Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.183-4.240)


ἠὼς μέν ῥ᾽ ἐπὶ γαῖαν ἐκίδνατο, τοὶ δ᾽ ἐς ὅμιλον
ἷξον· θάμβησαν δὲ νέοι μέγα κῶας ἰδόντες
185λαμπόμενον στεροπῇ ἴκελον Διός. ὦρτο δ᾽ ἕκαστος
ψαῦσαι ἐελδόμενος δέχθαι τ᾽ ἐνὶ χερσὶν ἑῇσιν.
Αἰσονίδης δ᾽ ἄλλους μὲν ἐρήτυε, τῷ δ᾽ ἐπὶ φᾶρος
κάββαλε νηγάτεον· πρύμνῃ δ᾽ ἐνεείσατο κούρην
ἀνθέμενος, καὶ τοῖον ἔπος μετὰ πᾶσιν ἔειπεν·
190«μηκέτι νῦν χάζεσθε, φίλοι, πάτρηνδε νέεσθαι.
ἤδη γὰρ χρειώ, τῆς εἵνεκα τήνδ᾽ ἀλεγεινην
ναυτιλίην ἔτλημεν ὀιζύι μοχθίζοντες,
εὐπαλέως κούρης ὑπὸ δήνεσι κεκράανται.
τὴν μὲν ἐγὼν ἐθέλουσαν ἀνάξομαι οἴκαδ᾽ ἄκοιτιν
195κουριδίην· ἀτὰρ ὔμμες Ἀχαιίδος οἷά τε πάσης
αὐτῶν θ᾽ ὑμείων ἐσθλὴν ἐπαρωγὸν ἐοῦσαν
σώετε· δὴ γάρ που, μάλ᾽ ὀίομαι, εἶσιν ἐρύξων
Αἰήτης ὁμάδῳ πόντονδ᾽ ἴμεν ἐκ ποταμοῖο.
ἀλλ᾽ οἳ μὲν διὰ νηός, ἀμοιβαδὶς ἀνέρος ἀνήρ
200ἑζόμενος, πηδοῖσιν ἐρέσσετε· τοὶ δὲ βοείας
ἀσπίδας ἡμίσεες, δῄων θοὸν ἔχμα βολάων,
προσχόμενοι νόστῳ ἐπαμύνετε. νῦν ἐνὶ χερσίν
παῖδας ἑοὺς πάτρην τε, φίλοι, γεραρούς τε τοκῆας
ἴσχομεν· ἡμετέρῃ δ᾽ ἐπερείδεται Ἑλλὰς ἐφορμῇ,
205ἠὲ κατηφείην, ἢ καὶ μέγα κῦδος ἀρέσθαι.»
ὣς φάτο, δῦνε δὲ τεύχε᾽ ἀρήια· τοὶ δ᾽ ἰάχησαν
θεσπέσιον μεμαῶτες. ὃ δὲ ξίφος ἐκ κολεοῖο
σπασσάμενος πρυμναῖα νεὼς ἀπὸ πείσματ᾽ ἔκοψεν·
ἄγχι δὲ παρθενικῆς κεκορυθμένος ἰθυντῆρι
210Ἀγκαίῳ παρέβασκεν· ἐπείγετο δ᾽ εἰρεσίῃ νηῦς
σπερχομένων ἄμοτον ποταμοῦ ἄφαρ ἐκτὸς ἐλάσσαι.
