Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (2.720-2.814)


720ἦμος δὲ τρίτατον φάος ἤλυθε, δὴ τότ᾽ ἔπειτα
ἀκραεῖ ζεφύρῳ νῆσον λίπον αἰπήεσσαν.
ἔνθεν δ᾽ ἀντιπέρην ποταμοῦ στόμα Σαγγαρίοιο
καὶ Μαριανδυνῶν ἀνδρῶν ἐριθηλέα γαῖαν
ἠδὲ Λύκοιο ῥέεθρα καὶ Ἀνθεμοεισίδα λίμνην
725δερκόμενοι παράμειβον· ὑπὸ πνοιῇ δὲ κάλωες
ὅπλα τε νήια πάντα τινάσσετο νισσομένοισιν.
ἠῶθεν δ᾽ ἀνέμοιο διὰ κνέφας εὐνηθέντος
ἀσπασίως ἄκρης Ἀχερουσίδος ὅρμον ἵκοντο.
ἣ μέν τε κρημνοῖσιν ἀνίσχεται ἠλιβάτοισιν,
730εἰς ἅλα δερκομένη Βιθυνίδα· τῇ δ᾽ ὑπὸ πέτραι
λισσάδες ἐρρίζωνται ἁλίβροχοι· ἀμφὶ δὲ τῇσιν
κῦμα κυλινδόμενον μεγάλα βρέμει· αὐτὰρ ὕπερθεν
ἀμφιλαφεῖς πλατάνιστοι ἐπ᾽ ἀκροτάτῃ πεφύασιν.
ἐκ δ᾽ αὐτῆς εἴσω κατακέκλιται ἤπειρόνδε
735κοίλη ὕπαιθα νάπη, ἵνα τε σπέος ἔστ᾽ Ἀίδαο
ὕλῃ καὶ πέτρῃσιν ἐπηρεφές, ἔνθεν ἀυτμή
πηγυλίς, ὀκρυόεντος ἀναπνείουσα μυχοῖο
συνεχὲς, ἀργινόεσσαν ἀεὶ περιτέτροφε πάχνην,
ἥ τε μεσημβριόωντος ἰαίνεται ἠελίοιο.
740σιγὴ δ᾽ οὔποτε τήνδε κατὰ βλοσυρὴν ἔχει ἄκρην,
ἀλλ᾽ ἄμυδις πόντοιό θ᾽ ὑπὸ στένει ἠχήεντος,
φύλλων τε πνοιῇσι τινασσομένων μυχίῃσιν.
ἔνθα δὲ καὶ προχοαὶ ποταμοῦ Ἀχέροντος ἔασιν,
ὅς τε διὲξ ἄκρης ἀνερεύγεται εἰς ἅλα βάλλων
745Ἰονίην· κοίλη δὲ φάραγξ κατάγει μιν ἄνωθεν.
τὸν μὲν ἐν ὀψιγόνοισι Σοωναύτην ὀνόμηναν
Νισαῖοι Μεγαρῆες, ὅτε νάσσεσθαι ἔμελλον
γῆν Μαριανδυνῶν. δὴ γάρ σφεας ἐξεσάωσεν
αὐτῇσιν νήεσσι, κακῇ χρίμψαντας ἀέλλῃ.
750τῇ ῥ᾽ οἵγ᾽ αὐτίκα νηὶ διὲξ Ἀχερουσίδος ἄκρης
εἰσωποὶ ἀνέμοιο νέον λήγοντος ἔκελσαν.
οὐδ᾽ ἄρα δηθὰ Λύκον, κείνης πρόμον ἠπείροιο,
καὶ Μαριανδυνοὺς λάθον ἀνέρας ὁρμηθέντες
αὐθένται Ἀμύκοιο κατὰ κλέος, ὃ πρὶν ἄκουον·
755ἀλλὰ καὶ ἀρθμὸν ἔθεντο μετὰ σφίσι τοῖο ἕκητι.
αὐτὸν δ᾽ ὥστε θεὸν Πολυδεύκεα δεξιόωντο
πάντοθεν ἀγρόμενοι· ἐπεὶ ἦ μάλα τοίγ᾽ ἐπὶ δηρόν
ἀντιβίην Βέβρυξιν ὑπερφιάλοις πολέμιζον.
καὶ δὴ πασσυδίῃ μεγάρων ἔντοσθε Λύκοιο
760κεῖν᾽ ἦμαρ φιλότητι, μετὰ πτολίεθρον ἰόντες,
δαίτην ἀμφίεπον, τέρποντό τε θυμὸν ἔπεσσιν.
