Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (3.576-3.615)


αὐτίκα δ᾽ Αἰήτης ἀγορὴν ποιήσατο Κόλχων
νόσφιν ἑοῖο δόμου, τόθι περ καὶ πρόσθε κάθιζον,
ἀτλήτους Μινύῃσι δόλους καὶ κήδεα τεύχων.
στεῦτο δ᾽, ἐπεί κεν πρῶτα βόες διαδηλήσωνται
580ἄνδρα τόν, ὅς ῥ᾽ ὑπέδεκτο βαρὺν καμέεσθαι ἄεθλον,
δρυμὸν ἀναρρήξας λασίης καθύπερθε κολώνης
αὔτανδρον φλέξειν δόρυ νήιον, ὄφρ᾽ ἀλεγεινήν
ὕβριν ἀποφλύξωσιν ὑπέρβια μηχανόωντες·
οὐδὲ γὰρ Αἰολίδην Φρίξον μάλα περ χατέοντα
585δέχθαι ἐνὶ μεγάροισιν ἐφέστιον, ὃς περὶ πάντων
ξείνων μειλιχίῃ τε θεουδείῃ τ᾽ ἐκέκαστο,
εἰ μή οἱ Ζεὺς αὐτὸς ἀπ᾽ οὐρανοῦ ἄγγελον ἧκεν
Ἑρμείαν, ὥς κεν προσκηδέος ἀντιάσειεν·
μὴ καὶ ληιστῆρας ἑὴν ἐς γαῖαν ἰόντας
590ἔσσεσθαι δηναιὸν ἀπήμονας, οἷσι μέμηλεν
ὀθνείοις ἐπὶ χεῖρα ἑὴν κτεάτεσσιν ἀείρειν,
κρυπταδίους τε δόλους τεκταινέμεν, ἠδὲ βοτήρων
αὔλια δυσκελάδοισιν ἐπιδρομίῃσι δαΐξαι.
νόσφι δὲ οἷ αὐτῷ φάτ᾽ ἐοικότα μείλια τίσειν
595υἱῆας Φρίξοιο, κακορρέκτῃσιν ὀπηδούς
ἀνδράσι νοστήσαντας ὁμιλαδόν, ὄφρα ἑ τιμῆς
καὶ σκήπτρων ἐλάσειαν ἀκηδέες· ὥς ποτε βάξιν
λευγαλέην οὗ πατρὸς ἐπέκλυεν Ἠελίοιο,
χρειώ μιν πυκινόν τε δόλον βουλάς τε γενέθλης
600σφωιτέρης ἄτην τε πολύτροπον ἐξαλέασθαι·
τὼ καὶ ἐελδομένους πέμπειν ἐς Ἀχαιίδα γαῖαν
πατρὸς ἐφημοσύνῃ, δολιχὴν ὁδόν. οὐδὲ θυγατρῶν
εἶναί οἱ τυτθόν γε δέος, μή πού τινα μῆτιν
φράσσωνται στυγερήν, οὐδ᾽ υἱέος Ἀψύρτοιο·
605ἀλλ᾽ ἐνὶ Χαλκιόπης γενεῇ τάδε λυγρὰ τετύχθαι.
καί ῥ᾽ὃ μὲν ἄσχετα ἔργα πιφαύσκετο δημοτέροισιν
χωόμενος· μέγα δέ σφιν ἀπείλεε νῆά τ᾽ ἔρυσθαι
ἠδ᾽ αὐτούς, ἵνα μη τις ὑπὲκ κακότητος ἀλύξῃ.
τόφρα δὲ μητέρ᾽ ἑήν, μετιὼν δόμον Αἰήταο,
610Ἄργος παντοίοισι παρηγορέεσκεν ἔπεσσιν,
Μήδειαν λίσσεσθαι ἀμυνέμεν· ἣ δὲ καὶ αὐτή
πρόσθεν μητιάασκε· δέος δέ μιν ἴσχανε θυμόν,
μή πως ἠὲ παρ᾽ αἶσαν ἐτώσια μειλίξαιτο
πατρὸς ἀτυζομένην ὀλοὸν χόλον, ἠὲ λιτῇσιν
615ἑσπομένης ἀρίδηλα καὶ ἀμφαδὰ ἔργα πέλοιτο.


