Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (2.936-2.1001)


καὶ δὴ Παρθενίοιο ῥοὰς ἁλιμυρήεντος,
πρηϋτάτου ποταμοῦ, παρεμέτρεον, ᾧ ἔνι κούρη
Λητωίς, ἄγρηθεν ὅτ᾽ οὐρανὸν εἰσαναβαίνῃ,
ὃν δέμας ἱμερτοῖσιν ἀναψύχει ὑδάτεσσιν.
940νυκτὶ δ᾽ ἔπειτ᾽ ἄλληκτον ἐπιπροτέρωσε θέοντες
Σήσαμον αἰπεινούς τε παρεξενέοντ᾽ Ἐρυθίνους,
Κρωβίαλον, Κρῶμνάν τε καὶ ὑλήεντα Κύτωρον.
ἔνθεν δ᾽ αὖτε Κάραμβιν ἅμ᾽ ἠελίοιο βολῇσιν
γνάμψαντες, παρὰ πουλὺν ἔπειτ᾽ ἤλαυνον ἐρετμοῖς
945Αἰγιαλὸν πρόπαν ἦμαρ ὁμῶς καὶ ἐπ᾽ ἤματι νύκτα.
αὐτίκα δ᾽ Ἀσσυρίης ἐπέβαν χθονός, ἔνθα Σινώπην,
θυγατέρ᾽ Ἀσωποῖο, καθίσσατο, καί οἱ ὄπασσεν
παρθενίην Ζεὺς αὐτός, ὑποσχεσίῃσι δολωθείς.
δὴ γὰρ ὃ μὲν φιλότητος ἐέλδετο· νεῦσε δ᾽ ὅγ᾽ αὐτῇ
950δωσέμεναι, ὅ κεν ᾗσι μετὰ φρεσὶν ἰθύσειεν.
ἣ δέ ἑ παρθενίην ᾐτήσατο κερδοσύνῃσιν.
ὣς δὲ καὶ Ἀπόλλωνα παρήπαφεν εὐνηθῆναι
ἱέμενον, ποταμόν τ᾽ ἐπὶ τοῖς Ἅλυν· οὐδὲ μὲν ἀνδρῶν
τήνγε τις ἱμερτῇσιν ἐν ἀγκοίνῃσι δάμασσεν.
955ἔνθα δὲ Τρικκαίοιο ἀγαυοῦ Δηιμάχοιο
υἷες, Δηιλέων τε καὶ Αὐτόλυκος Φλογίος τε
τῆμος ἔθ᾽, Ἡρακλῆος ἀποπλαγχθέντες, ἔναιον·
οἵ ῥα τόθ᾽, ὡς ἐνόησαν ἀριστήων στόλον ἀνδρῶν,
σφᾶς αὐτοὺς νημερτὲς ἐπέφραδον ἀντιάσαντες·
960οὐδ᾽ ἔτι μιμνάζειν θέλον ἔμπεδον, ἀλλ᾽ ἐνὶ νηί,
ἀργεστᾶο παρᾶσσον ἐπιπνείοντος, ἔβησαν.
τοῖσι δ᾽ ὁμοῦ μετέπειτα θοῇ πεφορημένοι αὔρῃ
λεῖπον Ἅλυν ποταμόν, λεῖπον δ᾽ ἀγχίρροον Ἶριν
ἠδὲ καὶ Ἀσσυρίης πρόχυσιν χθονός· ἤματι δ᾽ αὐτῷ
965γνάμψαν Ἀμαζονίδων ἕκαθεν λιμενήοχον ἄκρην.
ἔνθα ποτὲ προμολοῦσαν Ἀρητιάδα Μελανίππην
ἥρως Ἡρακλέης ἐλοχήσατο, καί οἱ ἄποινα
Ἱππολύτη ζωστῆρα παναίολον ἐγγυάλιξεν
ἀμφὶ κασιγνήτης· ὃ δ᾽ ἀπήμονα πέμψεν ὀπίσσω.
970τῆς οἵγ᾽ ἐν κόλπῳ, προχοῇς ἔπι Θερμώδοντος,
κέλσαν, ἐπεὶ καὶ πόντος ὀρίνετο νισσομένοισιν.
τῷ δ᾽ οὔ τις ποταμῶν ἐναλίγκιος, οὐδὲ ῥέεθρα
τόσσ᾽ ἐπὶ γαῖαν ἵησι παρὲξ ἕθεν ἄνδιχα βάλλων.
τετράδος εἰς ἑκατὸν δεύοιτό κεν, εἴ τις ἕκαστα
975πεμπάζοι· μία δ᾽ οἴη ἐτήτυμος ἔπλετο πηγή.
