Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (3.1008-3.1062)


ὣς φάτο κυδαίνων· ἣ δ᾽ ἐγκλιδὸν ὄσσε βαλοῦσα
νεκτάρεον μείδησ᾽· ἐχύθη δέ οἱ ἔνδοθι θυμός
1010αἴνῳ ἀειρομένης. καὶ ἀνέδρακεν ὄμμασιν ἄντην·
οὐδ᾽ ἔχεν ὅττι πάροιθεν ἔπος προτιμυθήσαιτο,
ἀλλ᾽ ἄμυδις μενέαινεν ἀολλέα πάντ᾽ ἀγορεῦσαι.
προπρὸ δ᾽ ἀφειδήσασα θυώδεος ἔξελε μίτρης
φάρμακον· αὐτὰρ ὅγ᾽ αἶψα χεροῖν ὑπέδεκτο γεγηθώς.
1015καί νύ κέ οἱ καὶ πᾶσαν ἀπὸ στηθέων ἀρύσασα
ψυχὴν ἐγγυάλιξεν ἀγαιομένη χατέοντι·
τοῖος ἀπὸ ξανθοῖο καρήατος Αἰσονίδαο
στράπτεν Ἔρως ἡδεῖαν ἀπὸ φλόγα· τῆς δ᾽ ἀμαρυγάς
ὀφθαλμῶν ἥρπαζεν· ἰαίνετο δὲ φρένας εἴσω
1020τηκομένη, οἷόν τε περὶ ῥοδέῃσιν ἐέρση
τήκεται ἠῴοισιν ἰαινομένη φαέεσσιν.
ἄμφω δ᾽ ἄλλοτε μέν τε κατ᾽ οὔδεος ὄμματ᾽ ἔρειδον
αἰδόμενοι, ὁτὲ δ᾽ αὖτις ἐπὶ σφίσι βάλλον ὀπωπάς,
ἱμερόεν φαιδρῇσιν ὑπ᾽ ὀφρύσι μειδιόωντες.
1025ὀψὲ δὲ δὴ τοίοισι μόλις προσπτύξατο κούρη·
«φράζεο νῦν, ὥς κέν τοι ἐγὼ μητίσομ᾽ ἀρωγήν.
εὖτ᾽ ἂν δὴ μετιόντι πατὴρ ἐμὸς ἐγγυαλίξῃ
ἐξ ὄφιος γενύων ὀλοοὺς σπείρασθαι ὀδόντας,
δὴ τότε μέσσην νύκτα διαμμοιρηδὰ φυλάξας,
1030ἀκαμάτοιο ῥοῇσι λοεσσάμενος ποταμοῖο,
οἶος ἄνευθ᾽ ἄλλων ἐνὶ φάρεσι κυανέοισιν
βόθρον ὀρύξασθαι περιηγέα· τῷ δ᾽ ἔνι θῆλυν
ἀρνειὸν σφάζειν, καὶ ἀδαίετον ὠμοθετῆσαι,
αὐτῷ πυρκαϊὴν εὖ νηήσας ἐπὶ βόθρῳ.
1035μουνογενῆ δ᾽ Ἑκάτην Περσηίδα μειλίσσοιο,
λείβων ἐκ δέπαος σιμβλήια ἔργα μελισσῶν.
ἔνθα δ᾽ ἔπειτα θεὰν μεμνημένος ἱλάσσηαι·
ἂψ δ᾽ ἀπὸ πυρκαϊῆς ἀναχάζεο, μηδέ σε δοῦπος
ἠὲ ποδῶν ὄρσῃσι μεταστρεφθῆναι ὀπίσσω,
1040ἠὲ κυνῶν ὑλακή· μή πως τὰ ἕκαστα κολούσας
οὐδ᾽ αὐτὸς κατὰ κόσμον ἑοῖς ἑτάροισι πελάσσῃς.
ἦρι δὲ μυδήνας τόδε φάρμακον, ἠύτ᾽ ἀλοιφῇ
γυμνωθεὶς φαίδρυνε τεὸν δέμας· ἐν δέ οἱ ἀλκή
ἔσσετ᾽ ἀπειρεσίη μέγα τε σθένος, οὐδέ κε φαίης
1045ἀνδράσιν, ἀλλὰ θεοῖσιν ἰσαζέμεν ἀθανάτοισιν.
πρὸς δὲ καὶ αὐτῷ δουρὶ σάκος πεπαλαγμένον ἔστω
καὶ ξίφος. ἔνθ᾽ οὐκ ἄν σε διατμήξειαν ἀκωκαί
γηγενέων ἀνδρῶν, οὐδ᾽ ἄσχετος ἀίσσουσα
φλὸξ ὀλοῶν ταύρων. τοῖός γε μὲν οὐκ ἐπὶ δηρόν
1050ἔσσεαι, ἀλλ᾽ αὐτῆμαρ· ὅμως σύ γε μή ποτ᾽ ἀέθλου
χάζεο. καὶ δέ τοι ἄλλο παρὲξ ὑποθήσομ᾽ ὄνειαρ.
