Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (3.1102-3.1162)


ὣς φάτο, μειλιχίοισι καταψήχων ὀάροισιν.
τῆς δ᾽ ἀλεγεινόταται κραδίην ἐρέθεσκον ἀνῖαι,
καί μιν ἀκηχεμένη ἀδινῷ προσπτύξατο μύθῳ·
1105«Ἑλλάδι που τάδε καλά, συνημοσύνας ἀλεγύνειν.
Αἰήτης δ᾽ οὐ τοῖος ἐν ἀνδράσιν, οἷον ἔειπας
Μίνω Πασιφάης πόσιν ἔμμεναι· οὐδ᾽ Ἀριάδνῃ
ἰσοῦμαι· τὼ μήτι φιλοξενίην ἀγόρευε.
ἀλλ᾽ οἶον τύνη μὲν ἐμεῦ, ὅτ᾽ Ἰωλκὸν ἵκηαι,
1110μνώεο· σεῖο δ᾽ ἐγὼ καὶ ἐμῶν ἀέκητι τοκήων
μνήσομαι. ἔλθοι δ᾽ ἧμιν ἀπόπροθεν ἠέ τις ὄσσα,
ἠέ τις ἄγγελος ὄρνις, ὅτ᾽ ἐκλελάθοιο ἐμεῖο·
ἢ αὐτήν με ταχεῖαι ὑπὲρ πόντοιο φέροιεν
ἐνθένδ᾽ εἰς Ἰαωλκὸν ἀναρπάξασαι ἄελλαι,
1115ὄφρα σ᾽, ἐν ὀφθαλμοῖσιν ἐλεγχείας προφέρουσα,
μνήσω ἐμῇ ἰότητι πεφυγμένον. αἴθε γὰρ εἴην
ἀπροφάτως τότε σοῖσιν ἐφέστιος ἐν μεγάροισιν.»
ὣς ἄρ᾽ ἔφη, ἐλεεινὰ καταπροχέουσα παρειῶν
δάκρυα. τὴν δ᾽ ὅγε δῆθεν ὑποβλήδην προσέειπεν·
1120«δαιμονίη, κενεὰς μὲν ἔα πλάζεσθαι ἀέλλας,
ὣς δὲ καὶ ἄγγελον ὄρνιν· ἐπεὶ μεταμώνια βάζεις.
εἰ δέ κεν ἤθεα κεῖνα καὶ Ἑλλάδα γαῖαν ἵκηαι,
τιμήεσσα γυναιξὶ καὶ ἀνδράσιν αἰδοίη τε
ἔσσεαι· οἳ δέ σε πάγχυ θεὸν ὡς πορσανέουσιν,
1125οὕνεκα τῶν μὲν παῖδες ὑπότροποι οἴκαδ᾽ ἵκοντο
σῇ βουλῇ, τῶν δ᾽ αὖτε κασίγνητοί τε ἔται τε
καὶ θαλεροὶ κακότητος ἅδην ἐσάωθεν ἀκοῖται.
ἡμέτερον δὲ λέχος θαλάμοις ἔνι κουριδίοισιν
πορσυνέεις· οὐδ᾽ ἄμμε διακρινέει φιλότητος
1130ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι.»
ὣς φάτο· τῇ δ᾽ ἔντοσθε κατείβετο θυμὸς ἀκουῇ,
ἔμπης δ᾽ ἔργ᾽ ἀίδηλα κατερρίγησεν ἰδέσθαι.
σχετλίη· οὐ μὲν δηρὸν ἀπαρνήσεσθαι ἔμελλεν
Ἑλλάδα ναιετάειν. ὣς γὰρ τόδε μήδετο Ἥρη,
1135ὄφρα κακὸν Πελίῃ ἱερὴν ἐς Ἰωλκὸν ἵκοιτο
Αἰαίη Μήδεια, λιποῦσ᾽ ἄπο πατρίδα γαῖαν.
ἤδη δ᾽ ἀμφίπολοι μὲν ὀπιπεύουσαι ἄπωθεν
σιγῇ ἀνιάζεσκον· ἐδεύετο δ᾽ ἤματος ὥρη,
ἂψ οἶκόνδε νέεσθαι ἑὴν μετὰ μητέρα κούρην.
