Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (3.947-3.1007)


ἦ ῥα περιφραδέως, ἐπὶ δὲ σχεδὸν ᾔνεον ἄμφω.
οὐδ᾽ ἄρα Μηδείης θυμὸς τράπετ᾽ ἄλλα νοῆσαι,
μελπομένης περ ὅμως· πᾶσαι δέ οἱ, ἥντιν᾽ ἀθύροι
950μολπήν, οὐκ ἐπὶ δηρὸν ἐφήνδανεν ἑψιάασθαι.
ἀλλὰ μεταλλήγεσκεν ἀμήχανος, οὐδέ ποτ᾽ ὄσσε
ἀμφιπόλων μεθ᾽ ὅμιλον ἔχ᾽ ἀτρέμας· ἐς δὲ κελεύθους
τηλόσε παπταίνεσκε, παρακλίνουσα παρειάς.
ἦ θαμὰ δὴ στηθέων ἐάγη κέαρ, ὁππότε δοῦπον
955ἢ ποδὸς ἢ ἀνέμοιο παραθρέξαντα δοάσσαι.
αὐτὰρ ὅγ᾽ οὐ μετὰ δηρὸν ἐελδομένῃ ἐφαάνθη
ὑψόσ᾽ ἀναθρῴσκων ἅτε Σείριος Ὠκεανοῖο,
ὃς δή τοι καλὸς μὲν ἀρίζηλός τ᾽ ἐσιδέσθαι
ἀντέλλει, μήλοισι δ᾽ ἐν ἄσπετον ἧκεν ὀιζύν·
960ὣς ἄρα τῇ καλὸς μὲν ἐπήλυθεν εἰσοράασθαι
Αἰσονίδης, κάματον δὲ δυσίμερον ὦρσε φαανθείς.
ἐκ δ᾽ ἄρα οἱ κραδίη στηθέων πέσεν, ὄμματα δ᾽ αὔτως
ἤχλυσαν· θερμὸν δὲ παρηίδας εἷλεν ἔρευθος.
γούνατα δ᾽ οὔτ᾽ ὀπίσω οὔτε προπάροιθεν ἀεῖραι
965ἔσθενεν, ἀλλ᾽ ὑπένερθε πάγη πόδας. αἱ δ᾽ ἄρα τείως
ἀμφίπολοι μάλα πᾶσαι ἀπὸ σφείων ἐλίασθεν.
τὼ δ᾽ ἄνεῳ καὶ ἄναυδοι ἐφέστασαν ἀλλήλοισιν,
ἢ δρυσίν, ἢ μακρῇσιν ἐειδόμενοι ἐλάτῃσιν,
αἵ τε παρᾶσσον ἕκηλοι ἐν οὔρεσιν ἐρρίζωνται,
970νηνεμίῃ· μετὰ δ᾽ αὖτις ὑπὸ ῥιπῆς ἀνέμοιο
κινύμεναι ὁμάδησαν ἀπείριτον· ὣς ἄρα τώγε
μέλλον ἅλις φθέγξασθαι ὑπὸ πνοιῇσιν Ἔρωτος.
γνῶ δέ μιν Αἰσονίδης ἄτῃ ἐνιπεπτηυῖαν
θευμορίῃ, καὶ τοῖον ὑποσσαίνων φάτο μῦθον·
975«τίπτε με, παρθενική, τόσον ἅζεαι, οἶον ἐόντα;
οὔ τοι ἐγών, οἷοί τε δυσαυχέες ἄλλοι ἔασιν
ἀνέρες, οὐδ᾽ ὅτε περ πάτρῃ ἔνι ναιετάασκον,
ἦα πάρος. τὼ μή με λίην ὑπεραίδεο, κούρη,
ἤ τι παρεξερέεσθαι, ὅ τοι φίλον, ἠέ τι φάσθαι.
980ἀλλ᾽ ἐπεὶ ἀλλήλοις ἱκάνομεν εὐμενέοντες,
χώρῳ ἐν ἠγαθέῳ, ἵνα τ᾽ οὐ θέμις ἔστ᾽ ἀλιτέσθαι,
ἀμφαδίην ἀγόρευε καὶ εἴρεο· μηδέ με τερπνοῖς
φηλώσῃς ἐπέεσσιν, ἐπεὶ τὸ πρῶτον ὑπέστης
αὐτοκασιγνήτῃ μενοεικέα φάρμακα δώσειν.