ἤδη δ᾽ Αἰήτῃ ὑπερήνορι πᾶσί τε Κόλχοις
Μηδείης περίπυστος ἔρως καὶ ἔργ᾽ ἐτέτυκτο,
ἐς δ᾽ ἀγορὴν ἀγέροντ᾽ ἐνὶ τεύχεσιν. ὅσσα δὲ πόντου
215κύματα χειμερίοιο κορύσσεται ἐξ ἀνέμοιο,
ἢ ὅσα φύλλα χαμᾶζε περικλαδέος πέσεν ὕλης
φυλλοχόῳ ἐνὶ μηνί —τίς ἂν τάδε τεκμήραιτο;—
ὣς οἳ ἀπειρέσιοι ποταμοῦ παρεμέτρεον ὄχθας,
κλαγγῇ μαιμώοντες· ὃ δ᾽ εὐτύκτῳ ἐνὶ δίφρῳ
220Αἰήτης ἵπποισι μετέπρεπεν, οὕς οἱ ὄπασσεν
Ἠέλιος, πνοιῇσιν ἐειδομένους ἀνέμοιο,
σκαιῇ μέν ῥ᾽ ἐνὶ χειρὶ σάκος δινωτὸν ἀείρων,
τῇ δ᾽ ἑτέρῃ πεύκην περιμήκεα· πὰρ δέ οἱ ἔγχος
ἀντικρὺ τετάνυστο πελώριον· ἡνία δ᾽ ἵππων
225γέντο χεροῖν Ἄψυρτος. ὑπεκπρὸ δὲ πόντον ἔταμνεν
νηῦς ἤδη κρατεροῖσιν ἐπειγομένη ἐρέτῃσιν
καὶ μεγάλου ποταμοῖο καταβλώσκοντι ῥεέθρῳ.
αὐτὰρ ἄναξ ἄτῃ πολυπήμονι χεῖρας ἀείρας
Ἠέλιον καὶ Ζῆνα κακῶν ἐπιμάρτυρας ἔργων
230κέκλετο· δεινὰ δὲ παντὶ παρασχεδὸν ἤπυε λαῷ,
εἰ μή οἱ κούρην αὐτάγρετον, ἢ ἀνὰ γαῖαν,
ἢ πλωτῆς εὑρόντες ἔτ᾽ εἰν ἁλὸς οἴδματι νῆα
ἄξουσιν, καὶ θυμὸν ἐνιπλήσει μενεαίνων
τίσασθαι τάδε πάντα, δαήσονται κεφαλῇσιν
235πάντα χόλον καὶ πᾶσαν ἑὴν ὑποδέγμενοι ἄτην.
ὣς ἔφατ᾽ Αἰήτης. αὐτῷ δ᾽ ἐνὶ ἤματι Κόλχοι
νῆάς τ᾽ εἰρύσαντο καὶ ἄρμενα νηυσὶ βάλοντο,
αὐτῷ δ᾽ ἤματι πόντον ἀνήιον· οὐδέ κε φαίης
τόσσον νηίτην στόλον ἔμμεναι, ἀλλ᾽ οἰωνῶν
240ἰλαδὸν ἄσπετον ἔθνος ἐπιβρομέειν πελάγεσσιν.


Αναχώρησις Αργοναυτών και καταδίωξις αυτών υπό του Αιήτου.

Στη γη σκορπιότανε η αυγή κι εκείνοι στους συντρόφους
εφτάσαν· και θαμπώθηκαν σαν είδανε το μέγα
185 το δέρμα οι νιοι σαν αστραπή του Δία όμοια να λάμπει,
και σηκωθήκαν θέλοντας καθένας να τ᾽ αγγίσει
και μες στα χέρια του ο καθείς μέσα να το κρατήσει.
Κι ο Αισονίδης μπόδιζε τους άλλους, κι ένα φάρος
λεπτόν απάνω του ᾽βαλε· και κάθισε την κόρη
στην πρύμη απάνω κι έπειτα μίλησε στους συντρόφους.
190 «Φίλοι μου, μην αργείτε πια, πάμε για την πατρίδα.
Γιατί η ανάγκη, που γι᾽ αυτήν ετούτο το ταξίδι
κάναμε εμείς το δύσκολο, κόπους πολλούς τραβώντας,
εύκολα με τις συμβουλές της κόρης έχει γίνει.
Αυτήν εγώ στο σπίτι μου θέλοντας θα την πάρω
195 γυναίκα νόμιμη· και σεις όλοι να την φυλάτε
σαν βοηθό καλό κι εσάς και της Ελλάδας όλης.