1140ἣ δ᾽ οὔπω κομιδῆς μιμνήσκετο· τέρπετο γάρ οἱ
θυμὸς ὁμῶς μορφῇ τε καὶ αἱμυλίοισι λόγοισιν·
εἰ μὴ ἄρ᾽ Αἰσονίδης πεφυλαγμένος ὀψέ περ ηὔδα·
«ὥρη ἀποβλώσκειν, μὴ πρὶν φάος ἠελίοιο
δύῃ ὑποφθάμενον, καί τις τὰ ἕκαστα νοήσῃ
1145ὀθνείων· αὖτις δ᾽ ἀβολήσομεν ἐνθάδ᾽ ἰόντες.»
ὣς τώγ᾽ ἀλλήλων ἀγανοῖς ἐπὶ τόσσον ἔπεσσιν
πείρηθεν· μετὰ δ᾽ αὖτε διέτμαγον. ἤτοι Ἰήσων
εἰς ἑτάρους καὶ νῆα κεχαρμένος ὦρτο νέεσθαι·
ἣ δὲ μετ᾽ ἀμφιπόλους· αἳ δὲ σχεδὸν ἀντεβόλησαν
1150πᾶσαι ὁμοῦ· τὰς δ᾽ οὔτι περιπλομένας ἐνόησεν.
ψυχὴ γὰρ νεφέεσσι μεταχρονίη πεπότητο.
αὐτομάτοις δὲ πόδεσσι θοῆς ἐπεβήσατ᾽ ἀπήνης,
καί ῥ᾽ ἑτέρῃ μὲν χειρὶ λάβ᾽ ἡνία, τῇ δ᾽ ἄρ᾽ ἱμάσθλην
δαιδαλέην, οὐρῆας ἐλαυνέμεν· οἳ δὲ πόλινδε
1155θῦνον ἐπειγόμενοι ποτὶ δώματα. τὴν δ᾽ ἄρ᾽ ἰοῦσαν
Χαλκιόπη περὶ παισὶν ἀκηχεμένη ἐρέεινεν.
ἣ δὲ παλιντροπίῃσιν ἀμήχανος οὔτε τι μύθων
ἔκλυεν, οὔτ᾽ αὐδῆσαι ἀνειρομένῃ λελίητο.
ἷζε δ᾽ ἐπὶ χθαμαλῷ σφέλαϊ κλιντῆρος ἔνερθεν
1160λέχρις ἐρεισαμένη λαιῇ ἐπὶ χειρὶ παρειήν·
ὑγρὰ δ᾽ ἐνὶ βλεφάροις ἔχεν ὄμματα, πορφύρουσα
οἷον ἑῇ κακὸν ἔργον ἐπιξυνώσατο βουλῇ.


Έτσ᾽ είπε με γλυκόλογα γλυκά δροσίζοντάς την·
μα εκείνης λύπες θλιβερές ξεσκίζαν την καρδιά της
και λυπημένη, θλιβερό λόγο απαντάει σ᾽ αυτόνε:
1105 «Καλά ειναι στην Ελλάδα αυτά, φιλίες να ταιριάζουν.
Ο Αιήτης όμως άνθρωπος τέτοιος δεν είναι, ως είπες,
της Πασιφάης ο Μίνωας· κι εγώ με την Αριάδνη
ίσα δεν είμαι· και γι᾽ αυτό μη μελετάς φιλίες.
Μόνο μονάχα εμένα συ στην Ιωλκό σαν φτάσεις
1110 θυμού· κι εσένα εγώ χωρίς να θέλουν οι γονιοί μου
θα σε θυμούμαι· κι ας μου ᾽ρθει μακριάθε κάποια φήμη
ή ταχυδρόμος το πουλί, αν πας και με ξεχάσεις·
είθε και μένα ας φέρουνε γοργές πάνω απ᾽ τον πόντο
ανεμοζάλες παίρνοντας στην Ιωλκό απ᾽ εδώθε,
1115 για να σου ειπώ παράπονα μπροστά στο πρόσωπό σου
και σου θυμίσω πως για με γλίτωσες· κι είθε τότε
άξαφνα να βρισκόμουνα μέσα στο μέγαρό σου.»
