Επάνοδος Αργοναυτών εις Δολίονας. Μάχη εκ παρεξηγήσεως και φόνος Κυζίκου.
Κι οι ήρωες σαν ξεφύγανε τον κίνδυνο του αγώνα
τότε του πλοίου τα πρυμιά προς την πνοή τ᾽ ανέμου
λύσανε, και της θάλασσας πιο μπρος το κύμα πλέαν.
1015 Ολημερίς με τα πανιά πλέανε· μα του ανέμου
το φύσημα δεν κράτησε καθώς προχώρα η νύχτα,
αλλά μπόρες αντίθετες τους πήραν και τους φέραν
πίσω, ώσπου τους πλησίασαν στους φιλοξένους πάλι
Δολίονες. Κι οι ήρωες την ίδια νύχτα εβγήκαν·
κι ακόμα λέγεται Ιερός, αυτός ο βράχος, όπου
1020 δέσανε γύρω βιαστικά του πλοίου τις πρυμάτσες.
Κι από κεινούς κανείς καλά δεν ένιωσε πως ήταν
το ίδιο νησί. Μα ούτε κι αυτοί οι Δολίονες το νιώσαν
πως ήρθαν πίσω οι ήρωες· μόνο άντρες απ᾽ τη Μάκρη
νομίσαν πως τους έφερε των Πελασγών ο Άρης.
1025 Γι᾽ αυτό τ᾽ άρματα πήρανε κι απάνω τους επέσαν
κι ένας στον άλλον σήκωναν ασπίδες και κοντάρια
όμοιοι με φλόγα δυνατής φωτιάς, που μες σε θάμνους
ξερούς σαν πέσει κόρωσε· και ταραχή εσηκώθη
στων Δολιόνων το λαό όλο θυμό και τρόμο.
1030 Μα ο Κύζικος δεν έμελλεν από τη μάχη πάλι
στο νυφικό του θάλαμο και στο κρεβάτι, σπίτι
να φτάσει, μα ο Ιάσονας κατάμπροστα σαν βρέθη
ορμά, χτυπά κατάστηθα και γύρω από το δόρυ
τσακίστηκε το κόκαλο· κι αυτός κυλίστη κάτω
1035 και πλήρωσε τη μοίρα του. Που δεν μπορεί ποτέ του
θνητός να φύγει· γύρω του έχει φραγμό μεγάλο.
Έτσι κι αυτόν νομίζοντας πως όξω απ᾽ το κακό ειναι
απάντεχα, απ᾽ τους ήρωες την ίδια αυτή τη νύχτα
τον μπλέχει σαν πολέμαγε μ᾽ εκείνους. Και πολλοί άλλοι
1040 βοηθοί του εσκοτωθήκανε. Τον Τηλεκλή σκοτώνει
και Μεγαβρόντη ο Ηρακλής· κι ο Άκαστος το Σφόδρη.
Το Ζέλο και το Γέφυρο το δυνατό ο Πηλέας.
Κι ο ορμητικός ο Τελαμών το Βασιλιά σκοτώνει.
Κι ο Κλύτιος τον Υάκινθο, κι ο Ίδας τον Προμέα,
1045 το Μεγασάκη και Φλογιόν οι δύο Τυνδαρίδες·
το δυνατόν Ιτυμονιά εχτύπησε ο Οινείδης
και τον Αρτάκην, αρχηγών αντρών· π᾽ όλους ακόμα
οι κάτοικοι μ᾽ ηρωικές τιμές δοξάζουν τώρα.
Κι οι άλλοι υποχωρήσανε με φόβο, όπως τους κίρκους
1050 τους γοργοπέτες τρέμουνε περιστεριών κοπάδια·
κι όλοι μαζί με θόρυβο στις πύλες πέσαν· κι όλη
γέμισε η πόλη στεναγμούς, απ᾽ τη φυγή της μάχης.
Και το πρωί, το θλιβερό κι αγιάτρευτό τους λάθος
νιώσαν κι οι δυο. Λύπη φριχτή τους ήρωες Μινύες
1055 πιάνει, σαν είδανε το γιο μπροστά τους του Αινέα,
τον Κύζικο στον κορνιαχτό και το αίμα κυλισμένο.
Τρεις μέρες τον εκλαίγανε και τα μαλλιά των βγάζαν
αυτοί μαζί κι οι κάτοικοι Δολίονες· κατόπι
τρεις φέραν γύρους στα χαλκά ντυμένοι τ᾽ άρματά των
1060 στον τάφο και τον έθαψαν, κι εκάμανε κι αγώνες,
ως πρέπει, στη λιβαδερή πεδιάδα, που κι ακόμα
και τώρα υπάρχει ο τάφος του, κι οι υστερινοί να βλέπουν.
Μα μήτε η Κλείτη απόμεινε η γυναίκα του ξοπίσω,
ο άντρας της σαν χάθηκε, μα άλλο κακό πιο άγριο
1065 έκαμε, στο λαιμό θηλιά περνώντας. Και τη δόλια
ως κι οι Νεράιδες των δασών την κλάψαν πεθαμένη·
κι όσα απ᾽ τα βλέφαρα στη γη χύσανε κάτω δάκρυα
όλα τα κάναν οι θεοί πηγή, που την καλούνε
Κλείτη, το ένδοξο τ᾽ όνομα της δύστυχης της νύφης.
1070 Κι αυτή για τους Δολίονες η πιο σκληρή ηταν μέρα,
π᾽ ο Δίας σ᾽ όλους έστειλε κι άντρες μα και γυναίκες·
κι ούτε να φάει φαΐ κανείς μπόρεσε· κι απ᾽ τη λύπη
καιρό δεν εθυμήθηκαν το στάρι τ᾽ αλεσμένο·
μόν᾽ έτσι εζούσαν άψητα τρώγοντας ό,τι βρίσκαν.
1075 Γι᾽ αυτό και τώρα οι κάτοικοι θυσίες όταν κάνουν
ετήσιες οι Ίωνες στον Κύζικο, για πάντα
σ᾽ όλης της πόλης πελανούς αλέθουνε τους μύλους.
|