Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (2.301-2.359)


τόφρα δ᾽ ἀριστῆες πινόεν περὶ δέρμα γέροντος
πάντη φοιβήσαντες ἐπικριδὸν ἱρεύσαντο
μῆλα, τά τ᾽ ἐξ Ἀμύκοιο λεηλασίης ἐκόμισσαν.
αὐτὰρ ἐπεὶ μέγα δόρπον ἐνὶ μεγάροισιν ἔθεντο,
305δαίνυνθ᾽ ἑζόμενοι· σὺν δέ σφισι δαίνυτο Φινεύς
ἁρπαλέως, οἷόν τ᾽ ἐν ὀνείρασι θυμὸν ἰαίνων.
ἔνθα δ᾽ ἐπεὶ δόρποιο κορέσσαντ᾽ ἠδὲ ποτῆτος,
παννύχιοι Βορέω μένον υἱέας ἐγρήσσοντες.
αὐτὸς δ᾽ ἐν μέσσοισι παρ᾽ ἐσχάρῃ ἧστο γεραιός
310πείρατα ναυτιλίης ἐνέπων ἄνυσίν τε κελεύθου·
«κλῦτέ νυν. οὐ μὲν πάντα πέλει θέμις ὔμμι δαῆναι
ἀτρεκές· ὅσσα δ᾽ ὄρωρε θεοῖς φίλον, οὐκ ἐπικεύσω.
ἀασάμην καὶ πρόσθε Διὸς νόον ἀφραδίῃσιν
χρείων ἑξείης τε καὶ ἐς τέλος. ὧδε γὰρ αὐτός
315βούλεται ἀνθρώποις ἐπιδευέα θέσφατα φαίνειν
μαντοσύνης, ἵνα καί τι θεῶν χατέωσι νόοιο.
πέτρας μὲν πάμπρωτον, ἀφορμηθέντες ἐμεῖο,
Κυανέας ὄψεσθε δύω ἁλὸς ἐν ξυνοχῇσιν,
τάων οὔ τινά φημι διαμπερὲς ἐξαλέασθαι.
320οὐ γάρ τε ῥίζῃσιν ἐρήρεινται νεάτῃσιν,
ἀλλὰ θαμὰ ξυνίασιν ἐναντίαι ἀλλήλῃσιν
εἰς ἕν, ὕπερθε δὲ πολλὸν ἁλὸς κορθύεται ὕδωρ
βρασσόμενον, στρηνὲς δὲ περὶ στυφέλῃ βρέμει ἀκτῇ.
τὼ νῦν ἡμετέρῃσι παραιφασίῃσι πίθεσθε,
325εἰ ἐτεὸν πυκινῷ τε νόῳ μακάρων τ᾽ ἀλέγοντες
πείρετε· μηδ᾽ αὔτως αὐτάγρετον οἶτον ὄλησθε
ἀφραδέως, ἢ θύνετ᾽ ἐπισπόμενοι νεότητι.
οἰωνῷ δὴ πρόσθε πελειάδι πειρήσασθαι
νηὸς ἄπο προμεθέντες ἐφιέμεν. ἢν δὲ δι᾽ αὐτῶν
330πετράων Πόντονδε σόη πτερύγεσσι δίηται,
μηκέτι δὴν μηδ᾽ αὐτοὶ ἐρητύεσθε κελεύθου,
ἀλλ᾽ εὖ ἀρτύναντες ἑαῖς ἐνὶ χερσὶν ἐρετμά
τέμνεθ᾽ ἁλὸς στεινωπόν· ἐπεὶ φάος οὐ νύ τι τόσσον
ἔσσετ᾽ ἐν εὐχωλῇσιν, ὅσον τ᾽ ἐνὶ κάρτεϊ χειρῶν.
335τὼ καὶ τἆλλα μεθέντες ὀνήιστον πονέεσθαι
θαρσαλέως· πρὶν δ᾽ οὔ τι θεοὺς λίσσεσθαι ἐρύκω.