Αἰσονίδης μέν οἱ γενεὴν καὶ οὔνομ᾽ ἑκάστου
σφωιτέρων μυθεῖθ᾽ ἑτάρων, Πελίαό τ᾽ ἐφετμάς,
ἠδ᾽ ὡς Λημνιάδεσσιν ἐπεξεινοῦντο γυναιξίν,
765ὅσσα τε Κύζικον ἀμφὶ Δολιονίην ἐτέλεσσαν,
Μυσίδα δ᾽ ὡς ἀφίκοντο Κίον θ᾽, ὅθι κάλλιπον ἥρω
Ἡρακλέην ἀέκοντι νόῳ, Γλαύκοιό τε βάξιν
πέφραδε, καὶ Βέβρυκας ὅπως Ἄμυκόν τ᾽ ἐδάιξαν,
καὶ Φινῆος ἔειπε θεοπροπίας τε δύην τε,
770ἠδ᾽ ὡς Κυανέας πέτρας φύγον, ὥς τ᾽ ἀβόλησαν
Λητοΐδῃ κατὰ νῆσον. ὃ δ᾽ ἑξείης ἐνέποντος
θέλγετ᾽ ἀκουῇ θυμόν· ἄχος δ᾽ ἕλεν Ἡρακλῆι
λειπομένῳ, καὶ τοῖον ἔπος πάντεσσι μετηύδα·
«ὦ φίλοι, οἵου φωτὸς ἀποπλαγχθέντες ἀρωγῆς
775πείρετ᾽ ἐς Αἰήτην τόσσον πλόον. εὖ γὰρ ἐγώ μιν
Δασκύλου ἐν μεγάροισι καταυτόθι πατρὸς ἐμοῖο
οἶδ᾽ ἐσιδών, ὅτε δεῦρο δι᾽ Ἀσίδος ἠπείροιο
πεζὸς ἔβη ζωστῆρα φιλοπτολέμοιο κομίζων
Ἱππολύτης· ἐμὲ δ᾽ εὗρε νέον χνοάοντα ἰούλους.
780ἔνθα δ᾽ ἐπὶ Πριόλαο κασιγνήτοιο θανόντος
ἡμετέρου Μυσοῖσιν ὑπ᾽ ἀνδράσιν, ὅντινα λαός
οἰκτίστοις ἐλέγοισιν ὀδύρεται ἐξέτι κείνου,
ἀθλεύων Τιτίην ἀπεκαίνυτο πυγμαχέοντα
καρτερόν, ὃς πάντεσσι μετέπρεπεν ἠιθέοισιν
785εἶδός τ᾽ ἠδὲ βίην· χαμάδις δέ οἱ ἤλασ᾽ ὀδόντας.
αὐτὰρ ὁμοῦ Μυσοῖσιν ἐμῷ ὑπὸ πατρὶ δάμασσεν
καὶ Φρύγας, οἳ ναίουσιν ὁμώλακας ἧμιν ἀρούρας,
φῦλά τε Βιθυνῶν αὐτῇ κτεατίσσατο γαίῃ,
ἔστ᾽ ἐπὶ Ῥηβαίου προχοὰς σκόπελόν τε Κολώνης·
790Παφλαγόνες τ᾽ ἐπὶ τοῖς Πελοπήιοι εἴκαθον αὔτως,
ὅσσους Βιλλαίοιο μέλαν περιάγνυται ὕδωρ.
ἀλλά με νῦν Βέβρυκες ὑπερβασίη τ᾽ Ἀμύκοιο
τηλόθι ναιετάοντος, ἐνόσφισαν, Ἡρακλῆος,
δὴν ἀποτεμνόμενοι γαίης ἅλις, ὄφρ᾽ ἐβάλοντο
795οὖρα βαθυρρείοντος ὑφ᾽ εἱαμεναῖς Ὑπίοιο.
ἔμπης δ᾽ ἐξ ὑμέων ἔδοσαν τίσιν· οὐδέ ἕ φημι
ἤματι τῷδ᾽ ἀέκητι θεῶν ἐπελάσσαι ἄρηα,
Τυνδαρίδην Βέβρυξιν, ὅτ᾽ ἀνέρα κεῖνον ἔπεφνεν.
τὼ νῦν ἥντιν᾽ ἐγὼ τῖσαι χάριν ἄρκιός εἰμι,
800τίσω προφρονέως. ἣ γὰρ θέμις ἠπεδανοῖσιν
ἀνδράσιν, εὖτ᾽ ἄρξωσιν ἀρείονες ἄλλοι ὀφέλλειν.
ξυνῇ μὲν πάντεσσιν ὁμόστολον ὔμμιν ἕπεσθαι
Δάσκυλον ὀτρυνέω, ἐμὸν υἱέα. τοῖο δ᾽ ἰόντος,
ἦ τ᾽ ἂν ἐυξείνοισι διὲξ ἁλὸς ἀντιάοιτε
805ἀνδράσιν, ὄφρ᾽ αὐτοῖο ποτὶ στόμα Θερμώδοντος.
