Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (2.1-2.59)




ΒΙΒΛΙΟΝ Β’


Ἔνθα δ᾽ ἔσαν σταθμοί τε βοῶν αὖλίς τ᾽ Ἀμύκοιο,
Βεβρύκων βασιλῆος ἀγήνορος, ὅν ποτε νύμφη
τίκτε Ποσειδάωνι Γενεθλίῳ εὐνηθεῖσα
Βιθυνὶς Μελίη, ὑπεροπληέστατον ἀνδρῶν·
5ὅς τ᾽ ἐπὶ καὶ ξείνοισιν ἀεικέα θεσμὸν ἔθηκεν,
μή τιν᾽ ἀποστείχειν, πρὶν πειρήσασθαι ἑοῖο
πυγμαχίης· πολέας δὲ περικτιόνων ἐδάιξεν.
καὶ δὲ τότε προτὶ νῆα κιών, χρειώ μιν ἐρέσθαι
ναυτιλίης, οἵ τ᾽ εἶεν, ὑπερβασίῃσιν ἄτισσεν
10τοῖον δ᾽ ἐν πάντεσσι παρασχεδὸν ἔκφατο μῦθον·
«κέκλυθ᾽, ἁλίπλαγκτοι, τάπερ ἴδμεναι ὔμμιν ἔοικεν.
οὔ τινα θέσμιόν ἐστιν ἀφορμηθέντα νέεσθαι
ἀνδρῶν ὀθνείων, ὅς κεν Βέβρυξι πελάσσῃ,
πρὶν χείρεσσιν ἐμῇσιν ἑὰς ἀνὰ χεῖρας ἀεῖραι.
15τὼ καί μοι τὸν ἄριστον ἀποκριδὸν οἶον ὁμίλου
πυγμαχίῃ στήσασθε καταυτόθι δηρινθῆναι.
εἰ δ᾽ ἂν ἀπηλεγέοντες ἐμὰς πατέοιτε θέμιστας,
ἦ κέν τις στυγερῶς κρατερὴ ἐπιέψετ᾽ ἀνάγκη.»
ἦ ῥα μέγα φρονέων. τοὺς δ᾽ ἄγριος εἰσαΐοντας
20εἷλε χόλος· περὶ δ᾽ αὖ Πολυδεύκεα τύψεν ὁμοκλή.
αἶψα δ᾽ ἑῶν ἑτάρων πρόμος ἵστατο φώνησέν τε·
«ἴσχεο νῦν, μηδ᾽ ἄμμι κακήν, ὅτις εὔχεαι εἶναι,
φαῖνε βίην· θεσμοῖς γὰρ ὑπείξομεν, ὡς ἀγορεύεις.
αὐτὸς ἑκὼν ἤδη τοι ὑπίσχομαι ἀντιάασθαι.»
25ὣς φάτ᾽ ἀπηλεγέως· ὃ δ᾽ ἐσέδρακεν ὄμμαθ᾽ ἑλίξας,
ὥστε λέων ὑπ᾽ ἄκοντι τετυμμένος, ὅν τ᾽ ἐν ὄρεσσιν
ἀνέρες ἀμφιπένονται· ὃ δ᾽ ἰλλόμενός περ ὁμίλῳ
τῶν μὲν ἔτ᾽ οὐκ ἀλέγει, ἐπὶ δ᾽ ὄσσεται οἰόθεν οἶος
