Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.753-4.850)


οὐδ᾽ ἄλοχον Κρονίδαο Διὸς λάθον· ἀλλά οἱ Ἶρις
πέφραδεν, εὖτ᾽ ἐνόησεν ἀπὸ μεγάροιο κιόντας.
755αὐτὴ γάρ μιν ἄνωγε δοκευέμεν, ὁππότε νῆα
στείχοιεν· τὸ καὶ αὖτις ἐποτρύνουσ᾽ ἀγόρευεν·
«Ἶρι φίλη, νῦν, εἴ ποτ᾽ ἐμὰς ἐτέλεσσας ἐφετμάς,
εἰ δ᾽ ἄγε λαιψηρῇσι μετοιχομένη πτερύγεσσιν
δεῦρο Θέτιν μοι ἄνωχθι μολεῖν ἁλὸς ἐξανιοῦσαν.
760κείνης γὰρ χρειώ με κιχάνεται. αὐτὰρ ἔπειτα
ἐλθεῖν εἰς ἀκτάς, ὅθι τ᾽ ἄκμονες Ἡφαίστοιο
χάλκειοι στιβαρῇσιν ἀράσσονται τυπίδεσσιν·
εἰπὲ δὲ κοιμῆσαι φύσας πυρός, εἰσόκεν Ἀργώ
τάσγε παρεξελάσῃσιν. ἀτὰρ καὶ ἐς Αἴολον ἐλθεῖν,
765Αἴολον ὅς τ᾽ ἀνέμοις αἰθρηγενέεσσιν ἀνάσσει·
καὶ δὲ τῷ εἰπέμεναι τὸν ἐμὸν νόον, ὥς κεν ἀήτας
πάντας ἀπολλήξειεν ὑπ᾽ ἠέρι, μηδέ τις αὔρη
τρηχύνοι πέλαγος· ζεφύρου γε μὲν οὖρος ἀήτω,
ὄφρ᾽ οἵγ᾽ Ἀλκινόου Φαιηκίδα νῆσον ἵκωνται.»
770ὣς ἔφατ᾽· αὐτίκα δ᾽ Ἶρις ἀπ᾽ Οὐλύμποιο θοροῦσα
τέμνε, τανυσσαμένη κοῦφα πτερά. δῦ δ᾽ ἐνὶ πόντῳ
Αἰγαίῳ, τόθι πέρ τε δόμοι Νηρῆος ἔασιν.
πρώτην δ᾽ εἰσαφίκανε Θέτιν, καὶ ἐπέφραδε μῦθον
Ἥρης ἐννεσίης, ὦρσέν τέ μιν εἰς νέεσθαι.
775δεύτερα δ᾽ εἰς Ἥφαιστον ἐβήσατο· παῦσε δὲ τόνγε
ῥίμφα σιδηρείων τυπίδων· ἔσχοντο δ᾽ ἀυτμῆς
αἰθαλέοι πρηστῆρες. ἀτὰρ τρίτον εἰσαφίκανεν
Αἴολον Ἱππότεω παῖδα κλυτόν. ὄφρα δὲ καὶ τῷ
ἀγγελίην φαμένη θοὰ γούνατα παῦεν ὁδοῖο,
780τόφρα Θέτις Νηρῆα κασιγνήτας τε λιποῦσα
ἐξ ἁλὸς Οὔλυμπόνδε θεὰν μετεκίαθεν Ἥρην·
ἣ δέ μιν ἆσσον ἑοῖο παρεῖσέ τε, φαῖνέ τε μῦθον·
«κέκλυθι νῦν, Θέτι δῖα, τά τοι ἐπιέλδομ᾽ ἐνισπεῖν.
οἶσθα μέν, ὅσσον ἐμῇσιν ἐνὶ φρεσὶ τίεται ἥρως
785Αἰσονίδης οἱ δ᾽ ἄλλοι ἀοσσητῆρες ἀέθλου,
οἵη τέ σφ᾽ ἐσάωσα διὰ πλαγκτὰς περόωντας
πέτρας, ἔνθα πάρος δειναὶ βρομέουσι θύελλαι,
κύματά τε σκληρῇσι περιβλύει σπιλάδεσσιν.