ἣ μέν τ᾽ ἐξ ὀρέων κατανίσσεται ἤπειρόνδὲ
ὑψηλῶν, ἅ τέ φασιν Ἀμαζόνια κλείεσθαι.
ἔνθεν δ᾽ αἰπυτέρην ἐπικίδναται ἔνδοθι γαῖαν
ἀντικρύ· τὼ καί οἱ ἐπίστροφοί εἰσι κέλευθοι·
980αἰεὶ δ᾽ ἄλλυδις ἄλλη, ὅπῃ κύρσειε μάλιστα
ἠπείρου χθαμαλῆς, εἱλίσσεται· ἣ μὲν ἄπωθεν,
ἣ δὲ πέλας· πολέες δὲ πόροι νώνυμνοι ἔασιν,
ὅππῃ ὑπεξαφύονται· ὃ δ᾽ ἀμφαδὸν ἄμμιγα παύροις
Πόντον ἐς Ἄξεινον κυρτὴν ὑπερεύγεται ἄκρην.
985καί νύ κε δηθύνοντες Ἀμαζονίδεσσιν ἔμιξαν
ὑσμίνην, καὶ δ᾽ οὔ κεν ἀναιμωτί γ᾽ ἐρίδηναν, —
οὐ γὰρ Ἀμαζονίδες μάλ᾽ ἐπήτιδες, οὐδὲ θέμιστας
τίουσαι πεδίον Δοιάντιον ἀμφενέμοντο·
ἀλλ᾽ ὕβρις στονόεσσα καὶ Ἄρεος ἔργα μεμήλει·
990δὴ γὰρ καὶ γενεὴν ἔσαν Ἄρεος Ἁρμονίης τε
νύμφης, ἥ τ᾽ Ἄρηι φιλοπτολέμους τέκε κούρας,
ἄλσεος Ἀκμονίοιο κατὰ πτύχας εὐνηθεῖσα—
εἰ μὴ ἄρ᾽ ἐκ Διόθεν πνοιαὶ πάλιν ἀργεστᾶο
ἤλυθον. ἣ δ᾽ ἀνέμῳ περιηγέα κάλλιπεν ἀκτήν,
995ἔνθα Θεμισκύρειαι Ἀμαζόνες ὡπλίζοντο.
οὐ γὰρ ὁμηγερέες μίαν ἂμ πόλιν, ἀλλ᾽ ἀνὰ γαῖαν
κεκριμέναι κατὰ φῦλα διάτριχα ναιετάασκον·
νόσφι μὲν αἵδ᾽ αὐταί, τῇσιν τότε κοιρανέεσκεν
Ἱππολύτη, νόσφιν δὲ Λυκάστιαι ἀμφενέμοντο,
1000νόσφι δ᾽ ἀκοντοβόλοι Χαδήσιαι. ἤματι δ᾽ ἄλλῳ
νυκτί τ᾽ ἐπιπλομένῃ Χαλύβων παρὰ γαῖαν ἵκοντο.


Παράπλους Παρθενίου, Καράμβιος και Σινώπης.

Και νά του θαλασσόχυτου Παρθένιου το ρέμα
επέρναγαν του ήσυχου του ποταμού, που η κόρη
η Λητοΐδα στον ουρανό σαν πάει απ᾽ το κυνήγι
δροσίζει μέσα στα όμορφα νερά του το κορμί της.
940 Την νύχτα έπειτα αδιάκοπα μπροστύτερα τραβώντας
τη Σήσαμο και τους γκρεμνούς περνούσαν Ερυθίνους,
το δασωμένο Κύτωρο, Κρωβίαλο και Κρώμνα.
Κείθε πάλι την Κάραμβη στο χτύπημα του ήλιου
στρέψαν και το Μεγάλονε Γιαλό κουπί τραβώντας
945 όλη τη μέρα επέρναγαν κι έπειτα και την νύχτα.
Κι έπειτα στην Ασσύρια τη χώρα φτάσαν, όπου
κάθισε η κόρη του Ασωπού η Σινώπη, κι όπου ο Δίας
της χάρισε την παρθενιά με λόγια γελασμένος.
Γιατί τον έρωτα εκεινής πόθησε ο Δίας· κι έτσι
950 δώρο τής υποσχέθηκε ό,τι είχε στο μυαλό της,
κι αυτή με πονηριά ζητάει την παρθενιά απ᾽ αυτόνε.
