Οι Αργοναύται ενθαρρύνουσιν αλλήλους.
Κι αυτοί τώρα ανασάνανε από τον άγριο φόβο
γύρω κοιτώντας ουρανό και θάλασσας τα πλάτια
μακριά απλωμένα· κι έλεγαν πως τάχα από τον Άδη
610 γλιτώσανε· κι αρχίνησε το λόγο ο Τίφυς πρώτος.
«Θαρρώ πως με το πλοίο αυτό γλιτώσαμε ορισμένα·
και σαν την Αθηνά κανείς δεν είν᾽ για τούτο αίτιος,
που μέσα του θεϊκιάν ορμήν φύσηξε, σαν ο Άργος
με σφήνες το συνάρμοζε· δεν τού ηταν να χανόταν.
615 Και τώρα συ τη διαταγή του βασιλιά, Αισονίδη,
σαν να γλιτώσουμε ο θεός μάς έδωσε απ᾽ τους βράχους,
μην τη φοβάσαι τώρα πια· γιατί τους πίσω αγώνες
εύκολα θαν τους κάνουμε, ως είπε ο Αγηνορίδης.»
Έτσ᾽ είπε και παραμπροστά στη Βιθυνίδα χώρα
620 το πλοίο από της θάλασσας την μέσην οδηγούσε.
Κι ο Ιάσονας με μαλακά ευτύς λόγια απαντάει.
«Τίφυ, τί μου τα λες αυτά, παρηγοριά στη λύπη;
Έσφαλα, αμάρτησα κακή κι αγιάτρευτη αμαρτία·
γιατί έπρεπε την ώρα αυτή, που διάταξε ο Πελίας,
625 αμέσως ναν τ᾽ αρνιόμουνα ετούτο το ταξίδι,
κι αν έμελλαν αλύπητα κομμάτια να με κόψουν.
Και τώρα φόβο περισσό κι έννοιες μεγάλες έχω·
και τους φριχτούς της θάλασσας δρόμους πολύ φοβάμαι
με το καράβι να περνώ, και στη στεριά σαν βγούμε
630 πάλι φοβάμαι· γιατί εχθροί γύρω μας άντρες είναι.
Κι όλο με στεναγμούς περνώ τη μέρα και τη νύχτα
ξαρχής, σαν μαζευτήκατε για τη δική μου χάρη,
σαν σκέφτομαι το καθετί· μα εσύ με δίχως έννοια
μιλάς σαν και να νοιάζεσαι για τη ζωή σου μόνο·
εγώ όμως για τα μένανε δε νοιάζομαι καθόλου,
635 μόνον για κείνον και γι᾽ αυτόν και σένα και τους άλλους
συντρόφους πάντα νοιάζομαι κι έχω το φόβο πάντα,
μη δεν σας φέρω άβλαφτους στη χώρα της Ελλάδας.»
Έτσ᾽ είπε δοκιμάζοντας τους ήρωες, κι εκείνοι
φωνάξαν με θαρρετικά λόγια, κι εκείνου ευφράνθη
640 μέσα η καρδιά, που φώναζαν, και πάλι ειπε με θάρρος.
«Με την αντρειά σας, φίλοι μου, το θάρρος μου αυξαίνω·
γι᾽ αυτό τώρα αν ταξίδευα και μες στα βάθη του Άδη
δεν θα ᾽νιωθα εγώ φόβο πια, αφού ειστε τόσο στέριοι
μες στους σκληρούς τους φόβους μας. Και τώρα που τους Βράχους
645 τους Κινητούς περάσαμε, θαρρώ πως παραπίσω
παρόμοιο δε θενά ᾽χουμε φόβον αν είν᾽ αλήθεια
πως του Φινέα συμβουλές ακολουθώντας πάμε.»
|