985πρός σ᾽ αὐτῆς Ἑκάτης μειλίσσομαι ἠδὲ τοκήων
καὶ Διός, ὃς ξείνοις ἱκέτῃσί τε χεῖρ᾽ ὑπερίσχει.
ἀμφότερον δ᾽, ἱκέτης ξεῖνός τέ τοι ἐνθάδ᾽ ἱκάνω,
χρειοῖ ἀναγκαίῃ γουνούμενος. οὐ γὰρ ἄνευθεν
ὑμείων στονόεντος ὑπέρτερος ἔσσομ᾽ ἀέθλου.
990σοὶ δ᾽ ἂν ἐγὼ τίσαιμι χάριν μετόπισθεν ἀρωγῆς,
ἣ θέμις, ὡς ἐπέοικε διάνδιχα ναιετάοντας,
οὔνομα καὶ καλὸν τεύχων κλέος· ὣς δὲ καὶ ὧλλοι
ἥρωες κλῄσουσιν ἐς Ἑλλάδα νοστήσαντες
ἡρώων τ᾽ ἄλοχοι καὶ μητέρες, αἵ νύ που ἤδη
995ἡμέας ἠιόνεσσιν ἐφεζόμεναι γοάουσιν·
τάων ἀργαλέας κεν ἀποσκεδάσειας ἀνίας.
δή ποτε καὶ Θησῆα κακῶν ὑπελύσατ᾽ ἀέθλων
παρθενικὴ Μινωὶς ἐυφρονέουσ᾽ Ἀριάδνη,
ἥν ῥά τε Πασιφάη κούρη τέκεν Ἠελίοιο.
1000ἀλλ᾽ ἣ μὲν καὶ νηός, ἐπεὶ χόλον εὔνασε Μίνως,
σὺν τῷ ἐφεζομένη πάτρην λίπεν· τὴν δὲ καὶ αὐτοί
ἀθάνατοι φίλαντο, μέσῳ δέ οἱ αἰθέρι τέκμαρ
ἀστερόεις στέφανος, τόν τε κλείουσ᾽ Ἀριάδνης,
πάννυχος οὐρανίοις ἐνελίσσεται εἰδώλοισιν.
1005ὣς καὶ σοὶ θεόθεν χάρις ἔσσεται, εἴ κε σαώσῃς
τόσσον ἀριστήων ἀνδρῶν στόλον. ἦ γὰρ ἔοικας
ἐκ μορφῆς ἀγανῇσιν ἐπητείῃσι κεκάσθαι.»


Μίλησε, αλήθεια, φρόνιμα, κι οι δυο τους τον παινέσαν.
Μα και της Μήδειας η ψυχή άλλο τι δεν σκεφτόταν
αν και τραγούδαε· κι όλα της, όποιο κι αν ετραγούδα
950 τραγούδι, δεν της άρεσε πολύ να διασκεδάζει.
Μόν᾽ μ᾽ απορία το ᾽κοβε και δεν κράτειε τα μάτια
στη συντροφιά των δούλων της ακίνητα· μα εκοίτα
μακριά στους δρόμους γέρνοντας δω εκεί τα μάγουλά της·
κι αλήθεια μες στα στήθια της συχνά έσπασε η καρδιά της
955 σαν άκουγε χτύπο ποδιού ή φύσημα τ᾽ ανέμου.
Κι αυτός λοιπόν εφάνηκε σε λίγο με χαρά της,
όπως απ᾽ τον Ωκεανό ψηλά ανεβαίνει ο Σείριος,
οπού ανατέλλει ζηλευτός κι όμορφος να τον βλέπεις,
μα κακοπάθια αμέτρητη μες στα κοπάδια φέρνει·
960 έτσι όμορφος εφαίνοταν ως ήρθε ο Αισονίδης,
μα κούραση της σήκωσε κακή καθώς εφάνη.
