Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.1223-4.1258)


ἤματι δ᾽ ἑβδομάτῳ Δρεπάνην λίπον· ἤλυθε δ᾽ οὖρος
ἀκραὴς ἠῶθεν ὑπὲκ Διός· οἳ δ᾽ ἀνέμοιο
1225πνοιῇ ἐπειγόμενοι προτέρω θέον. ἀλλὰ γὰρ οὔπω
αἴσιμον ἦν ἐπιβῆναι Ἀχαιίδος ἡρώεσσιν,
ὄφρ᾽ ἔτι καὶ Λιβύης ἐπὶ πείρασιν ὀτλήσειαν.
ἤδη μέν ποθι κόλπον ἐπώνυμον Ἀμβρακιήων,
ἤδη Κουρῆτιν ἔλιπον χθόνα πεπταμένοισιν
1230λαίφεσι καὶ στεινὰς αὐταῖς σὺν Ἐχινάσι νήσους
ἑξείης, Πέλοπος δὲ νέον κατεφαίνετο γαῖα·
καὶ τότ᾽ ἀναρπάγδην ὀλοὴ βορέαο θύελλα
μεσσηγὺς πέλαγόσδε Λιβυστικὸν ἐννέα πάσας
νύκτας ὁμῶς καὶ τόσσα φέρ᾽ ἤματα, μέχρις ἵκοντο
1235προπρὸ μάλ᾽ ἔνδοθι Σύρτιν, ὅθ᾽ οὐκέτι νόστος ὀπίσσω
νηυσὶ πέλει, ὅτε τόνγε βιῴατο κόλπον ἱκέσθαι.
πάντῃ γὰρ τέναγος, πάντῃ μνιόεντα βυθοῖο
τάρφεα· κωφὴ δέ σφιν ἐπιβλύει ὕδατος ἄχνη·
ἠερίη δ᾽ ἄμαθος παρακέκλιται· οὐδέ τι κεῖσε
1240ἑρπετόν, οὐδὲ ποτητὸν ἀείρεται. ἔνθ᾽ ἄρα τούσγε
πλημυρίς —καὶ γάρ τ᾽ ἀναχάζεται ἠπείροιο
ἦ θαμὰ δὴ τόδε χεῦμα, καὶ ἂψ ἐπερεύγεται ἀκτάς
λάβρον ἐποιχόμενον— μυχάτῃ ἐνέωσε τάχιστα
ἠιόνι, τρόπιος δὲ μάλ᾽ ὕδασι παῦρον ἔλειπτο.
1245οἳ δ᾽ ἀπὸ νηὸς ὄρουσαν, ἄχος δ᾽ ἕλεν εἰσορόωντας
ἠέρα καὶ μεγάλης νῶτα χθονὸς ἠέρι ἶσα,
τηλοῦ ὑπερτείνοντα διηνεκές· οὐδέ τιν᾽ ἀρδμόν,
οὐ πάτον, οὐκ ἀπάνευθε κατηυγάσσαντο βοτήρων
αὔλιον, εὐκήλῳ δὲ κατείχετο πάντα γαλήνῃ.
1250ἄλλος δ᾽ αὖτ᾽ ἄλλον τετιημένος ἐξερέεινεν·
«τίς χθὼν εὔχεται ἥδε; πόθι ξυνέωσαν ἄελλαι
ἡμέας; αἴθ᾽ ἔτλημεν, ἀφειδέες οὐλομένοιο
δείματος, αὐτὰ κέλευθα διαμπερὲς ὁρμηθῆναι
πετράων. ἦ τ᾽ ἂν καὶ ὑπὲρ Διὸς αἶσαν ἰοῦσιν
1255βέλτερον ἦν μέγα δή τι μενοινώοντας ὀλέσθαι.
νῦν δὲ τί κεν ῥέξαιμεν, ἐρυκόμενοι ἀνέμοισιν
αὖθι μένειν τυτθόν περ ἐπὶ χρόνον; οἷον ἐρήμη
πέζα διωλυγίης ἀναπέπταται ἠπείροιο.»


Προσάραξις των Αργοναυτών εις Σύρτιν Αφρικής.

Και τη Δρεπάνη αφήσανε την έβδομην ημέρα
και πρίμος ήρθε δυνατός από το πρωί απ᾽ το Δία·
1225 κι εκείνοι από τον άνεμο σπρωγμένοι εμπρός τραβούσαν,
μα δεν τους ήτανε γραφτό να βγούνε στην Ελλάδα,
πριν να υποφέρουν βάσανα στις άκρες της Λιβύης.
Κι αφήκαν και τον κόλπο πια, που των Αμβρακιωτώνε
είχε παρμένο τ᾽ όνομα, τη χώρα των Κουρήτων
1230 μ᾽ όλα απλωμένα τα πανιά, και τα στενά των νήσων
των Εχινάδων έπειτα, και τώρα δα φαινόταν
η χώρα πια του Πέλοπα· και τότε ανεμοζάλη
φριχτού βοριά τους άρπαξε και μέσα στης Λιβύης
το πέλαγος εννιά νυχτιές κι ημέρες άλλες τόσες
1235 τους έσπρωχνε ώσπου φτάσανε βαθιά μέσα στη Σύρτη,
απ᾽ όθε πίσω γυρισμός δεν είναι για τα πλοία,
όταν ποτές αναγκαστούν στον κόλπο αυτό να φτάσουν.
Γιατί παντού λασπότοπος και στο βυθό παντούθε
πυκνόφυτα· κι άχνη βουβού νερού όλα τα σκεπάζει·
κι άμμος αμέτρητη είν᾽ κοντά· κι ούτε ερπετό εκεί πέρα
1240 ούτε πουλί σηκώνεται· κι εκείνους η πλημμύρα
—γιατί συχνά από τη στεριά το ρέμα πίσω στρέφει
κι ορμητικό ξεχύνεται προς τη στεριά κατόπι—
κατάβαθα μες στη στεριά γοργά γοργά τους σπρώχνει
και λίγο μέρος στο νερό έμεινε της καρίνας.
1245 Κι από το πλοίο πετάχτηκαν κι είδανε λυπημένοι
τον ουρανό και την πλατιά τη γη μ᾽ εκείνον ίσια
πέρα μακριά ν᾽ απλώνεται ατέλειωτα· κι ούτ᾽ ένα
αυλάκι ή δρόμου πάτημα ούτε βοδιώνε μάντρα
μακριά αντικρύσαν, μοναχά γαλήνη εσκέπαζε όλα·
1250 και λυπημένοι ερώταγαν ένας τον άλλο τότε.
«Ποιά χώρα νά ειναι ετούτη εδώ; Σαν πού οι ανεμοζάλες
μας στρίμωξαν; Μακάρι εμείς καταραμένο φόβο
τότε μη λογαριάζοντας πάλι απ᾽ τους ίδιους δρόμους
με τόλμη να περνούσαμε μέσ᾽ απ᾽ τους Μαύρους Βράχους.
Κι αληθινά, αν ενάντια προς την βουλή του Δία
1255 πηγαίναμε, καλύτερα θά ητανε να χαθούμε
κάτι μεγάλο κάνοντας· και τώρα τί θα γίνει
αν πάλι από τους άνεμους τύχει κι αναγκαστούμε
λίγο να μείνουμε εδωδά καιρό; Πόσο απλωμένη
είν᾽ της ατέλειωτης στεριάς η πεδιάδα η έρμη!»