Έτσ᾽ είπε κι απ᾽ τα μάγουλα τής τρέχαν κάτω δάκρυα
θλιμμένα· και της απαντά εκείνος τότε αμέσως:
1120 «Δύστυχη, άσ᾽ τες να χαθούν τώρα οι ανεμοζάλες,
κι οι ταχυδρόμοι τα πουλιά· γιατί μιλάς στον βρόντο.
Κι αν έρθεις προς τα μέρη αυτά, στη χώρα της Ελλάδας
όλο τιμή και σεβαστή μες σ᾽ άντρες και γυναίκες
θενά εισαι, κι όλοι σαν θεό σχεδόν θα σε τιμήσουν.
1125 Γιατί πίσω στα σπίτια των γυρίσαν τα παιδιά των
από δικό σου θέλημα· κι αδέρφια των και φίλοι
και παλικάρια άντρες των πολλά γλιτώσαν πάθια.
Και συ μες στον παιδιάστικο θάλαμο, το κρεβάτι
θα μου τοιμάζεις· και ποτέ η αγάπη δεν θα πάψει
1130 πριν ο γραμμένος θάνατος να πάρει και τους δυο μας.»
Έτσ᾽ είπε· κι η καρδιά αυτηνής έλιωνε μες στα στήθια,
όμως πάλι θα δείλιαζε φριχτά βλέποντας έργα.
Η δύστυχη! δεν έμελλε πολύν καιρό ν᾽ ανθέξει,
μες στην Ελλάδα για να ᾽ρθει· γιατί το ᾽θελε η Ήρα,
1135 για νά ᾽ρθει στον Πελία κακό, στην Ιωλκό την άγια,
από την Αία η Μήδεια, φεύγοντας την πατρίδα.
Και τώρα οι υπερέτρες πια προσμένοντας πιο πέρα
άφωνες είχαν βαρεθεί· κι έφτασε πια κι η ώρα
να πάει πάλι στο σπίτι της, στη μάνα της η κόρη.
1140 Μα δε σκεφτόταν γυρισμόν αυτή, γιατί η ψυχή της
χαιρόταν από τη μορφή κι απ᾽ τους γλυκούς του λόγους.
Μα ο Αισονίδης γνωστικός αργά κάπου της είπε:
«Ώρα να φύγεις, πριν το φως του ηλιού φτάσει να πάει
στη δύση· και ξένος κανείς νιώσει σαν τί εμείς λέμε,
1145 και πάλι εμείς σαν έρθουμε δω θα συναντηθούμε.»
Έτσι ένας τον άλλονε τόση ώρα δοκιμάζαν
με γλυκά λόγια· κι έπειτα χωρίσαν. Κι ο Ιάσων
στο πλοίο και στους σύντροφους χαρούμενος κινάει·
κι αυτή στις υπερέτρες της· κι αυτές σιμά της ήρθαν
1150 όλες μαζί, όμως αυτή δεν ένιωσε πως ήρθαν,
γιατί ψηλά στα σύννεφα επέταγε η ψυχή της.
Αφαιρεμένη στο γοργό τ᾽ αμάξι της ανέβη,
τα ηνία στο ᾽να χέρι της έπιασε και με τ᾽ άλλο
τ᾽ ωραίο το μαστίγι της τις μούλες να κινήσει·
1155 κι αυτές στην πόλη ετρέχανε με βιάση για το σπίτι.
Σαν έφτασε στο σπίτι της τη ρώτησε η Χαλκιόπη,
για τα παιδιά της έχοντας μεγάλη ανησυχία,
μα εκείνη από τις έννοιες της ούτ᾽ άκουγε τα λόγια,
ούτε σ᾽ ό,τι την ρώταγαν πεθύμαε ν᾽ απαντήσει·
μόν᾽ κάθισε σε χαμηλό σκαμνί κάτω στην κλίνη
1160 στ᾽ αριστερό χέρι σκυφτή το μάγουλο ακουμπώντας,
κι ήταν υγρά τα μάτια της μέσα στα βλέφαρά της·
και σκέφτοταν σε τί δουλειά μόνη της είχε μπλέξει.