Γιατί θαρρώ πως με λαό θα ᾽ρθει να μας μποδίσει
ο Αιήτης απ᾽ τον ποταμό στη θάλασσα να βγούμε.
Μόνε οι μισοί με την σειρά ένας πίσω στον άλλο
200 μες στο καράβι καθιστοί με τα κουπιά τραβάτε.
Οι άλλοι μισοί τις βοδινές ασπίδες φυλαχτάρι
πρόχειρο στα χτυπήματα του εχτρού μπροστά κρατώντας
βοηθάτε για το γυρισμό· στα χέρια μας κρεμόνται
τώρα πατρίδα και παιδιά, γέροι γονιοί και φίλοι.
Σε τούτο το ξεκίνημα στηρίζεται η Ελλάδα,
205 αν θα την έβρει συμφορά είτε μεγάλη δόξα.»
Είπε· και τα πολεμικά όπλα φορεί· κι εκείνοι
φωνάξαν μ᾽ άγρια πεθυμιά· και το σπαθί απ᾽ τη θήκη
κείνος τραβά και τα πρυμιά σκοινιά του πλοίου κόβει.
Πήγε στην κόρη και σιμά εστάθηκε οπλισμένος
210 και στον Αγκαίο τον πλοίαρχο· και βιαστικά το πλοίο
σπρωχνότανε με τα κουπιά, γιατί πολύ βιαζόνταν
αδιάκοπα απ᾽ τον ποταμό γοργά όξω να το βγάλουν.
Και τώρα στον περήφανον Αιήτη και στους Κόλχους
όλους γενήκαν φανερά, της Μήδειας η αγάπη
και τα έργα της και τρέξανε στην αγορά οπλισμένοι.
215 Κι όπως ο χειμωνιάτικος άνεμος ξεσηκώνει
μέσα στο πέλαο κύματα, ή κι όπως πέφτουν κάτω
στη γη από τα πολύκλαδα δέντρα σωρό τα φύλλα
στο μήνα της πεσοφυλλιάς, —ποιός θενα τα μετρούσε;—
τόσο πολλοί γεμίσανε του ποταμού τις όχτες
βροντώντας όλο πεθυμιά· και σ᾽ όμορφο ένα αμάξι
220 ο Αιήτης εξεχώριζε με τ᾽ άλογα, που ο Ήλιος
τού ειχε δοσμένα, γλήγορα σαν την πνοή του ανέμου,
στ᾽ αριστερό σηκώνοντας μιαν στρογγυλήν ασπίδα,
στ᾽ άλλο πευκόδαυλο μακρύ· και δίπλα του κοντάρι
στ᾽ αληθινά πελώριο στεκόταν· και τα ηνία
225 στα χέρια εκράτει ο Άψυρτος. Μα ωστόσο το καράβι
έσκιζε πια το πέλαγος απ᾽ τα κουπιά σπρωγμένο
κι απ᾽ του μεγάλου ποταμού τ᾽ ορμητικό το ρέμα.
Κι ο βασιλιάς απ᾽ το κακό τα χέρια του σηκώνει
και μάρτυρες για τα κακά τον Ήλιο και το Δία
230 εκάλαγε· και δυνατές φοβέρες στο λαό του
έλεγεν αν την κόρη του δεν έπιαναν μονάχοι
ή στη στεριά ή στης υγρής της θάλασσας το κύμα,
το πλοίο βρίσκοντας αυτό, να βγάλει το θυμό του,
να τιμωρήσει όλ᾽ αυτά. Θα μάθουν τότες ότι
235 όλ᾽ η οργή και το κακό απάνω τους θα πέσει.
Έτσ᾽ είπε ο Αιήτης· κι αυτή δα την ίδια μέρα οι Κόλχοι
πλοία σύραν στη θάλασσα κι άρμενα βάλαν μέσα
κι αυτή τη μέρα πλέανε στο πέλαγο· ποτέ σου
δε θα ᾽λεγες πως ήτανε μάζεμα πλοίων τόσο,
240 μόνε πουλιών αμέτρητο κοπάδι πως βουίζει.