εἰ δέ κεν ἀντικρὺ πταμένη μεσσηγὺς ὄληται,
ἄψορροι στέλλεσθαι· ἐπεὶ πολὺ βέλτερον εἶξαι
ἀθανάτοις. οὐ γάρ κε κακὸν μόρον ἐξαλέαισθε
340πετράων, οὐδ᾽ εἴ κε σιδηρείη πέλοι Ἀργώ.
ὦ μέλεοι, μὴ τλῆτε παρὲξ ἐμὰ θέσφατα βῆναι,
εἰ καί με τρὶς τόσσον ὀίεσθ᾽ οὐρανίδῃσιν,
ὅσσον ἀνάρσιός εἰμι, καὶ εἰ πλεῖον στυγέεσθαι·
μὴ τλῆτ᾽ οἰωνοῖο πάρεξ ἔτι νηὶ περῆσαι.
345καὶ τὰ μὲν ὥς κε πέλῃ, τὼς ἔσσεται. ἢν δὲ φύγητε
σύνδρομα πετράων ἀσκηθέες ἔνδοθι Πόντου,
αὐτίκα Βιθυνῶν ἐπὶ δεξιὰ γαῖαν ἔχοντες
πλώετε ῥηγμῖνας πεφυλαγμένοι, εἰσόκεν αὖτε
Ῥήβαν ὠκυρόην ποταμὸν ἀκτήν τε Μέλαιναν
350γνάμψαντες νήσου Θυνηίδος ὅρμον ἵκησθε.
κεῖθεν δ᾽ οὐ μάλα πουλὺ διὲξ ἁλὸς ἀντιπέραιαν
γῆν Μαριανδυνῶν ἐπικέλσετε νοστήσαντες.
ἔνθα μὲν εἰς Ἀίδαο καταιβάτις ἐστὶ κέλευθος,
ἄκρη τε προβλὴς Ἀχερουσιὰς ὑψόθι τείνει,
355δινήεις τ᾽ Ἀχέρων αὐτὴν διὰ νειόθι τέμνων
ἄκρην ἐκ μεγάλης προχοὰς ἵησι φάραγγος.
ἀγχίμολον δ᾽ ἐπὶ τῇ πολέας παρανεῖσθε κολωνούς
Παφλαγόνων, τοῖσίν τ᾽ Ἐνετήιος ἐμβασίλευσεν
πρῶτα Πέλοψ, τοῦ καί περ ἀφ᾽ αἵματος εὐχετόωνται.


Ο Φινεύς δίδει οδηγίας εις τους Αργοναύτας.

Κι οι ήρωες του γέροντα το βρομισμένο δέρμα
όλο σαν το καθάρισαν, διαλέξαν και θυσιάσαν
πρόβατα, που απ᾽ τ᾽ Άμυκου τα λάφυρα είχαν φέρει.
Και σαν μεγάλο ετοίμασαν στο μέγαρο τραπέζι
305 καθίσαν κι έτρωγαν· μ᾽ αυτούς έτρωγε κι ο Φινέας
αρπαχτικά και χαίροταν σαν σ᾽ όνειρο η ψυχή του.
Κι αφού καλά από φαγητό κι από πιοτό χορτάσαν,
ξύπνιοι όλη νύχτα του Βοριά τα δυο παιδιά προσμέναν·
κι ο γέρος πλάι στην παραστιά στη μέση τους καθόταν
310 και τα περάσματα έλεγε, που θά ᾽βρουν στο ταξίδι
και πώς θα κατορθώσουνε το δρόμο να τελειώσουν.
«Ακούστε τώρα. Όλα εσείς καταλεπτώς δεν πρέπει
να μάθετε· μα θα σας πω όσα οι θεοί θα θέλουν.
Γιατί έσφαλα άμυαλα και πριν, τη θέληση του Δία
μαντεύοντας ξεκάθαρα κι ως τέλος· μα αυτός θέλει
315 μαντείες να μη δίνονται καθάριες στους ανθρώπους
για να ᾽χουνε και των θεών εκείνοι κάποια ανάγκη.
