Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (2.462-2.527)


τοὺς μὲν ἔπειτ᾽, ἐπέεσσιν ἀρεσσάμενος πυκινοῖσιν
πέμφ᾽ ὁ γέρων· οἶον δὲ Παραίβιον αὐτόθι μίμνειν
κέκλετ᾽ ἀριστήεσσι σὺν ἀνδράσιν· αἶψα δὲ τόνγε
465σφωιτέρων ὀίων ὅτις ἔξοχος, εἰς κομίσσαι
ἧκεν ἐποτρύνας. τοῦ δ᾽ ἐκ μεγάροιο κιόντος
μειλιχίως ἐρέτῃσιν ὁμηγερέεσσι μετηύδα·
«ὦ φίλοι, οὐκ ἄρα πάντες ὑπέρβιοι ἄνδρες ἔασιν,
οὐδ᾽ εὐεργεσίης ἀμνήμονες. ὡς καὶ ὅδ᾽ ἀνήρ
470τοῖος ἐὼν δεῦρ᾽ ἦλθεν, ἑὸν μόρον ὄφρα δαείη.
εὖτε γὰρ οὖν ὡς πλεῖστα κάμοι καὶ πλεῖστα μογήσαι,
δὴ τότε μιν περιπολλὸν ἐπασσυτέρη βιότοιο
χρησμοσύνη τρύχεσκεν· ἐπ᾽ ἤματι δ᾽ ἦμαρ ὀρώρει
κύντερον, οὐδέ τις ἦεν ἀνάπνευσις μογέοντι.
475ἀλλ᾽ ὅγε πατρὸς ἑοῖο κακὴν τίνεσκεν ἀμοιβὴν
ἀμπλακίης. ὃ γὰρ οἶος ἐν οὔρεσι δένδρεα τέμνων
δή ποθ᾽ ἁμαδρυάδος νύμφης ἀθέριξε λιτάων,
ἥ μιν ὀδυρομένη ἀδινῷ μειλίσσετο μύθῳ,
μὴ ταμέειν πρέμνον δρυὸς ἥλικος, ᾗ ἔπι πουλύν
480αἰῶνα τρίβεσκε διηνεκές· αὐτὰρ ὃ τήνγε
ἀφραδέως ἔτμηξεν ἀγηνορίῃ νεότητος.
τῷ δ᾽ ἄρα νηκερδῆ νύμφη πόρεν οἶτον ὀπίσσω
αὐτῷ καὶ τεκέεσσιν. ἔγωγε μέν, εὖτ᾽ ἀφίκανεν,
ἀμπλακίην ἔγνων· βωμὸν δ᾽ ἐκέλευσα καμόντα
485Θυνιάδος νύμφης, λωφήια ῥέξαι ἐπ᾽ αὐτῷ
ἱερά, πατρῴην αἰτεύμενον αἶσαν ἀλύξαι.
ἔνθ᾽ ἐπεὶ ἔκφυγε κῆρα θεήλατον, οὔποτ᾽ ἐμεῖο
ἐκλάθετ᾽, οὐδ᾽ ἀθέρισσε· μόλις δ᾽ ἀέκοντα θύραζε
πέμπω, ἐπεὶ μέμονέν γε παρέμμεναι ἀσχαλόωντι.»
490ὣς φάτ᾽ Ἀγηνορίδης· ὃ δ᾽ ἐπισχεδὸν αὐτίκα δοιώ
ἤλυθ᾽ ἄγων ποίμνηθεν ὄις. ἀνὰ δ᾽ ἵστατ᾽ Ἰήσων,
ἂν δὲ Βορήιοι υἷες ἐφημοσύνῃσι γέροντος.
ὦκα δὲ κεκλόμενοι μαντήιον Ἀπόλλωνα
ῥέζον ἐπ᾽ ἐσχαρόφιν νέον ἤματος ἀνομένοιο·
495κουρότεροι δ᾽ ἑτάρων μενοεικέα δαῖτ᾽ ἀλέγυνον.
ἔνθ᾽ εὖ δαισάμενοι, τοὶ μὲν παρὰ πείσματα νηός,
τοὶ δ᾽ αὐτοῦ κατὰ δώματ᾽ ἀολλέες εὐνάζοντο.
ἦρι δ᾽ ἐτήσιοι αὖραι ἐπέχραον, αἵ τ᾽ ἀνὰ πᾶσαν
γαῖαν ὁμῶς τοιῇδε Διὸς πνείουσιν ἀρωγῇ.
