Ο Φινεύς δίδει οδηγίας εις τους Αργοναύτας.
Κι οι ήρωες του γέροντα το βρομισμένο δέρμα
όλο σαν το καθάρισαν, διαλέξαν και θυσιάσαν
πρόβατα, που απ᾽ τ᾽ Άμυκου τα λάφυρα είχαν φέρει.
Και σαν μεγάλο ετοίμασαν στο μέγαρο τραπέζι
305 καθίσαν κι έτρωγαν· μ᾽ αυτούς έτρωγε κι ο Φινέας
αρπαχτικά και χαίροταν σαν σ᾽ όνειρο η ψυχή του.
Κι αφού καλά από φαγητό κι από πιοτό χορτάσαν,
ξύπνιοι όλη νύχτα του Βοριά τα δυο παιδιά προσμέναν·
κι ο γέρος πλάι στην παραστιά στη μέση τους καθόταν
310 και τα περάσματα έλεγε, που θά ᾽βρουν στο ταξίδι
και πώς θα κατορθώσουνε το δρόμο να τελειώσουν.
«Ακούστε τώρα. Όλα εσείς καταλεπτώς δεν πρέπει
να μάθετε· μα θα σας πω όσα οι θεοί θα θέλουν.
Γιατί έσφαλα άμυαλα και πριν, τη θέληση του Δία
μαντεύοντας ξεκάθαρα κι ως τέλος· μα αυτός θέλει
315 μαντείες να μη δίνονται καθάριες στους ανθρώπους
για να ᾽χουνε και των θεών εκείνοι κάποια ανάγκη.
Σαν φύγετε από μένανε πρώτα τους Μαύρους Βράχους,
δυο, θενα ιδείτε εκειδά, που η θάλασσα στενεύει,
και δεν εξέφυγε απ᾽ αυτούς κανείς χωρίς να πάθει.
320 Γιατί σε ρίζες μες στη γη βαθιές δεν στηριζόνται,
μόνο συχνά πλησιάζουνε ένας στον άλλο αντίκρυ
και γίνουντ᾽ ένα, και πολύ πάνω πηδάει το κύμα,
μ᾽ αφρούς, κι όλο σκληρά βογκάει στ᾽ άγριο το περιγιάλι.
Για τούτο εσείς τις συμβουλές ν᾽ ακούστε τις δικές μου
325 αν ταξιδεύοντας, των θεών το σοφό νου φοβάστε,
και μην πάτε γυρεύοντας μόνοι σας το κακό σας
ανόητα, ή ορμήσετε ακούοντας τη νιότη.
Με περιστέρι το λοιπόν πρώτα να δοκιμάστε
από το πλοίο αφήνοντας μπρος να πετάξει. Αν ίσως
330 μέσ᾽ απ᾽ τους βράχους άβλαφτο με τα φτερά περάσει
στον Πόντο, τότε μήτε σεις το δρόμο σας ν᾽ αργείτε,
μα μες στα χέρια σας καλά κρατώντας τα κουπιά σας
σκίζετε το θαλασσινό στενό· γιατί όχι τόσο
θενα σας σώσουν οι ευχές, όσο χεριών αντρεία.
335 Για τούτο τ᾽ άλλα αφήνοντας με θάρρος κουραστείτε
για τη μεγάλη ωφέλεια σας· μα να παρακαλείτε
τους θεούς δε σας μποδίζω εγώ πριν φτάσετε εκεί πέρα.
Κι αν το πουλί ως πετά χαθεί ανάμεσα στους Βράχους,
γυρίστε πίσω· είναι πολύ να υπακούστε κάλλιο
στους θεούς, τι δεν ξεφεύγετε θάνατο μες στους βράχους
340 κακό, κι αν από σίδερο είν᾽ η Αργώ φιαγμένη.
Μαύροι να μην τολμήσετε να βγείτε απ᾽ τους χρησμούς μου,
κι αν με θαρρείτε τρεις φορές περσότερο πως είμαι
στους ουρανίους μισητός, και παραπάνω ακόμα,
μη θέλετε χωρίς πουλί, με πλοίο να περάστε.
345 Και τούτα ως μέλλει θα γενούν. Αν όμως ξεγλιτώστε
άβλαφτοι από το σμίξιμο των Βράχων μες στον Πόντο,
ευτύς τότε των Βιθυνών τη χώρα στα δεξιά σας
έχοντας ταξιδεύετε, προσέχοντας τα βράχια,
ώσπου, το Ρήβα το γοργό περνώντας και το Μαύρο
350 Γιαλό, να ᾽ρθείτε στου νησιού Θυνιάδας το λιμάνι.
Εκείθε όχι πολύ μακριά, τη θάλασσα περνώντας
αντίκρυ στων Μαριανδυνών θ᾽ αράξετε τη χώρα.
Εκειδά δρόμος βρίσκεται, που πάει κάτω στον Άδη
κι ένας γιαλός, που βγαίνει εμπρός, ψηλός, η Αχερουσιάδα,
355 κι ο γυριστός Αχέροντας τον σκίζει από τα πέρα
κι από μεγάλη φάραγγα χύνεται στ᾽ ακρογιάλι.
Κι απέ σιμά απ᾽ τη χώρα αυτή πολλά των Παφλαγόνων
θα προσπεράσετε βουνά, αυτών πού ειχανε πρώτα
για βασιλιά τον Πέλοπα από την πόλη Ενέτη,
και που καυχιόνται απ᾽ τη γενιά κεινού πως καταγόνται.
|