Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (3.1275-3.1339)


1275τέτμον δ᾽ Αἰήτην τε καὶ ἄλλων ἔθνεα Κόλχων,
τοὺς μὲν Καυκασίοισιν ἐφεσταότας σκοπέλοισιν,
τὸν δ᾽ αὐτοῦ παρὰ χεῖλος ἑλισσόμενον ποταμοῖο.
Αἰσονίδης δ᾽, ὅτε δὴ πρυμνήσια δῆσαν ἑταῖροι,
δή ῥα τότε ξὺν δουρὶ καὶ ἀσπίδι βαῖν᾽ ἐς ἄεθλον,
1280νηὸς ἀποπροθορών· ἄμυδις δ᾽ ἕλε παμφανόωσαν
χαλκείην πήληκα θοῶν ἔμπλειον ὀδόντων
καὶ ξίφος ἀμφ᾽ ὤμοις, γυμνὸς δέμας, ἄλλα μὲν Ἄρει
εἴκελος, ἄλλα δέ που χρυσαόρῳ Ἀπόλλωνι.
παπτήνας δ᾽ ἀνὰ νειὸν ἴδε ζυγὰ χάλκεα ταύρων
1285αὐτόγυόν τ᾽ ἐπὶ τοῖς στιβαροῦ ἀδάμαντος ἄροτρον.
χρίμψε δ᾽ ἔπειτα κιών, παρὰ δ᾽ ὄβριμον ἔγχος ἔπηξεν
ὀρθὸν ἐπ᾽ οὐριάχῳ, κυνέην δ᾽ ἀποκάτθετ᾽ ἐρείσας.
βῆ δ᾽ αὐτῇ προτέρωσε σὺν ἀσπίδι νήριτα ταύρων
ἴχνια μαστεύων. οἳ δ᾽ ἔκποθεν ἀφράστοιο
1290κευθμῶνος χθονίου, ἵνα τέ σφισιν ἔσκε βόαυλα
καρτερά, λιγνυόεντι πέριξ εἰλυμένα καπνῷ,
ἄμφω ὁμοῦ προγένοντο πυρὸς σέλας ἀμπνείοντες.
ἔδδεισαν δ᾽ ἥρωες, ὅπως ἴδον. αὐτὰρ ὃ τούσγε,
εὖ διαβάς, ἐπιόντας, ἅτε σπιλὰς εἰν ἁλὶ πέτρη,
1295μίμνεν, ἀπειρεσίῃσι δονεύμενα κύματ᾽ ἀέλλαις.
πρόσθε δέ οἱ σάκος ἔσχεν ἐναντίον· οἳ δέ μιν ἄμφω
μυκηθμῷ κρατεροῖσιν ἐνέπληξαν κεράεσσιν,
οὐδ᾽ ἄρα μιν τυτθόν περ ἀνώχλισαν ἀντιόωντες.
ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἐνὶ τρητοῖσιν ἐύρρινοι χοάνοισιν
1300φῦσαι χαλκήων ὁτὲ μέν τ᾽ ἀναμαιμάουσιν,
πῦρ ὀλοὸν πιμπρᾶσαι, ὅτ᾽ αὖ λήγουσιν ἀυτμῆς,
δεινὸς δ᾽ ἐξ αὐτοῦ πέλεται βρόμος, ὁππότ᾽ ἀίξῃ
νειόθεν· ὣς ἄρα τώγε θοὴν φλόγα φυσιόωντες
ἐκ στομάτων ὁμάδευν, τὸν δ᾽ ἄμφεπε δήιον αἶθος
1305βάλλον ἅτε στεροπή· κούρης δέ ἑ φάρμακ᾽ ἔρυτο.
καί ῥ᾽ ὅγε δεξιτεροῖο βοὸς κέρας ἄκρον ἐρύσσας
εἷλκεν ἐπικρατέως παντὶ σθένει, ὄφρα πελάσσῃ
ζεύγλῃ χαλκείῃ, τὸν δ᾽ ἐν χθονὶ κάββαλεν ὀκλάξ,
ῥίμφα ποδὶ κρούσας πόδα χάλκεον. ὣς δὲ καὶ ἄλλον
1310σφῆλε γνὺξ ἐπιόντα, μιῇ βεβολημένον ὁρμῇ.
εὐρὺ δ᾽ ἀποπροβαλὼν χαμάδις σάκος, ἔνθα καὶ ἔνθα
τῇ καὶ τῇ βεβαὼς ἄμφω ἔχε πεπτηῶτας
γούνασιν ἐν προτέροισι, διὰ φλογὸς εἶθαρ ἐλυσθείς.