νῦν δὲ παρὰ Σκύλλης σκόπελον μέγαν ἠδὲ Χάρυβδιν
790δεινὸν ἐρευγομένην δέχεται ὁδός. ἀλλά σε γὰρ δή
ἐξέτι νηπυτίης αὐτὴ τρέφον ἠδ᾽ ἀγάπησα
ἔξοχον ἀλλάων, αἵ τ᾽ εἰν ἁλὶ ναιετάουσιν,
οὕνεκεν οὐκ ἔτλης εὐνῇ Διὸς ἱεμένοιο
λέξασθαι. κείνῳ γὰρ ἀεὶ τάδε ἔργα μέμηλεν,
795ἠὲ σὺν ἀθανάταις ἠὲ θνητῇσιν ἰαύειν.
ἀλλ᾽ ἐμέ γ᾽ αἰδομένη καὶ ἐνὶ φρεσὶ δειμαίνουσα
ἠλεύω· ὃ δ᾽ ἔπειτα πελώριον ὅρκον ὄμοσσεν,
μήποτέ σ᾽ ἀθανάτοιο θεοῦ καλέεσθαι ἄκοιτιν.
ἔμπης δ᾽ οὐ μεθίεσκεν ὀπιπεύων ἀέκουσαν,
800εἰσότε οἱ πρέσβειρα Θέμις κατέλεξεν ἅπαντα,
ὡς δή τοι πέπρωται ἀμείνονα πατρὸς ἑοῖο
παῖδα τεκεῖν· τὼ καί σε λιλαιόμενος μεθέηκεν,
δείματι, μή τις ἑοῦ ἀντάξιος ἄλλος ἀνάσσοι
ἀθανάτων, ἀλλ᾽ αἰὲν ἑὸν κράτος εἰρύοιτο.
805αὐτὰρ ἐγὼ τὸν ἄριστον ἐπιχθονίων πόσιν εἶναι
δῶκά τοι, ὄφρα γάμου θυμηδέος ἀντιάσειας,
τέκνα τε φιτύσαιο· θεοὺς δ᾽ εἰς δαῖτ᾽ ἐκάλεσσα
πάντας ὁμῶς· αὐτὴ δὲ σέλας χείρεσσιν ἀνέσχον
νυμφίδιον, κείνης ἀγανόφρονος εἵνεκα τιμῆς.
810ἀλλ᾽ ἄγε καί τινά τοι νημερτέα μῦθον ἐνίψω.
εὖτ᾽ ἂν ἐς Ἠλύσιον πεδίον τεὸς υἱὸς ἵκηται,
ὃν δὴ νῦν Χείρωνος ἐν ἤθεσι Κενταύροιο
νηιάδες κομέουσι τεοῦ λίπτοντα γάλακτος,
χρειώ μιν κούρης πόσιν ἔμμεναι Αἰήταο
815Μηδείης. σὺ δ᾽ ἄρηγε νυῷ ἑκυρή περ ἐοῦσα,
ἠδ᾽ αὐτῷ Πηλῆι. τί τοι χόλος ἐστήρικται;
ἀάσθη. καὶ γάρ τε θεοὺς ἐπινίσσεται ἄτη.
ναὶ μὲν ἐφημοσύνῃσιν ἐμαῖς Ἥφαιστον ὀίω
λωφήσειν πρήσσοντα πυρὸς μένος, Ἱπποτάδην δέ
820Αἴολον ὠκείας ἀνέμων ἄικας ἐρύξειν,
νόσφιν ἐυσταθέος ζεφύρου, τείως κεν ἵκωνται
Φαιήκων λιμένας· σὺ δ᾽ ἀκηδέα μήδεο νόστον.
δεῖμα δέ τοι πέτραι καὶ ὑπέρβια κύματ᾽ ἔασιν
μοῦνον, ἅ κεν τρέψαιο κασιγνήτῃσι σὺν ἄλλαις.