νόσφι δὲ Τυνδαρίδαις Ἀχερουσίδος ὑψόθεν ἄκρης
εἵσομαι ἱερὸν αἰπύ· τὸ μὲν μάλα τηλόθι πάντες
ναυτίλοι ἂμ πέλαγος θηεύμενοι ἱλάξονται.
καί κέ σφιν μετέπειτα πρὸ ἄστεος, οἷα θεοῖσιν,
810πίονας εὐαρότοιο γύας πεδίοιο ταμοίμην.»
ὣς τότε μὲν δαῖτ᾽ ἀμφὶ πανήμεροι ἑψιόωντο.
ἦρί γε μὴν ἐπὶ νῆα κατήισαν ἐγκονέοντες·
καὶ δ᾽ αὐτὸς σὺν τοῖσι Λύκος κίε, μυρί᾽ ὀπάσσας
δῶρα φέρειν· ἅμα δ᾽ υἷα δόμων ἐκ πέμπε νέεσθαι.


Άφιξις εις Μαριανδυνούς.

720 Κι όταν η τρίτη φάνηκεν ημέρα πια, κατόπι
αφήσαν το τραχύ νησί με δυνατό Πονέντε.
Εδώθε αντίκρυ βλέποντας του ποταμού Σαγγάριου
το στόμα, κι ύστερα απ᾽ αυτό την πολυδασωμένη
των Μαριανδυνών αντρών τη χώρα, και του Λύκου
του ποταμού τα ρέματα και την Ανθεμοεισίδα
725 τη λίμνη, προσπερνούσανε· κι απ᾽ την πνοή του ανέμου
σκοινιά κι άρμενα τρίζανε καθώς επροχωρούσαν·
και όταν τη νύχτα ο άνεμος έπεσε, την ημέρα
στον όρμο φτάσαν με χαρά της Αχερούσιας άκρης.
Αυτή σε γλιστερούς γκρεμνούς υψώνεται στον πόντο
730 τη Βιθυνία βλέποντας· κάτω απ᾽ αυτήνε βράχοι
ψηλοί και θαλασσόβρεχτοι ριζώνουν· και τριγύρω
πλατάνια όλο δασόφυλλα στο κάτακρο φυτρώνουν.
Κι εκείθε, μέσα στη στεριά είναι απλωμένη κάτω
735 βαθουλωμένη λαγκαδιά πού ειναι το σπήλιο του Άδη
με βράχους και δεντρά δασιά σκιασμένον, όθε αγέρας
ψυχρός αδιάκοπα φυσά απ᾽ τ᾽ άγρια του τα βάθη,
και πάντα γύρω κάτασπρη το τριγυρίζει πάχνη,
που λιώνει σαν ο ήλιος πια φτάσει το μεσημέρι.
740 Κι ήσυχος ο γιαλός αυτός ο άγριος δεν είναι
ποτέ, μα από το βουερό τον πόντο αναστενάζει
κι από τις τρίσβαθες πνοές των φύλλων, που κινιούνται.
Εκεί ειναι και του ποταμού τού Αχέροντα το στόμα,
κι απ᾽ την κορφή στη θάλασσα χύνεται την Ιόνια·
745 κι ένα φαράγγι γουβωτό απ᾽ τα ψηλά τον φέρνει.
Κι αυτόνε τον ονόμασαν κατόπι Ναυτοσώστη
Νισαίοι από τα Μέγαρα, σαν μέλλανε να πάνε
στη χώρα των Μαριανδυνών, γιατί γλιτώσαν τότε
μ᾽ όλα τα πλοία, που κακή θύελλα τά ειχε μπλέξει.
750 Κειδά με το καράβι αυτοί στην Αχερούσιαν Άκρη
στρίψαν κι απέναντι άραξαν ως έπεφτε ο αγέρας.
Κι ούτε της χώρας αυτηνής το βασιλιά το Λύκο
καιρό και τους Μαριανδυνούς ξεφύγαν, πως εφτάσαν,
όπως λεγόταν κι άκουγαν, του Αμύκου οι φονιάδες·
755 μα και φιλία πιάσανε για τούτο ανάμεσά των·
και σαν θεό υποδέχονταν αυτοί τον Πολυδεύκη
παντούθε μαζευόμενοι· γιατί καιρό στ᾽ αλήθεια
εχθροί με τους περήφανους Βέβρυκες πολεμούσαν.
Μέσα λοιπόν ανάστατοι στο μέγαρο του Λύκου
760 μ᾽ αγάπη την ημέρα αυτή, στην πόλη σαν επήγαν,
τραπέζι τούς ετοίμαζαν και με χαρά εμιλούσαν.