θαύμασε δ᾽ Αἰήτης σθένος ἀνέρος. οἱ δ᾽ ἄρα τείως
1315Τυνδαρίδαι —δὴ γάρ σφι πάλαι προπεφραδμένον ἦεν—
ἀγχίμολον ζυγά οἱ πεδόθεν δόσαν ἀμφιβαλέσθαι.
αὐτὰρ ὃ εὖ ἐνέδησε λόφους· μεσσηγὺ δ᾽ ἀείρας
χάλκεον ἱστοβοῆα, θοῇ συνάρασσε κορώνῃ
ζεύγληθεν. καὶ τὼ μὲν ὑπὲκ πυρὸς ἂψ ἐπὶ νῆα
1320χαζέσθην· ὃ δ᾽ ἄρ᾽ αὖτις ἑλὼν σάκος ἔνθετο νώτῳ
ἐξόπιθεν, καὶ γέντο θοῶν ἔμπλειον ὀδόντων
πήληκα βριαρὴν δόρυ τ᾽ ἄσχετον, ᾧ ῥ᾽ ὑπὸ μέσσας
ἐργατίνης ὥς τίς τε Πελασγίδι νύσσεν ἀκαίνῃ
οὐτάζων λαγόνας· μάλα δ᾽ ἔμπεδον εὖ ἀραρυῖαν
1325τυκτὴν ἐξ ἀδάμαντος ἐπιθύνεσκεν ἐχέτλην.
οἳ δ᾽ εἵως μὲν περιώσια θυμαίνεσκον,
λάβρον ἐπιπνείοντε πυρὸς σέλας· ὦρτο δ᾽ ἀυτμή
ἠύτε βυκτάων ἀνέμων βρόμος, οὕς τε μάλιστα
δειδιότες μέγα λαῖφος ἁλίπλοοι ἐστείλαντο.
1330δηρὸν δ᾽ οὐ μετέπειτα κελευόμενοι ὑπὸ δουρί
ἤισαν· ὀκριόεσσα δ᾽ ἐρείκετο νειὸς ὀπίσσω,
σχιζομένη ταύρων τε βίῃ κρατερῷ τ᾽ ἀροτῆρι.
δεινὸν δ᾽ ἐσμαράγευν ἄμυδις κατὰ ὦλκας ἀρότρου
βώλακες ἀγνύμεναι ἀνδραχθέες· εἵπετο δ᾽ αὐτός
1335λαῖον ἐπὶ στιβαρῷ πιέσας ποδί· τῆλε δ᾽ ἑοῖο
βάλλεν ἀρηρομένην αἰεὶ κατὰ βῶλον ὀδόντας
ἐντροπαλιζόμενος, μή οἱ πάρος ἀντιάσειεν
γηγενέων ἀνδρῶν ὀλοὸς στάχυς· οἳ δ᾽ ἄρ᾽ ἐπιπρό
χαλκείαις χηλῇσιν ἐρειδόμενοι πονέοντο.


Ο Ιάσων εκτελεί τον άθλον.

1275 Και τον Αιήτη επέτυχαν κι άλλες φυλές των Κόλχων
άλλους πάνω στους σκόπελους του Καύκασου να στέκουν
κι άλλους εκεί στου γυριστού του ποταμού τις όχτες.
Κι όταν οι φίλοι τα σκοινιά δέσαν, ο Αισονίδης
για τον αγώνα ετράβηξε μ᾽ ασπίδα και κοντάρι
1280 απ᾽ το καράβι του έξω μπρος πηδώντας· και μαζί του
κράνος ολόλαμπρο χαλκό γεμάτο δόντια επήρε·
και ξίφος απ᾽ τους ώμους του, γυμνόκορμος, σαν Άρης
ή και σαν τον χρυσόσπαθον Απόλλωνα παρόμοιος.
Και στο χωράφι ψάχνοντας βλέπει ζυγό των ταύρων
1285 χάλκινο, μονοκόμματο, και μ᾽ ατσαλένιο αλέτρι·
πήγε κοντά και τ᾽ άγγιξε, κι ορθό το δυνατό του
κοντάρι μπήγει απ᾽ την ουρά, κι έβγαλε και το κράνος.
Με την ασπίδα τράβηξε μπρος για να ᾽βρει των ταύρων
τ᾽ άμετρα αχνάρια· κι αυτοί δα κάπου απ᾽ της γης κανένα
1290 κρυψώνα, πού ητανε γι᾽ αυτούς ο στεριωμένος σταύλος,
από κατάμαυρο καπνό τριγύρωθ᾽ αλειμμένος,
κι οι δυο μαζί βγήκανε μπρος φλόγα φωτιάς πετώντας.