825μηδὲ σύγ᾽ ἠὲ Χάρυβδιν ἀμηχανέοντας ἐάσῃς
ἐσβαλέειν, μὴ πάντας ἀναβρόξασα φέρῃσιν,
ἠὲ παρὰ Σκύλλης στυγερὸν κευθμῶνα νέεσθαι,
Σκύλλης Αὐσονίης ὀλοόφρονος, ἣν τέκε Φόρκῳ
νυκτιπόλος Ἑκάτη, τήν τε κλείουσι Κράταιιν,
830μή πως σμερδαλέῃσιν ἐπαΐξασα γένυσσιν
λεκτοὺς ἡρώων δηλήσεται. ἀλλ᾽ ἔχε νῆα
κεῖσ᾽, ὅθι περ τυτθή γε παραίβασις ἔσσετ᾽ ὀλέθρου.»
ὣς φάτο· τὴν δὲ Θέτις τοίῳ προσελέξατο μύθῳ·
«εἰ μὲν δὴ μαλεροῖο πυρὸς μένος ἠδὲ θύελλαι
835ζαχρηεῖς λήξουσιν ἐτήτυμον, ἦ τ᾽ ἂν ἔγωγε
θαρσαλέη φαίην καὶ κύματος ἀντιόωντος
νῆα σαωσέμεναι, ζεφύρου λίγα κινυμένοιο.
ἀλλ᾽ ὥρη δολιχήν τε καὶ ἄσπετον οἷμον ὁδεύειν,
ὄφρα κασιγνήτας μετελεύσομαι, αἵ μοι ἀρωγοί
840ἔσσονται, καὶ νηὸς ὅθι πρυμνήσι᾽ ἀνῆπται,
ὥς κεν ὑπηῷοι μνησαίατο νόστον ἑλέσθαι.»
ἦ καὶ ἀναΐξασα κατ᾽ αἰθέρος ἔμπεσε δίναις
κυανέου πόντοιο· κάλει δ᾽ ἐπαμυνέμεν ἄλλας
αὐτοκασιγνήτας Νηρηίδας· αἳ δ᾽ ἀίουσαι
845ἤντεον ἀλλήλῃσι· Θέτις δ᾽ ἀγόρευεν ἐφετμάς
Ἥρης· αἶψα δ᾽ ἴαλλε μετ᾽ Αὐσονίην ἅλα πάσας.
αὐτὴ δ᾽ ὠκυτέρη ἀμαρύγματος ἠὲ βολάων
ἠελίου, ὅτ᾽ ἄνεισι περαίης ὑψόθι γαίης,
σεύατ᾽ ἴμεν λαιψηρὰ δι᾽ ὕδατος, ἔστ᾽ ἀφίκανεν
850ἀκτὴν Αἰαίην Τυρσηνίδος ἠπείροιο.


Η Ήρα λαμβάνει μέτρα προστασίας των Αργοναυτών.

Και δεν ξεφύγαν του Διός Κρονίδη τη γυναίκα·
μα η Ίρις της το μήνυσε σαν ένιωσε να βγαίνουν
755 από το μέγαρο· γιατί εκείνη ειχε προστάξει
να περιμένει να τους δει πότε θα παν στο πλοίο·
γι᾽ αυτό παρακινώντας την πάλι της είπε τώρα.
«Ίρι καλή μου, αν έκανες ποτέ τις προσταγές μου,
τρέχα και τώρα πήγαινε με τα γοργά φτερά σου
πετώντας, και στην Θέτιδα παράγγειλε να μού ᾽ρθει
760 βγαίνοντας απ᾽ την θάλασσα· γιατί την έχω ανάγκη.
Κι έπειτα τράβα στους γιαλούς, που του Ήφαιστου τ᾽ αμόνια
τα χάλκινα χτυπιόντουνε απ᾽ τα βαριά σφυριά του·
και πες τις φλόγες της φωτιάς να τις καταλαγιάσει,
ωσόπου το καράβι η Αργώ εκείθε να περάσει.