Ο Αιήτης σκέπτεται την εξολόθρευσιν των Αργοναυτών.

Κι ευτύς συνάθροιση έκαμε των Κόλχων ο Αιήτης
μακριά από το παλάτι του κει που και πριν πηγαίναν,
δόλους πλέχοντ᾽ αβάσταχτους και λύπες στους Μινύες.
Κι έλεγε σαν σκοτώσουνε τα βόδια πρώτα εκείνον
580 τον άντρα, που τ᾽ αγώνισμα ανάλαβε να κάνει,
αυτός το δάσος ρίχνοντας του δασωμένου λόφου
το πλοίο να κάψει μ᾽ όλους του τους ναύτες, να ξεράσουν
την προσβολή των τη βαριά, π᾽ άδικα αυτοί σκεφτήκαν.
Γιατί μήτε το Φρίξο αυτό του Αιόλου, πού ειχε ανάγκη
585 μεγάλη, εδέχτη σπίτι του για ξένον, κι όπ᾽ απ᾽ όλους
τους ξένους με θεοφοβιά και γλύκα στολιζόταν,
αν τον Ερμή απ᾽ τον ουρανό αγγελιαφόρο ο Δίας
δεν έστελνεν, ευνοϊκό να τον πετύχει ο Φρίξος.
Κι όχι λησταί σαν που ᾽ρθανε στη χώρα τη δική του
590 καιρό πολύ νά ειναι άβλαφτοι, που πάντα τους νιαζόνται
τα χέρια τους σε χτήματα ξένα να τα σηκώσουν
και να σκαρώνουν πονηριές απόκρυφες, και μάντρες
βοσκών μ᾽ επιδρομές κακές να θέλουν να χαλάσουν.
Και χώρια σκέφτοταν αυτός κακή ποινή να λάβουν
595 οι γιοι του Φρίξου, μ᾽ οπαδούς άντρες κακούς, που του ᾽ρθαν
όλοι μαζί απ᾽ τις τιμές κι από τη βασιλεία
να τονε βγάλουνε χωρίς να τον λογιάζουν διόλου.
Γιατί άκουσε λόγο φριχτό κάποτε από τον Ήλιο,
πως πρέπει πονηριές σοφές και σκέψεις της γενιάς του
600 και πολυμήχανο κακό μακριά του να το διώξει.
Γι᾽ αυτό τους έστελνε να παν στων Αχαιών τη χώρα,
πού ηθελαν από του γονιού παραγγελιές, σε δρόμο
μακρύ· κι απ᾽ τα κορίτσια του καθόλου δε φοβόταν,
μήπως σκεφτούν κάτι κακόν, ούτε κι από το γιο του,
τον Άψυρτο· μα απ᾽ τη γενιά της κόρης του Χαλκιόπης,
605 πως θενα τού ᾽ρθουν νόμιζε τα θλιβερά όλα εκείνα.
Κι αυτός λοιπόν έργα κακά μιλούσε θυμωμένος
στους άνθρωπούς του· κι απειλές μεγάλες απειλούσε,
πως το καράβι τους κι αυτούς τους ίδιους θενα πιάσει,
να μη γλιτώσει από αυτούς τη συμφορά κανένας.
Ωστόσο τη μητέρα του, σαν έφτασε στου Αιήτη
610 το σπίτι, παρακίναγε με κάθε τρόπο ο Άργος,
τη Μήδεια να παρακαλεί να τους βοηθά· κι εκείνη
μόνη της πριν τό ειχε σκεφτεί· μα την κρατούσε ο φόβος
μήπως του κάκου κι άδικα θα την παρακαλούσε,
γιατί την φοβερήν οργή θα ᾽τρεμε του γονιού της,
615 ή μη τα παρακάλια της ακούοντας ακλούθα
κι όλα πια καταφάνερα τα έργα της γινόνταν.