Ο Αιήτης σκέπτεται την εξολόθρευσιν των Αργοναυτών.
Κι ευτύς συνάθροιση έκαμε των Κόλχων ο Αιήτης
μακριά από το παλάτι του κει που και πριν πηγαίναν,
δόλους πλέχοντ᾽ αβάσταχτους και λύπες στους Μινύες.
Κι έλεγε σαν σκοτώσουνε τα βόδια πρώτα εκείνον
580 τον άντρα, που τ᾽ αγώνισμα ανάλαβε να κάνει,
αυτός το δάσος ρίχνοντας του δασωμένου λόφου
το πλοίο να κάψει μ᾽ όλους του τους ναύτες, να ξεράσουν
την προσβολή των τη βαριά, π᾽ άδικα αυτοί σκεφτήκαν.
Γιατί μήτε το Φρίξο αυτό του Αιόλου, πού ειχε ανάγκη
585 μεγάλη, εδέχτη σπίτι του για ξένον, κι όπ᾽ απ᾽ όλους
τους ξένους με θεοφοβιά και γλύκα στολιζόταν,
αν τον Ερμή απ᾽ τον ουρανό αγγελιαφόρο ο Δίας
δεν έστελνεν, ευνοϊκό να τον πετύχει ο Φρίξος.
Κι όχι λησταί σαν που ᾽ρθανε στη χώρα τη δική του
590 καιρό πολύ νά ειναι άβλαφτοι, που πάντα τους νιαζόνται
τα χέρια τους σε χτήματα ξένα να τα σηκώσουν
και να σκαρώνουν πονηριές απόκρυφες, και μάντρες
βοσκών μ᾽ επιδρομές κακές να θέλουν να χαλάσουν.
Και χώρια σκέφτοταν αυτός κακή ποινή να λάβουν
595 οι γιοι του Φρίξου, μ᾽ οπαδούς άντρες κακούς, που του ᾽ρθαν
όλοι μαζί απ᾽ τις τιμές κι από τη βασιλεία
να τονε βγάλουνε χωρίς να τον λογιάζουν διόλου.
Γιατί άκουσε λόγο φριχτό κάποτε από τον Ήλιο,
πως πρέπει πονηριές σοφές και σκέψεις της γενιάς του
600 και πολυμήχανο κακό μακριά του να το διώξει.
Γι᾽ αυτό τους έστελνε να παν στων Αχαιών τη χώρα,
πού ηθελαν από του γονιού παραγγελιές, σε δρόμο
μακρύ· κι απ᾽ τα κορίτσια του καθόλου δε φοβόταν,
μήπως σκεφτούν κάτι κακόν, ούτε κι από το γιο του,
τον Άψυρτο· μα απ᾽ τη γενιά της κόρης του Χαλκιόπης,
605 πως θενα τού ᾽ρθουν νόμιζε τα θλιβερά όλα εκείνα.
Κι αυτός λοιπόν έργα κακά μιλούσε θυμωμένος
στους άνθρωπούς του· κι απειλές μεγάλες απειλούσε,
πως το καράβι τους κι αυτούς τους ίδιους θενα πιάσει,
να μη γλιτώσει από αυτούς τη συμφορά κανένας.
Ωστόσο τη μητέρα του, σαν έφτασε στου Αιήτη
610 το σπίτι, παρακίναγε με κάθε τρόπο ο Άργος,
τη Μήδεια να παρακαλεί να τους βοηθά· κι εκείνη
μόνη της πριν τό ειχε σκεφτεί· μα την κρατούσε ο φόβος
μήπως του κάκου κι άδικα θα την παρακαλούσε,
γιατί την φοβερήν οργή θα ᾽τρεμε του γονιού της,
615 ή μη τα παρακάλια της ακούοντας ακλούθα
κι όλα πια καταφάνερα τα έργα της γινόνταν.
|