Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (3.210-3.274)


210τοῖσι δὲ νισσομένοις Ἥρη φίλα μητιόωσα
ἠέρα πουλὺν ἐφῆκε δι᾽ ἄστεος, ὄφρα λάθοιεν
Κόλχων μυρίον ἔθνος ἐς Αἰήταο κιόντες.
ὦκα δ᾽ ὅτ᾽ ἐκ πεδίοιο πόλιν καὶ δώμαθ᾽ ἵκοντο
Αἰήτεω, τότε δ᾽ αὖτις ἀπεσκέδασεν νέφος Ἥρη.
215ἔσταν δ᾽ ἐν προμολῇσι τεθηπότες ἕρκε᾽ ἄνακτος
εὐρείας τε πύλας καὶ κίονας οἳ περὶ τοίχους
ἐξείης ἄνεχον· τριγχὸς δ᾽ ἐφύπερθε δόμοιο
λαΐνεος χαλκέῃσιν ἐπὶ γλυφίδεσσιν ἀρήρει.
εὔκηλοι δ᾽ ὑπὲρ οὐδὸν ἔπειτ᾽ ἔβαν. ἄγχι δὲ τοῖο
220ἡμερίδες χλοεροῖσι καταστεφέες πετάλοισιν
ὑψοῦ ἀειρόμεναι μέγ᾽ ἐθήλεον. αἳ δ᾽ ὑπὸ τῇσιν
ἀέναοι κρῆναι πίσυρες ῥέον, ἃς ἐλάχηνεν
Ἥφαιστο· καί ῥ᾽ ἣ μὲν ἀναβλύεσκε γάλακτι,
ἣ δ᾽ οἴνῳ, τριτάτη δὲ θυώδεϊ νᾶεν ἀλοιφῇ·
225ἣ δ᾽ ἄρ᾽ ὕδωρ προρέεσκε, τὸ μέν ποθι δυομένῃσιν
θέρμετο Πληιάδεσσιν, ἀμοιβηδὶς δ᾽ ἀνιούσαις
κρυστάλλῳ ἴκελον κοίλης ἀνεκήκιε πέτρης.
τοῖ᾽ ἄρ᾽ ἐνὶ μεγάροισι Κυταιέος Αἰήταο
τεχνήεις Ἥφαιστος ἐμήσατο θέσκελα ἔργα.
230καί οἱ χαλκόποδας ταύρους κάμε, χάλκεα δέ σφεων
ἦν στόματ᾽, ἐκ δὲ πυρὸς δεινὸν σέλας ἀμπνείεσκον.
πρὸς δὲ καὶ αὐτόγυον στιβαροῦ ἀδάμαντος ἄροτρον
ἤλασεν, Ἠελίῳ τίνων χάριν, ὅς ῥά μιν ἵπποις
δέξατο, Φλεγραίῃ κεκμηότα δηιοτῆτι.
235ἔνθα δὲ καὶ μέσσαυλος ἐλήλατο· τῇ δ᾽ ἐπὶ πολλαί
δικλίδες εὐπηγεῖς θάλαμοί τ᾽ ἔσαν ἔνθα καὶ ἔνθα.
δαιδαλέη δ᾽ αἴθουσα παρὲξ ἑκάτερθε τέτυκτο.
λέχρις δ᾽ αἰπύτεροι δόμοι ἕστασαν ἀμφοτέρωθεν.
τῶν ἤτοι ἄλλῳ μέν, ὅτις καὶ ὑπείροχος ἦεν,
240κρείων Αἰήτης σὺν ἑῇ ναίεσκε δάμαρτι.
ἄλλῳ δ᾽ Ἄψυρτος ναῖεν πάις Αἰήταο·
τὸν μὲν Καυκασίη νύμφη τέκεν Ἀστερόδεια
πρίν περ κουριδίην θέσθαι Εἰδυῖαν ἄκοιτιν,
Τηθύος Ὠκεανοῦ τε πανοπλοτάτην γεγαυῖαν·
245καί μιν Κόλχων υἷες ἐπωνυμίην Φαέθοντα
ἔκλεον, οὕνεκα πᾶσι μετέπρεπεν ἠιθέοισιν.
