Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (1.1012-1.1077)


ἥρωες δ᾽, ὅτε δή σφιν ἀταρβὴς ἔπλετ᾽ ἄεθλος,
δὴ τότε πείσματα νηὸς ἐπὶ πνοιῇς ἀνέμοιο
λυσάμενοι προτέρωσε διὲξ ἁλὸς οἶδμα νέοντο.
1015ἣ δ᾽ ἔθεεν λαίφεσσι πανήμερος. οὐ μὲν ἰούσης
νυκτὸς ἔτι ῥιπὴ μένεν ἔμπεδον, ἀλλὰ θύελλαι
ἀντίαι ἁρπάγδην ὀπίσω φέρον, ὄφρ᾽ ἐπέλασσαν
αὖτις ἐυξείνοισι Δολίοσιν. ἐκ δ᾽ ἄρ᾽ ἔβησαν
αὐτονυχί· Ἱερὴ δὲ φατίζεται ἥδ᾽ ἔτι πέτρη,
1020ᾗ πέρι πείσματα νηὸς ἐπεσσύμενοι ἐβάλοντο.
οὐδέ τις αὐτὴν νῆσον ἐπιφραδέως ἐνόησεν
ἔμμεναι· οὐδ᾽ ὑπὸ νυκτὶ Δολίονες ἂψ ἀνιόντας
ἥρωας νημερτὲς ἐπήισαν· ἀλλά που ἀνδρῶν
Μακριέων εἴσαντο Πελασγικὸν ἄρεα κέλσαι.
1025τὼ καὶ τεύχεα δύντες ἐπί σφισι χεῖρας ἄειραν.
σὺν δ᾽ ἔλασαν μελίας τε καὶ ἀσπίδας ἀλλήλοισιν
ὀξείῃ ἴκελοι ῥιπῇ πυρός, ἥ τ᾽ ἐνὶ θάμνοις
αὐαλέοισι πεσοῦσα κορύσσεται· ἐν δὲ κυδοιμός
δεινός τε ζαμενής τε Δολιονίῳ πέσε δήμῳ.
1030οὐδ᾽ ὅγε δηιοτῆτος ὑπὲρ μόρον αὖτις ἔμελλεν
οἴκαδε νυμφιδίους θαλάμους καὶ λέκτρον ἱκέσθαι.
ἀλλά μιν Αἰσονίδης τετραμμένον ἰθὺς ἑοῖο
πλῆξεν ἐπαΐξας στῆθος μέσον, ἀμφὶ δὲ δουρί
ὀστέον ἐρραίσθη· ὃ δ᾽ ἐνὶ ψαμάθοισιν ἐλυσθείς
1035μοῖραν ἀνέπλησεν. τὴν γὰρ θέμις οὔποτ᾽ ἀλύξαι
θνητοῖσιν· πάντη δὲ περὶ μέγα πέπταται ἕρκος.
ὡς τὸν ὀιόμενόν που ἀδευκέος ἔκτοθεν ἄτης
εἶναι ἀριστήων αὐτῇ ὑπὸ νυκτὶ πέδησεν
μαρνάμενον κείνοισι. πολεῖς δ᾽ ἐπαρηγόνες ἄλλοι
1040ἔκταθεν· Ἡρακλέης μὲν ἐνήρατο Τηλεκλῆα
ἠδὲ Μεγαβρόντη· Σφόδριν δ᾽ ἐνάριξεν Ἄκαστος·
Πηλεὺς δὲ Ζέλυν εἷλεν ἀρηίθοόν τε Γέφυρον·
αὐτὰρ ἐυμμελίης Τελαμὼν Βασιλῆα κατέκτα.
Ἴδας δ᾽ αὖ Προμέα, Κλυτίος δ᾽ Ὑάκινθον ἔπεφνεν,
1045Τυνδαρίδαι δ᾽ ἄμφω Μεγαλοσσάκεα Φλογίον τε.
Οἰνείδης δ᾽ ἐπὶ τοῖσιν ἕλεν θρασὺν Ἰτυμονῆα
ἠδὲ καὶ Ἀρτακέα, πρόμον ἀνδρῶν· οὓς ἔτι πάντας
ἐνναέται τιμαῖς ἡρωίσι κυδαίνουσιν.
οἱ δ᾽ ἄλλοι εἴξαντες ὑπέτρεσαν, ἠύτε κίρκους
1050ὠκυπέτας ἀγεληδὸν ὑποτρέσσωσι πέλειαι·
ἐς δὲ πύλας ὁμάδῳ πέσον ἀθρόοι· αἶψα δ᾽ ἀυτῆς
πλῆτο πόλις στονόεντος ὑποτροπίῃ πολέμοιο.