Κι οι ήρωες φοβήθηκαν ως είδαν. Μα ο Ιάσων
καλόστεκος τους δέχτηκε, που ᾽ρχονταν, ως ο βράχος
1295 της θάλασσας, τα κύματα, που φέρνει η ανεμοζάλη.
Μπρος την ασπίδα εκράταγε αντίκρυ τους· κι οι δυο τους
με δυνατό μουγκάνισμα τα κέρατα χτυπήσαν,
μα ως πέσαν δεν τον κούνησαν μήτε λίγο απ᾽ τον τόπο.
Κι όπως στο τρυπητό χουνί τα φυσερά του γύφτου
1300 τα καλοδέρματα, άλλοτε αγριεύουν την ολέθρια
φωτιά καίγοντας, κι άλλοτε παύουνε να φυσάνε,
και φοβερό βγαίνει απ᾽ αυτά βούισμα σαν φυσήξουν
κάτωθεν· έτσι δα κι αυτοί φλόγα γοργή φυσώντας
από το στόμα βούιζαν, κι αυτόν σκέπαζε η φλόγα
1305 η καυτερή, σαν αστραπή· μα εσώθη απ᾽ τα βοτάνια.
Κι αυτός του δεξιού βοδιού τα κέρατα κρατώντας
τράβα μ᾽ όλη την δύναμη γερά ώσπου να το φτάσει
στη ζεύγλα τη χαλκή, στη γη γονατιστό το ρίχνει
χτυπώντας με το πόδι του γοργά το χάλκινό του
πόδι· έτσι και το δεύτερο γονάτισε ως ερχόταν
1310 μ᾽ ένα μονάχα χτύπημα, και την πλατιά πετώντας
ασπίδα κάτω μακριά, δώθε και κείθε επέρνα
κι εδώ κι εκεί κράτει τους δυο στα γόνατα πεσμένους
τα μπροστινά, και ξάπλωσε πέρα μακριά απ᾽ τη φλόγα·
και θαύμασε τη δύναμη του άντρα ο Αιήτης. Τότε
1315 οι Τυνδαρίδες, —που από πριν τά ειχαν συμφωνημένα—
ήρθαν κοντά και το ζυγό χάμω απ᾽ τη γη τού δώσαν
να τον περάσει· και έδεσεν αυτός τους λόφους στέρια,
κι από τη μέση υψώνοντας ιστόβοϊδο χαλκένιο
με μία σφήνα μυτερή το ταίριασε στη ζεύγλα·
κι αυτοί καημένοι απ᾽ τη φωτιά γυρίσανε στο πλοίο.
1320 Και την ασπίδα πήρ᾽ αυτός και πίσω του στον ώμο
την έβαλε, και το βαρύ κράνος γεμάτο δόντια
πήρε από κάτω μυτερά, και το γερό του δόρυ.
Και με Πελασγικό κεντρί κεντούσε σαν εργάτης
χτυπώντας μες στα λαγαρά· και το στεριό το χέρι,
1325 καλόδετο, καλόχυτο, διεύθυνε του αρότρου.
Κι οι ταύροι τότε περισσά ώρα πολλή φουσκώναν
ορμητική φλόγα φωτιάς φυσώντας· κι ο ατμός της
σαν βούισμα βουηχτερών ανέμων σηκωνόταν,
που οι ναύτες τρέμουν πιο πολύ και ρίχνουν τα πανιά των.
1330 Μα σε λιγάκι αργότερα ακούοντας στο δόρυ
τραβήξαν μπρος· κι η τραχιά γη πίσω του τριζοβόλα
καθώς από τη δύναμη των ταύρων εσκιζόταν
κι απ᾽ τον γερόν αλετριστή· και φοβερά βροντούσαν
σωρό στ᾽ αυλάκια τ᾽ αλετριού τ᾽ ασήκωτα τα σβόλια
καθώς εσπάγανε· κι αυτός ακολουθώντας πίσω
1335 το χόρτο με το στιβαρό ποδάρι του επατούσε.
Και σ᾽ όσο τόπο αλέτριζε πέτα μακριά του δόντια
στρέφοντας πίσω, μην του βγει μπρος του τ᾽ ολέθριο στάχυ
των γηγενών αντρών. Και μπρος χωρίς ανάσα οι ταύροι
κοπιάζαν και στηρίζονταν στα χάλκινά των νύχια.