Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (2.1260-2.1285)


1260ἐννύχιοι δ᾽ Ἄργοιο δαημοσύνῃσιν ἵκοντο
Φᾶσίν τ᾽ εὐρὺ ῥέοντα, καὶ ἔσχατα πείρατα πόντου.
αὐτίκα δ᾽ ἱστία μὲν καὶ ἐπίκριον ἔνδοθι κοίλης
ἱστοδόκης στείλαντες ἐκόσμεον· ἐν δὲ καὶ αὐτόν
ἱστὸν ἄφαρ χαλάσαντο παρακλιδόν· ὦκα δ᾽ ἐρετμοῖς
1265εἰσέλασαν ποταμοῖο μέγαν ῥόο·, αὐτὰρ ὃ πάντῃ
καχλάζων ὑπόεικεν. ἔχον δ᾽ ἐπ᾽ ἀριστερὰ χειρῶν
Καύκασον αἰπήεντα Κυταιίδα τε πτόλιν Αἴης,
ἔνθεν δ᾽ αὖ πεδίον τὸ Ἀρήιον ἱερά τ᾽ ἄλση
τοῖο θεοῦ, τόθι κῶας ὄφις εἴρυτο δοκεύων
1270πεπτάμενον λασίοισιν ἐπὶ δρυὸς ἀκρεμόνεσσιν.
αὐτὸς δ᾽ Αἰσονίδης χρυσέῳ ποταμόνδε κυπέλλῳ
οἴνου ἀκηρασίοιο μελισταγέας χέε λοιβὰς
Γαίῃ τ᾽ ἐνναέταις τε θεοῖς ψυχαῖς τε καμόντων
ἡρώων· γουνοῦτο δ᾽ ἀπήμονας εἶναι ἀρωγούς
1275εὐμενέως, καὶ νηὸς ἐναίσιμα πείσματα δέχθαι.
αὐτίκα δ᾽ Ἀγκαῖος τοῖον μετὰ μῦθον ἔειπεν·
«Κολχίδα μὲν δὴ γαῖαν ἱκάνομεν ἠδὲ ῥέεθρα
Φάσιδος· ὥρη δ᾽ ἧμιν ἐνὶ σφίσι μητιάασθαι,
εἴτ᾽ οὖν μειλιχίῃ πειρησόμεθ᾽ Αἰήταο,
1280εἴτε καὶ ἀλλοίη τις ἐπήβολος ἔσσεται ὁρμή.»
ὣς ἔφατ᾽. Ἄργου δ᾽ αὖτε παρηγορίῃσιν Ἰήσων
ὑψόθι νῆ᾽ ἐκέλευσεν ἐπ᾽ εὐναίῃσιν ἐρύσσαι
δάσκιον εἰσελάσαντας ἕλος· τὸ δ᾽ ἐπισχεδὸν ἦεν
νισσομένων. ἔνθ᾽ οἵγε διὰ κνέφας ηὐλίζοντο.
1285ἠὼς δ᾽ οὐ μετὰ δηρὸν ἐελδομένοισι φαάνθη.


Άφιξις εις Αίαν.

1260 Και μες στη νύχτα φτάσανε με τ᾽ Άργου οδηγίες
στον Φάσι τον διάπλατο και κάτακρα στον Πόντο.
Ευτύς αντένες και πανιά στην κούφιαν ιστοδόκη
τυλίξανε και ταχτικά τα βάλαν, και κατόπι
χαλάρωσαν, και γείρανε μέσα και το κατάρτι.
1265 Μπήκαν γοργά με τα κουπιά μες στο πλατύ το ρέμα
του ποταμού, που βροντερός κυλούσε τα νερά του.
Αριστερά τον Καύκασον είχαν το βραχωμένο
και της Αίας της Κυτιανής την πόλη, και δεξιά τους
τ᾽ Άρη τον κάμπο και του θεού τα δάση τ᾽ αγιασμένα,
1270 που καρτερώντας φύλαγεν ο Δράκοντας το δέρμα,
σε μιας δρυς τα πυκνόφυλλα ακρόκλαδα απλωμένο.
Κι ο ίδιος ο Ιάσονας μ᾽ ένα χρυσό ποτήρι
στον ποταμόν ανέρωτου κρασιού γλυκού σαν μέλι
σπονδές έκανε και στη Γη και στους θεούς της χώρας
και στων ηρώων τις ψυχές, πού ηταν αποθαμένοι·
και παρακάλαγε βοηθοί χωρίς κακό ναν τού ειναι,
1275 κι ευνοϊκοί, και να δεχτούν του πλοίου τις πριμάτσες.
Κι αμέσως τέτοιο μίλησε λόγο κι είπε ο Αγκαίος.
«Λοιπόν στη χώρα φτάσαμε των Κόλχων και στο ρέμα
του Φάσι· κι ώρα τώρα πια να κάνουμ᾽ εμείς σκέψη
αν θενα δοκιμάσουμε με γλύκα τον Αιήτη
1280 είτε κι αν άλλη κίνηση θα ᾽ναι πιο ασφαλισμένη.»
Έτσ᾽ είπε· κι ο Ιάσονας με συμβουλές του Άργου
βαθιά το πλοίο διάταξε στις άγκυρες ν᾽ αράξουν
μέσα σε βάλτον ισκιερόν, πού ηταν σιμά ως πηγαίναν.
Εκεί δα πέρα τώρα πια στη νύχτα μέσα αράξαν
1285 και σε λιγάκι η ποθητή φάνηκε Αυγή σ᾽ εκείνους.