Σβήνει η καρδιά στα στήθια της, τα μάτια της θαμπώσαν
και κοκκινάδα απλώθηκε θερμή στα μάγουλά της·
και μήτε πίσω, μήτε μπρος τα γόνα να κινήσει
965 μπορούσε· μα κολλήσανε τα πόδια της στο χώμα.
Οι δούλες όλες μακριά σκορπίσαν από κείνους
κι αυτοί βουβοί κι αμίλητοι αντικριστά καθόνταν
και φαίνονταν όμοιοι με δρυς ή με ψηλές ελάτες,
που ᾽ν᾽ ριζωμένες ήσυχες σιμά σιμά στα όρη
970 σε νηνεμία· κι έπειτα στο φύσημα τ᾽ ανέμου
κινιούνται και κάνουν βουήν αμέτρητη· έτσι εκείνοι
με του Έρωτα το φύσημα μέλλαν πολλά να ειπούνε.
Κι ένιωσε πως από θεϊκό κακό ηταν φοβισμένη
ο Αισονίδης και της λέει χαϊδευτικά με λόγια:
975 «Γιατί, παρθένα, τόσο δα με τρέμεις, μόνος πού ειμαι;
δεν είμαι εγώ περήφανος σαν κι αλλουνούς ανθρώπους,
ούτε κι όταν καθόμουνα ακόμα στην πατρίδα
δεν ήμουν πριν· γι᾽ αυτό πολύ μη με φοβάσαι, ω κόρη,
ή να ρωτήσεις ό,τι θες είτε να μου μιλήσεις.
980 Μα σαν ήρθαμ᾽ ευνοϊκοί ο ένας για τον άλλο
στο μέρος τ᾽ άγιο, που ᾽ν᾽ κακό κανένας ν᾽ αμαρτήσει,
ρώτα και μίλα φανερά· και μη με ξεγελάσεις
μ᾽ όμορφα λόγια, μια φορά που υπόσχεση έχεις δώσει
στην αδερφή σου βότανα καλά για να μου δώσεις.
985 Για της Εκάτης τ᾽ όνομα και των γονιών κι ακόμα
του Δία σε παρακαλώ, που προστατεύει ξένους
και ικέτες. Ήρθα και τα δυο κι εγώ, ξένος και ικέτης
εδώ απ᾽ ανάγκη αβάσταχτη να σε παρακαλέσω.
Γιατί από το στεναχτερό τ᾽ αγώνισμα για νά ᾽βγω
δεν θα μπορέσω νικητής χωρίς τη συνδρομή σας.
990 Και θα πληρώσω εγώ στερνά χάρη για τη βοήθεια,
ό,τι είν᾽ σωστό, όπως φαίνεται σ᾽ αυτούς, που κατοικούνε
στις δυο του κόσμου τις μεριές σε σέ δίνοντας δόξα
ωραία κι όνομα καλό· παρόμοια κι όλοι οι άλλοι
θα σε φημίσουν ήρωες γυρνώντας στην Ελλάδα
και των ηρώων σύζυγοι κι οι μάνες, που εμάς τώρα
995 μας κλαίνε κάπου καθιστές κει κάτου στ᾽ ακρογιάλια·
αυτών εσύ τις θλιβερές θα διασκορπίσεις λύπες.
Και το Θησέα από κακούς εγλίτωσε κινδύνους
κάποτε κόρη φρόνιμη η Μινωίδα Αριάδνη,
που η θυγατέρα γέννησε του Ήλιου η Πασιφάη.
1000 Μα αυτή σαν αποκοίμισε το χόλιασμα του Μίνω
μαζί μ᾽ αυτόν στο πλοίο του μπαίνοντας, την πατρίδα
άφησε· κι οι αθάνατοι κι αυτοί την αγαπήσαν·
και μες στη μέση του ουρανού σημάδι της Στεφάνι
αστέρινο κρεμάσανε, που το καλούν Αριάδνης,
κι ολονυχτίς στα ουράνια είδωλα τριγυρνάει.
1005 Έτσι και σένα απ᾽ τους θεούς θα σού ᾽ρθει χάρη αν σώσεις
τόσες προσπάθειες αντρών, γιατί απ᾽ το πρόσωπό σου
με γνώσες όμορφες πολλές φαίνεσαι στολισμένη.»