τοὺς δ᾽ ἔχον ἀμφίπολοί τε καὶ Αἰήταο θύγατρες
ἄμφω, Χαλκιόπη Μήδειά τε. τὴν μὲν ἄρ᾽ οἵγε
ἐκ θαλάμου θάλαμόνδε κασιγνήτην μετιοῦσαν—
250Ἥρη γάρ μιν ἔρυκε δόμῳ· πρὶν δ᾽ οὔτι θάμιζεν
ἐν μεγάροις, Ἑκάτης δὲ πανήμερος ἀμφεπονεῖτο
νηόν, ἐπεί ῥα θεᾶς αὐτὴ πέλεν ἀρήτειρα—
καί σφεας ὡς ἴδεν ἆσσον, ἀνίαχεν· ὀξὺ δ᾽ ἄκουσεν
Χαλκιόπη· δμωαὶ δὲ ποδῶν προπάροιθε βαλοῦσαι
255νήματα καὶ κλωστῆρας ἀολλέες ἔκτοθι πᾶσαι
ἔδραμον. ἣ δ᾽ ἅμα τοῖσιν ἑοὺς υἱῆας ἰδοῦσα
ὑψοῦ χάρματι χεῖρας ἀνέσχεθεν· ὣς δὲ καὶ αὐτοί
μητέρα δεξιόωντο, καὶ ἀμφαγάπαζον ἰδόντες
γηθόσυνοι. τοῖον δὲ κινυρομένη φάτο μῦθον·
260«ἔμπης οὐκ ἄρ᾽ ἐμέλλετ᾽ ἀκηδείῃ με λιπόντες
τηλόθι πλάγξασθαι· μετὰ δ᾽ ὑμέας ἔτραπεν αἶσα.
δειλὴ ἐγώ, οἷον πόθον Ἑλλάδος ἔκποθεν ἄτης
λευγαλέης Φρίξοιο ἐφημοσύνῃσιν ἕλεσθε
πατρός. ὃ μὲν θνῄσκων στυγερὰς ἐπετείλατ᾽ ἀνίας
265ἡμετέρῃ κραδίῃ. τί δέ κεν πόλιν Ὀρχομενοῖο,
ὅστις ὅδ᾽ Ὀρχομενός, κτεάνων Ἀθάμαντος ἕκητι
μητέρ᾽ ἑὴν ἀχέουσαν ἀποπρολιπόντες ἵκοισθε;»
ὣς ἔφατ᾽. Αἰήτης δὲ πανύστατος ὦρτο θύραζε,
ἐκ δ᾽ αὐτὴ Εἰδυῖα δάμαρ κίεν Αἰήταο,
270Χαλκιόπης ἀίουσα· τὸ δ᾽ αὐτίκα πᾶν ὁμάδοιο
ἕρκος ἐπεπλήθει. τοὶ μὲν μέγαν ἀμφεπένοντο
ταῦρον ἅλις δμῶες· τοὶ δὲ ξύλα κάγκανα χαλκῷ
κόπτον· τοὶ δὲ λοετρὰ πυρὶ ζέον· οὐδέ τις ἦεν,
ὃς καμάτου μεθίεσκεν, ὑποδρήσσων βασιλῆι.


210 Και η Ήρα αγαπώντας τους καθώς κι αυτοί πηγαίναν
έριξε καταχνιά πολλή στην πόλη, να ξεφύγουν
τους Κόλχους τους αμέτρητους πηγαίνοντας στου Αιήτη.
Κι απ᾽ την πεδιάδα, σαν γοργά στην πόλη και στο σπίτι
του Αιήτη φτάσαν, τότε πια σκορπά το νέφι η Ήρα·
215 και στάθηκαν στην είσοδο θαυμάζοντας τα τείχη
του βασιλιά και τις πλατιές πύλες και τις κολώνες
που γύρω αράδα υψώνονταν στους τοίχους· και κορνίζα
πάνω απ᾽ το σπίτι πέτρινη με χάλκινα στολίδια.
Κατόπι ήσυχα πέρασαν πάνω από το κατώφλι.
220 Κοντά σ᾽ αυτό κληματαριές με φύλλα φορτωμένες
πράσινα, φούντωναν πολύ και πήγαιναν του ψήλου.
Κι αστέρευτες κάτω απ᾽ αυτές τέσσερις βρύσες τρέχαν,
που ο Ήφαιστος τις έσκαψε· κι η μια έτρεχε όλο γάλα
η άλλη κρασί, λάδι έτρεχεν η τρίτη μυρουδάτο·
225 κι η τέταρτη έτρεχε νερό, που χλιαρό γινόταν
στης Πούλιας το βασίλεμα, και στην ανατολή της
ξεπήδα απ᾽ τον κουφόβραχο σαν το κρυστάλλι κρύο.