500Κυρήνη πέφαταί τις ἕλος πάρα Πηνειοῖο
μῆλα νέμειν προτέροισι παρ᾽ ἀνδράσιν· εὔαδε γάρ οἱ
παρθενίη καὶ λέκτρον ἀκήρατον. αὐτὰρ Ἀπόλλων
τήνγ᾽ ἀνερειψάμενος ποταμῷ ἔπι ποιμαίνουσαν
τηλόθεν Αἱμονίης, χθονίαις παρακάτθετο νύμφαις,
505αἳ Λιβύην ἐνέμοντο παραὶ Μυρτώσιον αἶπος.
ἔνθα δ᾽ Ἀρισταῖον Φοίβῳ τέκεν, ὃν καλέουσιν
Ἀγρέα καὶ Νόμιον πολυλήιοι Αἱμονιῆες.
τὴν μὲν γὰρ φιλότητι θεὸς ποιήσατο νύμφην
αὐτοῦ μακραίωνα καὶ ἀγρότιν· υἷα δ᾽ ἔνεικεν
510νηπίαχον Χείρωνος ὑπ᾽ ἄντροισιν κομέεσθαι.
τῷ καὶ ἀεξηθέντι θεαὶ γάμον ἐμνήστευσαν
Μοῦσαι, ἀκεστορίην τε θεοπροπίας τ᾽ ἐδίδαξαν·
καί μιν ἑῶν μήλων θέσαν ἤρανον, ὅσσ᾽ ἐνέμοντο
ἂμ πεδίον Φθίης Ἀθαμάντιον ἀμφί τ᾽ ἐρυμνήν
515Ὄθρυν καὶ ποταμοῦ ἱερὸν ῥόον Ἀπιδανοῖο.
ἦμος δ᾽ οὐρανόθεν Μινωίδας ἔφλεγε νήσους
Σείριος, οὐδ᾽ ἐπὶ δηρὸν ἔην ἄκος ἐνναέτῃσιν,
τῆμος τόνγ᾽ ἐκάλεσσαν ἐφημοσύναις Ἑκάτοιο
λοιμοῦ ἀλεξητῆρα. λίπεν δ᾽ ὅγε πατρὸς ἐφετμῇ
520Φθίην, ἐν δὲ Κέῳ κατενάσσατο, λαὸν ἀγείρας
Παρράσιον, τοίπερ τε Λυκάονός εἰσι γενέθλης,
καὶ βωμὸν ποίησε μέγαν Διὸς Ἰκμαίοιο,
ἱερά τ᾽ εὖ ἔρρεξεν ἐν οὔρεσιν ἀστέρι κείνῳ
Σειρίῳ αὐτῷ τε Κρονίδῃ Διί. τοῖο δ᾽ ἕκητι
525γαῖαν ἐπιψύχουσιν ἐτήσιοι ἐκ Διὸς αὖραι
ἤματα τεσσαράκοντα· Κέῳ δ᾽ ἔτι νῦν ἱερῆες
ἀντολέων προπάροιθε Κυνὸς ῥέζουσι θυηλάς.


Κι όλους τους άλλους με σοφά ευχαριστώντας λόγια
έδιωχνε ο γέρος· κι εκειδά μονάχα τον Παραίβιο
να μείνει με τους έξοχους τον διάταξε αργοναύτες·
465 κι ευτύς τον παρακίνησε από τα πρόβατά του
να πάει και το καλύτερο αμέσως να του φέρει.
Και σαν από το μέγαρο έφυγ᾽ εκείνος, τότε
μίλησε ο γέρος μαλακά στους μαζεμένους ναύτες.
«Φίλοι μου, φαίνεται άδικοι δεν είν᾽ όλοι οι ανθρώποι,
ούτε ξεχνούνε το καλό. Καθώς κι αυτός ο άντρας
470 τέτοιος πού ηταν και μου ᾽ρθε δω, την τύχη του να μάθει.
Γιατί όσο πιο πολύ λοιπόν δούλευε και μοχθούσε,
τόσο πιο περισσότερη κι αδιάκοπη ανάγκη
για τη ζωή τον παίδευε· κι η μέρα με τη μέρα
ξημέρωνε χειρότερη, κι ανασασμό δεν είχε.
475 Μα εκείνος πλήρωνε κακή ποινή για του γονιού του
το σφάλμα. Γιατί μόνος του στα όρη απάνω δέντρα
κόβοντας, δε λογάριασεν Αμαδρυάδας νύμφης
τα παρακάλια κάποτε, που κλαίγοντας, με λόγια
πολλά τον παρακάλαγε το κούτσουρο μην κόψει
μιας δρυς παλιάς, που αδιάκοπα χρόνια πολλά καθόταν
480 μέσα σ᾽ αυτήν· μόν᾽ άσκεφτα το ᾽κοψε εκείνος τότε
με την ορμή της νιότης του. Μα η νύμφη τότε τύχη
του ᾽δωσε να ᾽χει ανώφελη κι αυτός και τα παιδιά του.