Κι ο Αισονίδης τ᾽ όνομα του καθενός συντρόφου
έλεγε και τις διαταγές πού ειχαν απ᾽ τον Πελία,
και πώς φιλοξενήθηκαν στη Λήμνο απ᾽ τις γυναίκες,
765 κι όσά εκαναν στον Κύζικο και στη Δολιονία,
και πώς εφτάσαν ύστερα στην Κίο της Μυσίας,
όπου άθελά τους άφησαν τον ήρωα Ηρακλέα
κι είπε τους λόγους έπειτα του δαίμονα του Γλαύκου,
και πώς Βέβρυκες κι Άμυκο το βασιλιά σκοτώσαν,
και του Φινέα ιστόρησε μαντέματα και πάθη,
770 και πώς τους βράχους ξέφυγαν τους Μαύρους, και πώς είδαν
το Λητοΐδη στο νησί. Κι ως στη σειρά λεγόνταν
ευχαριστιότανε ν᾽ ακούει ο Λύκος· μα λυπήθη
π᾽ αφήσανε τον Ηρακλή, κι έτσι μίλησε σ᾽ όλους.
«Ε! φίλοι μου, σαν ποιού αντρός χάσατε τη βοήθεια,
775 και στον Αιήτη μακριά πάτε τόσο ταξίδι.
Γιατί τον ξέρω εγώ καλά, που μέσα εδώ τον είδα
μες στου δικού μου του γονιού του Δάσκυλου το σπίτι,
όταν εδώ διάβη πεζός μέσα από την Ασία
τη ζώνη της πολεμικής φέρνοντας Ιππολύτης.
780 Για τον Πριόλα τότ᾽ εδώ τον αδερφό μου, π᾽ άντρες
Μυσοί τον εσκοτώσανε, και που ο λαός ακόμα
απ᾽ τον καιρό τον κλαίει αυτό με θλιβερά τραγούδια,
σ᾽ αγώνες μέρος έλαβε που γίναν, πυγμαχίας,
και σκότωσε το δυνατό Τιτία, που μες σ᾽ όλους
τους νιους διακρινότανε σε δύναμη και σώμα·
785 που του ᾽σπασε και σκόρπισε χάμω στη γη τα δόντια.
Τότε λοιπόν με τους Μυσούς αντάμα στο γονιό μου
τους Φρύγες, που γειτονικά με μας έχουν χωράφια,
υπόταξε και τις φυλές των Βιθυνώνε μ᾽ όλη
τη χώρα των του απόχτησε, ίσα με της Κολώνης
το βράχο και τις εκβολές του ποταμού Ρηβαίου.
790 Κι υπόταξε του Πέλοπα στερνά τους Παφλαγόνες,
όσους το μελανό νερό γυρνάει του Βιλλαίου.
Μα τώρα εμέ των Βέβρυκων και τ᾽ Άμυκου η κακία,
γιατί μακριά βρισκότανε ο Ηρακλής, μου πήραν
κόβοντας απ᾽ τη χώρα μου μέρος πολύ, ωσόπου
795 τα σύνορά τους έβαλαν στους βάλτους του Υπίου.
Μα όμως εβρήκαν από σας την πληρωμή. Νομίζω
πως δεν ήρθε τη μέρα αυτή χωρίς οι θεοί να θέλουν
ο Τυνδαρίδης, οπ᾽ αυτόν εσκότωσε τον άντρα.
Για τούτο αν έχω δύναμη να ξεπληρώσω χάρη,
800 θα την πληρώσω πρόθυμα· γιατί έτσι πρέπει οι άντρες
να κάνουν οι αδύνατοι σαν τους φελούν οι άλλοι.
Συνταξιδιώτης μ᾽ όλους σας μαζί να ᾽ρθει κι ο γιος μου
θα συμβουλέψω, ο Δάσκυλος· κι αν είν᾽ αυτός μαζί σας
στη θάλασσα φιλόξενους θα συναντήσετε άντρες,
805 ίσαμε του Θερμώδοντα του ποταμού το στόμα.
Και θενα χτίσω εγώ ψηλά στην Αχερούσιαν Άκρη,
στους Τυνδαρίδες χωριστά ναό ψηλόν· όπου όλοι
οι ναυτικοί απ᾽ το πέλαγος μακριά κοιτάζοντάς τον
θα προσκυνάνε· κι έπειτα στην πόλη εμπρός χωράφια
810 παχιά σ᾽ αυτούς, σαν σε θεούς, στον κάμπο θα χωρίσω.»
Έτσι λοιπόν ολημερίς εκείνοι διασκεδάζαν·
και το πρωί κατέβηκαν στο πλοίο τους με βιάση·
και πήγαινε μαζί μ᾽ αυτούς κι ο Λύκος, και να πάρουν
δώρα τούς έδωσε άμετρα· κι έστελνε και το γιο του.