αὐτίκ᾽ ἐπὴν κρατεροὺς ζεύξῃς βόας, ὦκα δὲ πᾶσαν
χερσὶ καὶ ἠνορέῃ στυφελὴν διὰ νειὸν ἀρόσσῃς,
οἳ δ᾽ ἤδη κατὰ ὦλκας ἀνασταχύωσι Γίγαντες
1055σπειρομένων ὄφιος δνοφερὴν ἐπὶ βῶλον ὀδόντων,
αἴ κεν ὀρινομένους πολέας νειοῖο δοκεύσῃς,
λάθρῃ λᾶαν ἄφες στιβαρώτερον· οἳ δ᾽ ἂν ἐπ᾽ αὐτῷ,
καρχαλέοι κύνες ὥστε περὶ βρώμης, ὀλέκοιεν
ἀλλήλους· καὶ δ᾽ αὐτὸς ἐπείγεο δηιοτῆτος
1060ἰθῦσαι. τὸ δὲ κῶας ἐς Ἑλλάδα τοῖό γ᾽ ἕκητι
οἴσεαι ἐξ Αἴης τηλοῦ ποθι. νίσσεο δ᾽ ἔμπης,
ᾗ φίλον, ἤ τοι ἔαδεν ἀφορμηθέντι νέεσθαι.»


Έτσ᾽ είπε κολακεύοντας· κι αυτή λοξοκοιτώντας
του γλυκοχαμογέλασε και χάρηκε η ψυχή της
1010 για τους επαίνους π᾽ άκουγε· και τον κοιτάει στα μάτια·
και λόγο ποιό δεν ήξερε πρώτο να του μιλήσει,
μα όλα μαζί να του τα ειπεί σωρόν επιθυμούσε.
Και δίχως διόλου να σκεφτεί βγάζει απ᾽ τη μυρωμένη
ζώνη το βότανο· κι αυτός χαρούμενος το πήρε·
1015 κι από τα στήθια βγάζοντας και την ψυχή της όλη
θαν του ᾽δινε, λυπούμενη, που βρίσκοταν σ᾽ ανάγκη.
Τέτοια η αγάπη απ᾽ το ξανθό κεφάλι του Αισονίδη
φλόγα γλυκιά ξεπέταγε· κι άρπαζε των ματιών του
τις αστραπές· κι ανάβανε μέσα τα σωθικά της,
1020 και λιώναν όπως η δροσιά ζεσταίνεται και λιώνει
γύρω από τις τριανταφυλλιές στης χαραυγής το φέγγος.
Κι άλλοτε στήριζαν κι οι δυο κάτω στη γη τα μάτια,
όλο ντροπή, και πάλι ευτύς βλέπαν ένας τον άλλον
γλυκά κάτω από τα φαιδρά φρύδια χαμογελώντας.
1025 Κι αργά κάποτε μίλησε με τέτοια λόγια η κόρη:
«Άκουσε τώρα, πώς εγώ θα σου σκεφτώ βοήθεια.
Όταν λοιπόν καθώς θα πας, δώσει σε σέ ο γονιός μου
απ᾽ τα σαγόνια του φιδιού κακά να σπείρεις δόντια,
τότε προς τα μεσάνυχτα τις ώρες καρτερώντας
1030 και σαν λουστείς στου ακούραστου του ποταμού το ρέμα,
μέσα σε φάρος σκοτεινό, μόνος, μακριά απ᾽ τους άλλους,
να σκάψεις λάκκο στρογγυλό· και μέσα εκεί να σφάξεις
μια προβατίνα θηλυκιά κι όλη να την θυσιάσεις,
φωτιάν ωραία ανάβοντας στον ίδιο αυτό το λάκκο.
1035 Και την Περσίδα να καλείς την μονοκόρη Εκάτη
από ποτήρι χύνοντας καρπό μελισσοσίμβλου
και τη θεά θυμούμενος κατόπι παρακάλα·
έπειτα φύγε απ᾽ τη φωτιά κι ας μη σε κάνει βρόντος
είτε και ποδοχτύπημα να στρέψεις, μήτε σκύλων
1040 το γάβγισμα· μήπως αυτά να πιάσουν τα μποδίσεις,
κι ο ίδιος συ στους σύντροφους άπρεπα πίσω φτάσεις.
Και το πρωί μουσκεύοντας το βότανο, γυμνώσου
και δρόσισε σαν μ᾽ αλοιφή το σώμα σου· και θά ᾽βρεις
δύναμη αμέτρητη κι αντρειά μεγάλη, κι όχι μ᾽ άντρες
1045 μα με θεούς αθάνατους θα λες πως όμοιος είσαι.
Κι ακόμη και το δόρυ σου κι η ασπίδα και το ξίφος
ας αλειφτούν· και τότε πια δεν θενα σε πληγώσουν
λόγχες των γηγενών αντρών κι η αβάσταχτη η φλόγα,
που ξεφυσιέται απ᾽ τους κακούς ταύρους· μα δε θενά εισαι
1050 τέτοιος καιρό πολύ, μα μια μέρα μονάχα· συ όμως
διόλου να μην υποχωρείς στ᾽ αγώνισμα· κι ακόμα
και κατιτί άλλο ωφέλιμο θενα σε συμβουλέψω.
Όταν λοιπόν τα δυνατά βόδια ζέψεις κι οργώσεις
όλη γοργά τη σκληρή γη με χέρια και μ᾽ αντρειά σου
κι οι Γίγαντες στ᾽ αυλάκι σου σαν στάχυα θα φυτρώνουν,
1055 όταν θα σπέρνουνται φιδιού στη γη τα μαύρα δόντια,
αν δεις ότι ξεφύτρωσαν πολλοί από το χωράφι,
κρυφά μια πέτρα δυνατή ρίχ᾽ τους, κι αυτοί για τούτο
σαν άγριοι σκύλοι για φαΐ θ᾽ αλληλοσκοτωθούνε.
Και τότε συ πια να βιαστείς στον πόλεμο για νά ᾽μπεις.
1060 Και στην Ελλάδα για τ᾽ αυτό το δέρμα θενα φέρεις
πέρα απ᾽ την Αία μακριά. Μα πήγαινε όπου θέλεις
κι όπου σ᾽ αρέσει εσένανε να πας σαν ξεκινήσεις.»