Κι έπειτα κείθε πήγαινε τον Αίολο να μού ᾽βρεις
765 αυτόν, που στους ξαστερωτές ανέμους βασιλεύει ·
και πες σ᾽ αυτόν τη σκέψη μου, όλους να τους συχάσει
τους άνεμους στον ουρανό, κι ούτε μικρό αγεράκι
να μην κινεί το πέλαγος· και μαϊστράλι μόνο
πρίμο ας φυσάει, στο νησί να φτάσουνε τ᾽ Αλκίνου.»
770 Έτσ᾽ είπε· κι απ᾽ τον Όλυμπο πηδώντας κάτω η Ίρις
έτρεχε, τ᾽ αλαφριά φτερά απλώνοντας και πέφτει
μέσα στο Αιγαίο πέλαγος, που ᾽ν᾽ του Νηρέα τα σπίτια.
Πρώτα στη Θέτην έφτασε με συμβουλές της Ήρας
και τηνε παρακίνησε σ᾽ αυτήνε να πηγαίνει.
775 Στον Ήφαιστο πήγ᾽ έπειτα και τα σφυριά του παύει
τα σιδερένια γλήγορα· και πάψαν να φυσάνε
τα καπνισμένα φυσερά· και τρίτο τέλος φτάνει
στον Αίολο, το ξακουστό παιδί του Ιππότη. Κι άμα
είπε κι αυτού το μήνυμα παύει η θεά να τρέχει.
780 Και τότε η Θέτη αφήνοντας Νηρέα κι αδερφάδες
στον Όλυμπο απ᾽ το πέλαγο στη θεά την Ήρα επήγε.
Κι εκείνη την εκάθισε κοντά της και της είπε.
«Άκουσε τώρα, Θέτη μου, σαν τί θέλω να σού ειπω.
Ξέρεις πόσο από μένανε τιμιέται ο Αισονίδης
785 ο ήρωας, κι όσοι μ᾽ αυτόν βοηθοί στο έργο τού ειναι.
Κι η ίδια εγώ τους έσωσα περνώντας απ᾽ τους Βράχους
τους Κινητούς, που βόγγαγαν φριχτές ανεμοζάλες
και πλημμυρίζαν κύματα γύρω στους άγριους βράχους.
Τώρα απ᾽ της Σκύλλας τον ψηλό βράχο τους φέρνει ο δρόμος
790 και μέσα από τη Χάρυβδη, που φοβερά ρουφάει.
Μα εσένα ακόμα από μωρό εγώ σ᾽ έχω αναθρέψει
και πιότερο σ᾽ αγάπησα απ᾽ όλες όσες μένουν
στη θάλασσα· γιατί ποτέ δε δέχτης στο κρεβάτι
να πέσεις, που λαχτάραγεν ο Δίας· γιατ᾽ εκείνος
πάντα σε τέτοια έργα το νου έχει· να ξενυχτάει
795 είτε μ᾽ αθάνατες θεές ή με θνητές γυναίκες.
Αλλά και μένα ντράπηκες και στην καρδιά φοβήθης
κι απόφυγες· κι αυτός στερνά όρκο μεγάλο ορκίστη
ποτές αθάνατου θεού να μη σε ειπούν γυναίκα.