Γιατί τέτοια στο μέγαρο του Κυτιανού του Αιήτη
έργα ο τεχνίτης Ήφαιστος περίφημά ειχε κάνει.
230 Και του ᾽κανε χαλκόποδες ταύρους, που χάλκινά ειχαν
στόματα κι αναπνέανε φωτιάς άγρια λάμψη.
Κι ακόμα μονοκόμματο του ᾽κανε στέριο αλέτρι
ατσάλινο, πληρώνοντας μια χάρη του στον Ήλιο,
που τον επήρε κάποτε απάνω στ᾽ άλογά του,
όταν κουράστη απ᾽ το σκληρό τον πόλεμο της Φλέγρας.
235 Κι αυλή ητανε φτιαγμένη εκεί· και θάλαμοι σ᾽ αυτήνε
διπλόθυροι, καλόφιαστοι πολλοί δώθε και κείθε.
Κι αίθουσα πολυστόλιστη πιο πέρα ηταν φιαγμένη
και πλάι της ψηλότεροι πύργοι στα δυο της μέρη·
στον ένα που ψηλότερος ήταν από τον άλλο
240 με την γυναίκα του έμενε ο δυνατός Αιήτης·
στον άλλο πάλι ο Άψυρτος έμενε, ο γιος του Αιήτη,
που γέννησε η Απτερόθεια, νεράιδα του Καυκάσου
πριν την Ειδυία νόμιμη γυναίκα του την πάρει,
την πιο μικρή του Ωκεανού και της Τηθύας κόρη.
245 Κι εκείνονε Φαέθοντα τον έλεγαν οι Κόλχοι
γιατί στους συνομήλικους μέσα ξεχώριζε όλους.
Κι εκείνους τους συναπαντούν πρώτα του Αιήτη οι δούλες
κι οι θυγατέρες του κι οι δυο, η Μήδεια κι η Χαλκιόπη.
Τη Μήδεια βρήκανε καθώς πήγαινε από το σπίτι
την αδελφή της για να ιδεί, πού ηταν στο θάλαμό της,
250 γιατί σπίτι την κράτησεν η Ήρα· πριν δε ᾽ρχόταν
στ᾽ ανάχτορο, μα ολημερίς φρόντιζε της Εκάτης
την εκκλησιά, γιατί της θεάς αυτής ήταν ιέρεια.
Κι άμα τους είδε αντίκρυ της φώναξε· κι η Χαλκιόπη
αμέσως άκουσε· και μπρος στα πόδια της κι οι δούλες
255 τις ρόκες και τα νήματα πετάξαν όλες κι έξω
τρέξαν· κι αυτή μαζί μ᾽ αυτές, κι ως είδε τα παιδιά της
ψηλά τα χέρια απ᾽ τη χαρά σήκωσε· κι όμοια εκείνοι
τη μάνα χαιρετίζανε και χάιδευαν σαν είδαν,
χαρούμενοι· και κλαίγοντας τους μίλησ᾽ έτσι εκείνη:
260 «Αλόγιαστ᾽ αν μ᾽ αφήσατε, μακριά δε μέλλατ᾽ όμως
να πάτε· και σας έφερε η μοίρα πάλι πίσω.
Δύστυχη εγώ! τί πεθυμιά πήρατε της Ελλάδας
για κάποιο θλιβερό κακό, απ᾽ του γονιού σας Φρίξου
τις συμβουλές. Γιατί αυτός πεθαίνοντας σας είπε
για την καρδιά μου άγριες λύπες. Γιατί να πάτε
265 στην πόλη του Ορχομενού, όποια κι αν είναι κείνη,
για του Αθάμαντα το βιος, αφήνοντας εδώθε
μέσα στη λύπη τη βαθιά τη μάνα σας ριγμένη;»
Έτσ᾽ είπε· και φάνη στερνός στην θύραν ο Αιήτης
και βγήκε κι η Ειδυία αυτή του Αιήτη η γυναίκα,
270 τη Χαλκιόπη ακούοντας· κι αμέσως η αυλή όλη
εγέμισε από ταραχή· άλλοι μεγάλο ταύρο
δούλοι ετοιμάζαν και ξερά ξύλα με το πελέκι
άλλοι έκοβαν, κι άλλοι λουτρά με τη φωτιά ζεσταίναν·
κι όλοι πολύ απ᾽ του βασιλιά κοπιάζανε το φόβο.