θα μείνουμε στη Λήμνο εδώ αγρούς να μοιραστούμε;
Όμως χωρίς τιμήν εδώ με τις ξένες γυναίκες
870 θα ᾽μαστε για πολύν καιρό μπλεγμένοι· και το δέρμα
δε θα το φέρει θεός κανείς σαν ευχηθούμε μόνο.
Πάμε καθένας σπίτι του, κι εκείνον στο κρεβάτι
της Υψιπύλης άστε τον, ολημερίς, ωσόπου
γεμίσει η Λήμνο με παιδιά, και βρει μεγάλη δόξα.»
875 Έτσι τους φίλους μάλωσε και δε μπόρεσ᾽ ούτε᾽ ένας
λόγο κανένα να του ειπεί ή να σηκώσει μάτια.
Αλλ᾽ από τη συνάθροιση τοιμάζονταν για δρόμο
με βιάση· κι έτρεξαν αυτές, οι Λήμνιες ως το νιώσαν.
Κι ως γύρω σ᾽ ώρια λούλουδα οι μέλισσες βουίζουν
880 από το βράχο βγαίνοντας που ᾽χουν κυψέλη, κι όλο
το δροσερό λαμποκοπά λιβάδι· κι αυτές δώθε
κείθε μαζεύουν το γλυκό καρπό πετώντας· έτσι
γύρω στους άντρες χύνονταν με πόνο και δακρύζαν
και τον καθεί χαιρέταγαν με χέρια και με λόγια·
885 κι ευχιόνταν στους αθάνατους άπονο γυρισμό τους.
|