Μα μ᾽ όλα αυτά δεν έπαυε να σε γλυκοκοιτάζει,
800 ωσόπου η Θέμη η σεβαστή καταλεπτώς του τά ειπε,
πως τάχα σού ητανε γραφτό παιδί για να γεννήσεις
καλύτερο από το γονιό· γι᾽ αυτό κι αν σε ποθούσε,
σ᾽ άφησε από το φόβο του, μήπως άλλος πιο άξιος
στους αθάνατους βασιλιάς γινόταν, και για να ᾽χει
805 πάντα την εξουσία του. Κι εγώ σου ᾽δωσα γι᾽ άντρα
απ᾽ τους θνητούς τον πιο καλό, γάμο γλυκό για νά ιδεις
και να γεννήσεις και παιδιά· και κάλεσα στο δείπνο
όλους τους θεούς μαζί· κι εγώ στα χέρια μου εκρατούσα
τα νυφικά σου τα δαυλιά, για την ευγενικιά σου
εκείνη την παλιά τιμή· μα τώρα άκουσε πάλι
810 να σού ειπω κάποιο αληθινό λόγον. Όταν ο γιος σου
θα πάει στα Ηλύσια, που τώρα στου Κενταύρου
του Χείρωνα τον τρέφουνε Νύμφες, αφού το γάλα
το εδικό σου του ᾽λειψε, ανάγκη ειναι να γένει
άντρας εκεί της Μήδειας, της κόρης του Αιήτη.
815 Και τώρα εσύ τη νύφη σου βόηθα σαν πεθερά της
και τον Πηλέα· μα γιατί να τού εισαι θυμωμένη;
Σου ᾽φταιξε· μα και τους θεούς ακόμα κακό βρίσκει.
Πιστεύω πως ο Ήφαιστος κατά τη θέλησή μου
θενα ησυχάσει της φωτιάς φυσώντας τη μανία,
820 κι ο Αίολος το φύσημα θα κόψει των ανέμων,
εκτός από το σταθερό Ζέφυρο, ώσπου να φτάσουν
στη θάλασσα των Φαίακων· και φρόντισε συ τώρα
πώς να γυρίσουν άβλαφτοι. Και μόνος φόβος είναι
οι βράχοι και τα κύματα τα φοβερά, που αν θέλεις
εσύ κι οι άλλες σου αδερφές μπορείς να τ᾽ αποδιώξεις.
825 Και μη θέλεις ανήξεροι στη Χάρυβδη να πέσουν
μήπως τους πάρει όλους μαζί αυτή και τους κατάπιει,
ή κι απ᾽ της Σκύλλας το φριχτό κρυψώνα να περάσουν,
της Σκύλλας της Αυσονικής, της φοβερής, που εγέννα
η Εκάτη η νυχτόδρομη, που Κραταιή τη λένε·
830 μήπως με τα τρομαχτικά σαγόνια της ορμώντας
βλάψει λεβέντες διαλεχτούς· μα σπρώξε εσύ το πλοίο
κείθε, που πέρασμα μικρό απ᾽ το χαμό τους είναι».
Έτσ᾽ είπε αυτή· και μίλησε με τέτοια λόγια η Θέτη.
«Αν η ορμή της καυτερής φωτιάς κι οι ανεμοζάλες
835 οι άγριες τελειώσουνε στ᾽ αλήθεια, κι εγώ τότε
με θάρρος θενα σου ᾽λεγα και κύματα αν συμπέσουν
πως το καράβι θα σωθεί, αν Ζέφυρος φυσάει.
Μά ειναι καιρός δρόμο μακρύ κι ατέλειωτο να πάρω,
να πάω τις αδερφές να βρω, που θενα με βοηθήσουν,
840 κι όπου είν᾽ δεμένες στη στεριά του καραβιού οι πρυμάτσες
να θυμηθούν με την αυγή το γυρισμό ν᾽ αρχίσουν.»
Έτσ᾽ είπε· κι απ᾽ τον ουρανόν όρμησε και στο κύμα
του μαύρου πέλαου έπεσε και κάλαε να βοηθήσουν
κι οι άλλες της οι αδερφές Νηρηίδες· κι ως ακούσαν
845 μαζεύτηκαν όλες μαζί κι η Θέτη τους μιλούσε
της Ήρας τις παραγγελιές· κι ευτύς τις έστειλε όλες
στης Αυσονίας τη θάλασσα· κι εκείνη απ᾽ ήλιου λάμψη
ή αχτίδα γληγορότερη, όταν ψηλά ανεβαίνει
από την γην αντίπερα, γοργά έτρεξε να πάει
850 μέσα στο πέλαο, ωσπού ᾽φτασε μες στο γιαλό της Αίας.