Εγώ λοιπόν όταν αυτός ήρθε σε μέ, το σφάλμα
κατάλαβα· και διάταξα βωμό στη Θυνιάδα
485 νύμφη να κάνει, και σ᾽ αυτόν σφαχτά να θυσιάσει
μαλαχτικά, την πατρική τη μοίρα να ξεφύγει.
Και σαν απ᾽ το θεόσταλτο κακό γλίτωσε τότε,
ποτέ δε με λησμόνησε κι ούτε μ᾽ έχει αψηφήσει·
και μετά βιας του κι άθελα τον βγάζω από τη θύρα,
γιατί ποθεί μαζί μ᾽ εμέ να μένει, που υποφέρω.»
490 Έτσ᾽ είπε ο γιος του Αγήνορα· κι αυτός κοντά τους ήρθε
απ᾽ το κοπάδι φέρνοντας δυο πρόβατα. Κι ο Ιάσων
σηκώθηκε, και του Βοριά οι γιοι, σαν είπε ο γέρος
κι ευτύς, σαν στον Απόλλωνα τον μαντικό ευχηθήκαν,
στην παραστιά θυσιάζανε, σαν άρχιζε η νια μέρα·
495 κι οι νιότεροι απ᾽ τους σύντροφους τοιμάζανε τραπέζι.
Και σαν εφάγανε καλά, άλλοι σιμά στου πλοίου
εξαπλωθήκαν τα σκοινιά, κι άλλοι μέσα στο σπίτι.
Και το πρωί φυσήξανε μελτέμια, όπου σ᾽ όλη
τη γη μαζί τότε φυσάν, γιατί έτσι θέλει ο Δίας.
500 Κάποια Κυρήνη, λεν, κοντά στου Πηνειού ένα βάλτο
πρόβατα πως εβόσκαγε στα περασμένα χρόνια·
της άρεσεν η παρθενιά, τ᾽ ανέγγιχτο κρεβάτι.
Μα ο Απόλλωνας την άρπαξε σαν βόσκαε στο ποτάμι
και την παράδωσε μακριά από την Θεσσαλία
στις γήινες νύμφες, που σιμά προς το βουνό Μυρτώσιο,
505 κει στη Λιβύη κατοικούν. Και γέννησε του Φοίβου
τον Αρισταίο, που τον λεν και Νόμιο, κι Αγρέα,
οι Θεσσαλοί οι πολύσταχοι. Κι ο θεός απ᾽ την αγάπη
την έκανε παντοτινά νά ειναι νύμφη δική του
κι αγροτική· και το παιδί μικρό τότε το φέρνει
510 μες στη σπηλιά του Χείρωνα για να του τ᾽ ανατρέφει.
Κι όταν μεγάλωσε, οι θεές τού προξενέψαν γάμο,
οι Μούσες, και τον δίδαξαν μαντείες και γιατρείες·
και τον εβάλαν φύλακα στα πρόβατά των, όσα
βόσκαν στην Αθαμάντια της Φθίας πεδιάδα,
και γύρω στην απόγκρεμνη την Όθρυ, και το ρέμα
515 του ποταμού τ᾽ Απιδανού το αγιασμένο. Κι όταν
έκαιγε από τον ουρανό τις νήσους τις Κυκλάδες
ο Σείριος, και οι κάτοικοι καιρό γιατρειά δεν βλέπαν,
τότε τον εκαλέσανε με συμβουλή του Εκάτου,
ναν τους γλιτώσει απ᾽ το κακό· κι αυτός τη Φθία αφήνει
με του γονιού τη διαταγή, και πάει στην Κω τη νήσο
520 λαό μαζεύοντας πολύ, Παρράσιους, που λένε
πως από του Λυκάονα κατάγονται το γένος,
και μέγαν έκανε βωμό του Δροσηνού του Δία
και στα βουνά θυσίαζε θυσία στ᾽ άστρο εκείνο
το Σείριο, και στον ίδιονε τον Δία τον Κρονίδη.
525 Γι᾽ αυτό τη γη δροσίζουνε του Δία τ᾽ αγεράκια
σαράντα μέρες· και στην Κων οι ιερείς και τώρα
θυσίες θυσιάζουνε, πριν το Σκυλί ανατείλει.