ἠῶθεν δ᾽ ὀλοὴν καὶ ἀμήχανον εἰσενόησαν
ἀμπλακίην ἄμφω· στυγερὸν δ᾽ ἄχος εἷλεν ἰδόντας
1055ἥρωας Μινύας Αἰνήιον υἷα πάροιθεν
Κύζικον ἐν κονίῃσι καὶ αἵματι πεπτηῶτα.
ἤματα δὲ τρία πάντα γόων, τίλλοντό τε χαίτας
αὐτοὶ ὁμῶς λαοί τε Δολίονες. αὐτὰρ ἔπειτα
τρὶς περὶ χαλκείοις σὺν τεύχεσι δινηθέντες
1060τύμβῳ ἐνεκτερέιξαν, ἐπειρήσαντό τ᾽ ἀέθλων,
ἣ θέμις, ἂμ πεδίον λειμώνιον, ἔνθ᾽ ἔτι νῦν περ
ἀγκέχυται τόδε σῆμα καὶ ὀψιγόνοισιν ἰδέσθαι.
οὐδὲ μὲν οὐδ᾽ ἄλοχος Κλείτη φθιμένοιο λέλειπτο
οὗ πόσιος μετόπισθε· κακῷ δ᾽ ἔπι κύντερον ἄλλο
1065ἤνυσεν, ἁψαμένη βρόχον αὐχένι. τὴν δὲ καὶ αὐταί
νύμφαι ἀποφθιμένην ἀλσηίδες ὠδύραντο·
καί οἱ ἀπὸ βλεφάρων ὅσα δάκρυα χεῦαν ἔραζε,
πάντα τάγε κρήνην τεῦξαν θεαί, ἣν καλέουσιν
Κλείτην, δυστήνοιο περικλεὲς οὔνομα νύμφης.
1070αἰνότατον δὴ κεῖνο Δολιονίῃσι γυναιξίν
ἀνδράσι τ᾽ ἐκ Διὸς ἦμαρ ἐπήλυθεν· οὐδὲ γὰρ αὐτῶν
ἔτλη τις πάσσασθαι ἐδητύος, οὐδ᾽ ἐπὶ δηρόν
ἐξ ἀχέων ἔργοιο μυληφάτου ἐμνώοντο·
ἀλλ᾽ αὔτως ἄφλεκτα διαζώεσκον ἔδοντες.
1075ἔνθ᾽ ἔτι νῦν, εὖτ᾽ ἄν σφιν ἐτήσια χύτλα χέωνται
Κύζικον ἐνναίοντες Ἰάονες, ἔμπεδον αἰεί
πανδήμοιο μύλης πελανοὺς ἐπαλετρεύουσιν.


Επάνοδος Αργοναυτών εις Δολίονας. Μάχη εκ παρεξηγήσεως και φόνος Κυζίκου.

Κι οι ήρωες σαν ξεφύγανε τον κίνδυνο του αγώνα
τότε του πλοίου τα πρυμιά προς την πνοή τ᾽ ανέμου
λύσανε, και της θάλασσας πιο μπρος το κύμα πλέαν.
1015 Ολημερίς με τα πανιά πλέανε· μα του ανέμου
το φύσημα δεν κράτησε καθώς προχώρα η νύχτα,
αλλά μπόρες αντίθετες τους πήραν και τους φέραν
πίσω, ώσπου τους πλησίασαν στους φιλοξένους πάλι
Δολίονες. Κι οι ήρωες την ίδια νύχτα εβγήκαν·
κι ακόμα λέγεται Ιερός, αυτός ο βράχος, όπου
1020 δέσανε γύρω βιαστικά του πλοίου τις πρυμάτσες.
Κι από κεινούς κανείς καλά δεν ένιωσε πως ήταν
το ίδιο νησί. Μα ούτε κι αυτοί οι Δολίονες το νιώσαν
πως ήρθαν πίσω οι ήρωες· μόνο άντρες απ᾽ τη Μάκρη
νομίσαν πως τους έφερε των Πελασγών ο Άρης.
1025 Γι᾽ αυτό τ᾽ άρματα πήρανε κι απάνω τους επέσαν
κι ένας στον άλλον σήκωναν ασπίδες και κοντάρια
όμοιοι με φλόγα δυνατής φωτιάς, που μες σε θάμνους
ξερούς σαν πέσει κόρωσε· και ταραχή εσηκώθη
στων Δολιόνων το λαό όλο θυμό και τρόμο.