Έτσι και τον Απόλλωνα γέλασε, που ποθούσε
μαζί να κοιμηθεί, κι απέ τον ποταμό τον Άλυ·
όμως ούτ᾽ άντρας στη γλυκιά την έσφιξε αγκαλιά του.
955 Εδώ και του Τρικαλινού του έξοχου του Δηιμάχου
οι γιοι Δηλέων, Φλόγιος κι Αυτόλυκος εμέναν,
από τα τότε που μακριά απ᾽ τον Ηρακλή χαθήκαν.
Κι όταν των ξακουστών αντρών εμάθαν το ταξίδι
τους ανταμώσαν κι έλεγαν αληθινά σαν ποιοί ηταν.
960 Και πια να μείνουν εκειδά δε θέλαν, μα στο πλοίο,
Πονέντες σαν εφύσηξε, γοργά μπήκανε μέσα.
Μ᾽ αυτούς μαζί από το γοργό σπρωγμένοι έπειτα αγέρι
τον Άλυ αφήσαν ποταμόν, αφήσαν και τον Ίρι,
που εκεί σιμά τρέχει μ᾽ αυτόν, και της Ασσύριας χώρας
την ποταμόχωστη στεριά περάσανε· και στρέψαν
965 από τον ωριολίμανο γιαλό των Αμαζόνων.
Εδώ σαν πέρνα κάποτε η Μελανίππη του Άρκτου,
ο Ηρακλής την έπιασε και η Ιππολύτη λύτρα
της αδερφής της του ᾽δωσε την όμορφή της ζώνη·
κι αυτός έστειλε απείραχτη την αδερφή της πίσω.
970 Σ᾽ αυτό τον κόλπο αράξανε, στου ποταμού το στόμα
Θερμόδωντα, τι φούσκωνε κι ο πόντος ως πηγαίναν.
Και σαν αυτόν τον ποταμόν άλλος δεν είν᾽ παρόμοιος,
ούτ᾽ έχει τόσες ρεματιές, όσες αυτός μονάχος·
τέσσερις μόνο θα ᾽λειπαν τις εκατό να φτάσουν
975 αν τις εμέτραγε κανείς· και μια πηγή έχουν όλες·
κι αυτή η πηγή από βουνά ψηλά, που τα καλούνε,
καθώς λεν, Αμαζόνια, στη χώρα κατεβαίνει.
Κι εκείθε μέσα σε τραχιά χώρα σκορπιέται γύρω·
γι᾽ αυτό και πίσω γυριστά είναι τα ρέματά της.
980 Και πότ᾽ εδώ και πότ᾽ εκεί, όπού ηθελε πετύχει
στεριά λίγο πιο χαμηλή στριφογυρνά· κι αλλούθε
κοντά, κι αλλούθε μακριά· κι είν᾽ άγνωστο το μέρος
που βγαίνουνε πολλές πηγές· κι αυτός αναμιγμένος
με λίγες άλλες φανερά πηγές μέσα στου Πόντου
τ᾽ Άξενου το καμπυλωτό χύνεται περιγιάλι.
985 Και πόλεμο θενά ᾽στηναν κει με τις Αμαζόνες
αν λίγο αργούσαν, κι άβλαφτοι δεν θενα πολεμούσαν,
γιατί δεν είναι δίκαιες οι Αμαζόνες, κι ούτε
νόμους τιμάν, στη Δοιάντια πεδιάδαν όσες μέναν·
μόν᾽ αδικίες θλιβερές και πόλεμο νοιαζόνταν.
990 Γιατί γενιά ητανε αυτές της νύμφης Αρμονίας
και τ᾽ Άρη που πολεμικές του ᾽καμε θυγατέρες,
σαν εκοιμήθηκε μ᾽ αυτόν μέσα στ᾽ Ακμόνιο τ᾽ άλσος—
αν δεν τους έρχονταν πνοές Ζεφύρου από το Δία.
Κι άφησε μ᾽ άνεμο η Αργώ το γυριστό ακρογιάλι,
995 αυτό που οι Θεμισκύρειες οπλίζονται Αμαζόνες.
Γιατί σε πόλην όλες μια δεν μέναν μαζεμένες,
μα χωριστά σε τρεις φυλές καθόνταν μες στη χώρα.
Ξέχωρ᾽ αυτές, που τότε δα κυβέρνα η Ιππολύτη,
και χωριστά οι Λυκάστιες και χωριστά οι Χαδήσιες
1000 καθόνταν οι ακοντίστριες. Την άλλη την ημέρα
κι όλη τη νύχτα πλέοντας στους Χάλυβες εφτάσαν.