Σαν φύγετε από μένανε πρώτα τους Μαύρους Βράχους,
δυο, θενα ιδείτε εκειδά, που η θάλασσα στενεύει,
και δεν εξέφυγε απ᾽ αυτούς κανείς χωρίς να πάθει.
320 Γιατί σε ρίζες μες στη γη βαθιές δεν στηριζόνται,
μόνο συχνά πλησιάζουνε ένας στον άλλο αντίκρυ
και γίνουντ᾽ ένα, και πολύ πάνω πηδάει το κύμα,
μ᾽ αφρούς, κι όλο σκληρά βογκάει στ᾽ άγριο το περιγιάλι.
Για τούτο εσείς τις συμβουλές ν᾽ ακούστε τις δικές μου
325 αν ταξιδεύοντας, των θεών το σοφό νου φοβάστε,
και μην πάτε γυρεύοντας μόνοι σας το κακό σας
ανόητα, ή ορμήσετε ακούοντας τη νιότη.
Με περιστέρι το λοιπόν πρώτα να δοκιμάστε
από το πλοίο αφήνοντας μπρος να πετάξει. Αν ίσως
330 μέσ᾽ απ᾽ τους βράχους άβλαφτο με τα φτερά περάσει
στον Πόντο, τότε μήτε σεις το δρόμο σας ν᾽ αργείτε,
μα μες στα χέρια σας καλά κρατώντας τα κουπιά σας
σκίζετε το θαλασσινό στενό· γιατί όχι τόσο
θενα σας σώσουν οι ευχές, όσο χεριών αντρεία.
335 Για τούτο τ᾽ άλλα αφήνοντας με θάρρος κουραστείτε
για τη μεγάλη ωφέλεια σας· μα να παρακαλείτε
τους θεούς δε σας μποδίζω εγώ πριν φτάσετε εκεί πέρα.
Κι αν το πουλί ως πετά χαθεί ανάμεσα στους Βράχους,
γυρίστε πίσω· είναι πολύ να υπακούστε κάλλιο
στους θεούς, τι δεν ξεφεύγετε θάνατο μες στους βράχους
340 κακό, κι αν από σίδερο είν᾽ η Αργώ φιαγμένη.
Μαύροι να μην τολμήσετε να βγείτε απ᾽ τους χρησμούς μου,
κι αν με θαρρείτε τρεις φορές περσότερο πως είμαι
στους ουρανίους μισητός, και παραπάνω ακόμα,
μη θέλετε χωρίς πουλί, με πλοίο να περάστε.
345 Και τούτα ως μέλλει θα γενούν. Αν όμως ξεγλιτώστε
άβλαφτοι από το σμίξιμο των Βράχων μες στον Πόντο,
ευτύς τότε των Βιθυνών τη χώρα στα δεξιά σας
έχοντας ταξιδεύετε, προσέχοντας τα βράχια,
ώσπου, το Ρήβα το γοργό περνώντας και το Μαύρο
350 Γιαλό, να ᾽ρθείτε στου νησιού Θυνιάδας το λιμάνι.
Εκείθε όχι πολύ μακριά, τη θάλασσα περνώντας
αντίκρυ στων Μαριανδυνών θ᾽ αράξετε τη χώρα.
Εκειδά δρόμος βρίσκεται, που πάει κάτω στον Άδη
κι ένας γιαλός, που βγαίνει εμπρός, ψηλός, η Αχερουσιάδα,
355 κι ο γυριστός Αχέροντας τον σκίζει από τα πέρα
κι από μεγάλη φάραγγα χύνεται στ᾽ ακρογιάλι.
Κι απέ σιμά απ᾽ τη χώρα αυτή πολλά των Παφλαγόνων
θα προσπεράσετε βουνά, αυτών πού ειχανε πρώτα
για βασιλιά τον Πέλοπα από την πόλη Ενέτη,
και που καυχιόνται απ᾽ τη γενιά κεινού πως καταγόνται.