1030 Μα ο Κύζικος δεν έμελλεν από τη μάχη πάλι
στο νυφικό του θάλαμο και στο κρεβάτι, σπίτι
να φτάσει, μα ο Ιάσονας κατάμπροστα σαν βρέθη
ορμά, χτυπά κατάστηθα και γύρω από το δόρυ
τσακίστηκε το κόκαλο· κι αυτός κυλίστη κάτω
1035 και πλήρωσε τη μοίρα του. Που δεν μπορεί ποτέ του
θνητός να φύγει· γύρω του έχει φραγμό μεγάλο.
Έτσι κι αυτόν νομίζοντας πως όξω απ᾽ το κακό ειναι
απάντεχα, απ᾽ τους ήρωες την ίδια αυτή τη νύχτα
τον μπλέχει σαν πολέμαγε μ᾽ εκείνους. Και πολλοί άλλοι
1040 βοηθοί του εσκοτωθήκανε. Τον Τηλεκλή σκοτώνει
και Μεγαβρόντη ο Ηρακλής· κι ο Άκαστος το Σφόδρη.
Το Ζέλο και το Γέφυρο το δυνατό ο Πηλέας.
Κι ο ορμητικός ο Τελαμών το Βασιλιά σκοτώνει.
Κι ο Κλύτιος τον Υάκινθο, κι ο Ίδας τον Προμέα,
1045 το Μεγασάκη και Φλογιόν οι δύο Τυνδαρίδες·
το δυνατόν Ιτυμονιά εχτύπησε ο Οινείδης
και τον Αρτάκην, αρχηγών αντρών· π᾽ όλους ακόμα
οι κάτοικοι μ᾽ ηρωικές τιμές δοξάζουν τώρα.
Κι οι άλλοι υποχωρήσανε με φόβο, όπως τους κίρκους
1050 τους γοργοπέτες τρέμουνε περιστεριών κοπάδια·
κι όλοι μαζί με θόρυβο στις πύλες πέσαν· κι όλη
γέμισε η πόλη στεναγμούς, απ᾽ τη φυγή της μάχης.
Και το πρωί, το θλιβερό κι αγιάτρευτό τους λάθος
νιώσαν κι οι δυο. Λύπη φριχτή τους ήρωες Μινύες
1055 πιάνει, σαν είδανε το γιο μπροστά τους του Αινέα,
τον Κύζικο στον κορνιαχτό και το αίμα κυλισμένο.
Τρεις μέρες τον εκλαίγανε και τα μαλλιά των βγάζαν
αυτοί μαζί κι οι κάτοικοι Δολίονες· κατόπι
τρεις φέραν γύρους στα χαλκά ντυμένοι τ᾽ άρματά των
1060 στον τάφο και τον έθαψαν, κι εκάμανε κι αγώνες,
ως πρέπει, στη λιβαδερή πεδιάδα, που κι ακόμα
και τώρα υπάρχει ο τάφος του, κι οι υστερινοί να βλέπουν.
Μα μήτε η Κλείτη απόμεινε η γυναίκα του ξοπίσω,
ο άντρας της σαν χάθηκε, μα άλλο κακό πιο άγριο
1065 έκαμε, στο λαιμό θηλιά περνώντας. Και τη δόλια
ως κι οι Νεράιδες των δασών την κλάψαν πεθαμένη·
κι όσα απ᾽ τα βλέφαρα στη γη χύσανε κάτω δάκρυα
όλα τα κάναν οι θεοί πηγή, που την καλούνε
Κλείτη, το ένδοξο τ᾽ όνομα της δύστυχης της νύφης.
1070 Κι αυτή για τους Δολίονες η πιο σκληρή ηταν μέρα,
π᾽ ο Δίας σ᾽ όλους έστειλε κι άντρες μα και γυναίκες·
κι ούτε να φάει φαΐ κανείς μπόρεσε· κι απ᾽ τη λύπη
καιρό δεν εθυμήθηκαν το στάρι τ᾽ αλεσμένο·
μόν᾽ έτσι εζούσαν άψητα τρώγοντας ό,τι βρίσκαν.
1075 Γι᾽ αυτό και τώρα οι κάτοικοι θυσίες όταν κάνουν
ετήσιες οι Ίωνες στον Κύζικο, για πάντα
σ᾽ όλης της πόλης πελανούς αλέθουνε τους μύλους.