ἄνδρα τόν, ὅς μιν ἔτυψε παροίτατος, οὐδ᾽ ἐδάμασσεν.
30ἔνθ᾽ ἀπὸ Τυνδαρίδης μὲν ἐύστιπτον θέτο φᾶρος
λεπταλέον, τό ῥά οἱ τις ἑὸν ξεινήιον εἶναι
ὤπασε Λημνιάδων· ὃ δ᾽ ἐρεμνὴν δίπτυχα λώπην
αὐτῇσιν περόνῃσι καλαύροπά τε τρηχεῖαν
κάββαλε, τὴν φορέεσκεν, ὀριτρεφέος κοτίνοιο.
35αὐτίκα δ᾽ ἐγγύθι χῶρον ἑαδότα παπτήναντες
ἷζον ἑοὺς δίχα πάντας ἐνὶ ψαμάθοισιν ἑταίρους,
οὐ δέμας, οὐδὲ φυὴν ἐναλίγκιοι εἰσοράασθαι.
ἀλλ᾽ ὃ μὲν ἢ ὀλοοῖο Τυφωέος, ἠὲ καὶ αὐτῆς
Γαίης εἶναι ἔικτο πέλωρ τέκος, οἷα πάροιθεν
40χωομένη Διὶ τίκτεν· ὃ δ᾽ οὐρανίῳ ἀτάλαντος
ἀστέρι Τυνδαρίδης, οὗπερ κάλλισται ἔασιν
ἑσπερίην διὰ νύκτα φαεινομένου ἀμαρυγαί.
τοῖος ἔην Διὸς υἱός, ἔτι χνοάοντας ἰούλους
ἀντέλλων, ἔτι φαιδρὸς ἐν ὄμμασιν. ἀλλά οἱ ἀλκή
45καὶ μένος ἠύτε θηρὸς ἀέξετο· πῆλε δὲ χεῖρας
πειράζων, εἴθ᾽ ὡς πρὶν ἐυτρόχαλοι φορέονται,
μηδ᾽ ἄμυδις καμάτῳ τε καὶ εἰρεσίῃ βαρύθοιεν.
οὐ μὰν αὖτ᾽ Ἄμυκος πειρήσατο· σῖγα δ᾽ ἄπωθεν
ἑστηὼς εἰς αὐτὸν ἔχ᾽ ὄμματα, καί οἱ ὀρέχθει
50θυμὸς ἐελδομένῳ στηθέων ἐξ αἷμα κεδάσσαι.
τοῖσι δὲ μεσσηγὺς θεράπων Ἀμύκοιο Λυκωρεύς
θῆκε πάροιθε ποδῶν δοιοὺς ἑκάτερθεν ἱμάντας
ὠμούς, ἀζαλέους, περὶ δ᾽ οἵγ᾽ ἔσαν ἐσκληῶτες.
αὐτὰρ ὃ τόνγ᾽ ἐπέεσσιν ὑπερφιάλοισι προσηύδα·
55«τῶνδέ τοι ὅν κ᾽ ἐθέλῃσθα πάλου ἄτερ ἐγγυαλίξω
αὐτὸς ἑκών, ἵνα μή μοι ἀτέμβηαι μετόπισθεν.
ἀλλὰ βάλευ περὶ χειρί· δαεὶς δέ κεν ἄλλῳ ἐνίσποις,
ὅσσον ἐγὼ ῥινούς τε βοῶν περί γ᾽ εἰμὶ ταμέσθαι
ἀζαλέας, ἀνδρῶν τε παρηίδας αἵματι φύρσαι.»





ΒΙΒΛΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ


Πυγμαχία Πολυδεύκους και Αμύκου.

Σ᾽ αυτό το μέρος ήτανε μαντριά βοδιών και σπίτι
του βασιλιά των Βέβρυκων τ᾽ αντρειωμένου Αμύκου,
που μια νεράιδα κάποτε, η Μελιά η Βιθυνίδα
στον Ποσειδώνα γέννησε σαν πλάγιασε μαζί του,
άντρα τον πιο περήφανον απ᾽ όλους τούς ανθρώπους·
5 αυτόν, που νόμον άπρεπον όρισε για τους ξένους,
να μην κινά από κει κανείς, πριν να τον δοκιμάσει
στην πυγμαχία· και πολλούς εσκότωσε γειτόνους.
Και τότε δα στο πλοίο σιμά σαν πήγε, δεν ενοιάστη
γιατί ταξίδι κάνουνε, και ποιοί ειναι να ρωτήσει,
10 μονάχα σ᾽ όλους τέτοιον δα σιμά μίλησε λόγο.
«Ακούστε, θαλασσόδαρτοι, να ξέρετε όσα πρέπει.
Δεν είναι εδώ συνήθεια κανείς να φύγει πάλι
άνθρωπος ξένος, που θα ᾽ρθει στη χώρα των Βεβρύκων,
προτού πάνω στα χέρια μου σηκώσει τα δικά του.
15 Γι᾽ αυτό τον πιο καλό από σας ξέχωρα μοναχό του
ν᾽ αγωνιστούμε στήστε τον δωδά με πυγμαχία.
Μα ανάμελα το νόμο μου αν θα καταφρονέστε
άσκημα, αλήθεια θα σας βρει πολύ μεγάλη ανάγκη.»
Έτσι λοιπόν περήφανα μίλησε. Κι αυτούς άγριος
θυμός, όταν τον άκουσαν, τους έπιασε· κι απ᾽ όλους
20 τον Πολυδεύκη πιότερο επρόσβαλε η φοβέρα.
Κι ευτύς στάθη των σύντροφων προστάτης και του λέει.
«Όποιος κι αν είσαι, πάψε πια, και μη μας φοβερίζεις,
γιατί θενα υπακούσουμε, καθώς το λες, στους νόμους.
Και τώρα εγώ σου υπόσχομαι να μετρηθώ μαζί σου.»
25 Έτσ᾽ είπε ανάμελα· κι αυτός σ᾽ αυτόν στρέφει τα μάτια
και τον κοιτάζει, όπως κοιτά λιοντάρι χτυπημένο
μ᾽ ακόντιο, που το πλήγωσαν άντρες στα όρη απάνω·
κι εκείνο αν και στριμώνεται μέσα στη συντροφιά των,
τους άλλους όλους αψηφά, κι ως είναι μοναχό του,
τον άντρα μόνο αυτόν κοιτά, που τό ειχε καταπρώτος
χτυπήσει· μα δεν μπόρεσε κιόλας να το σκοτώσει.
30 Και το λεπτό, πυκνόυφαντο έβγαλε ο Τυνδαρίδης
φάρος, που κάποια του ᾽δωσεν από τις Λημνιάδες
φιλοξενίας χάρισμα να το φορεί· κι ο άλλος
τη μαύρη διπλή χλαίνη του μαζί με τις περόνες
πέταξε χάμω καταγής, και το τραχύ ραβδί του,
οπού κρατούσε απ᾽ αγρελιά βουνίσια κανωμένο.
35 Κι ευτύς σιμά τόπο καλό κοιτάξανε και βρήκαν
κι όλους καθίσαν χωριστά τους φίλους των στην άμμο,
όμως παρόμοιοι στο κορμί, στ᾽ ανάστημα δεν ήταν.
Μα ο ένας σαν και τ᾽ άγριου Τυφώνα ή και της ίδιας
της Γης παιδί πελώριο φαινόταν, σαν και κείνα,
40 που γέννησεν η Γη παλιά στο Δία θυμωμένη·
κι ο άλλος, μ᾽ ένα ουράνιο αστέρι, ο Τυνδαρίδης
παρόμοιος, που ωραιότατες είναι μέσα στις νύχτες
τις σκοτεινές οι λάμψες του σαν φέγγει. Τέτοιος ήταν
του Δία ο γιος, που φύτρωναν τα γένια του σαν χνούδι
κι είχε τα μάτια χαρωπά· όμως η δύναμή του
45 κι η αντρειά του σαν και του θεριού μεγάλωνε. Και γύρω
τα χέρια του ξετίναζε για να τα δοκιμάσει,
αν και σαν πριν ευκίνητα κρατιόντανε, γιά μήπως
η κούραση και το κουπί μαζί τά ειχαν βαρύνει.
Μα ο άλλος δε δοκίμαζε· μ᾽ αμίλητος πιο πέρα
στεκόταν και τον κοίταζε, κι είχε μες στην καρδιά του
50 πόθον έξω απ᾽ τα στήθια του το αίμα του να χύσει.
Κι ανάμεσά τους τ᾽ Άμυκου ο δούλος Λυκωρέας
μπροστά στα πόδια καθενός διπλά λουριά τού βάζει
ωμά, τραχιά, πού ηταν σκληρά, κατάσκληρα σαν πέτρες.
Και τότε με υπερήφανα σ᾽ αυτόν μίλησε λόγια.
55 «Όποια συ θέλεις απ᾽ αυτά, σου δίνω δίχως κλήρο,
θέλοντας γω, για να μη λες παράπονα κατόπι·
μα πέρασ᾽ τα στο χέρι σου· να μάθεις κι άλλου νά ειπεις
πόσο καλός είμαι βοδιών δέρματα για να κόβω
ξερά, κι ανθρώπων πρόσωπα μ᾽ αίματα να γεμίζω.»