Έτσι ο καθένας έλεγε, κι ακόμα αυτός ο ίδιος
χαμένος απ᾽ τη συμφοράν, ο πλοίαρχος Αγκαίος,
1260 μίλησε στους συντρόφους του και λυπημένος είπε.
«Στ᾽ άλήθεια με το πιο φριχτό χαθήκαμε εμείς τέλος·
και σωτηρία απ᾽ το κακό καμιά δεν είναι. Μόνε
μας μέλλεται στην ερημιάν ετούτη φοβισμένοι
την πιο μεγάλη συμφορά να βρούμε, κι αν ανέμοι
φυσήξουν από τη στεριά· γιατί κοιτώντας γύρω
1265 μακριά παντού τη θάλασσα, λασπότοπο τη βλέπω·
κι άδικα τρέχει το νερό απλώνοντας στην άμμο
τη σταχτερή· κι από καιρό φριχτά θενά ειχε σπάσει
τ᾽ άγιο μας πλοίο μακριά πολύ απ᾽ τ᾽ ακρογιάλι,
αλλά η πλημμύρα στ᾽ αψηλά μας έφερε απ᾽ τον πόντο.
Μα εκείνη τώρα γύρισε στο πέλαγος και πάλι
1270 κι άπλεχτη μόνο θάλασσα μας τριγυρίζει, μόλις
πάνω απ᾽ την γην εξέχοντας. Για τούτο εγώ σας λέω
πως κάθε ελπίδα ταξιδιού και γυρισμού μας κόπη.
Κι ό,τι άλλος από σας κανείς ξέρει ας το φανερώσει.
Γιατί όποιος γυρισμό ποθεί μπορεί δω στο πηδάλιο
1275 να ᾽ρθει να κάτσει· μα θαρρώ ότι δε θέλει ο Δίας
να δώσει ημέρα γυρισμού στους τόσους μας τους κόπους.»
Έτσι έλεγε με δάκρυα· και συμφωνούσαν όλοι,
όσοι από πλοία γνώριζαν, μ᾽ αυτού την στενοχώρια,
κι όλων επάγωσε η καρδιά κι οι παρειές ωχριάσαν,
1280 Κι ως όταν άντρες μ᾽ είδωλα άψυχα παρομοιάζουν
και μες στην πόλη τριγυρνούν προσμένοντας το τέλος
της πείνας ή του πολέμου, ή και βροχή μεγάλη
που τ᾽ άμετρα έργα των βοδιών τα καταπλημμυρίζει·
ή κι όπως όταν μόνα τους τα ξόανα ιδρώνουν
1285 και τρέχουν αίμα, και φωνές μες στους ναούς ακουόνται·
είτε κι ο ήλιος χάνεται στη μέση της ημέρας
νυχτώνοντας τον ουρανό και φέγγουν τα λαμπρά άστρα·
έτσι και τότε οι ήρωες μπρος στο μακρύ ακρογιάλι
σούρνοντας εκυλούσανε· κι ευτύς το μαύρο βράδυ
1290 ήρθε· κι αυτοί αγκαλιάζοντας με θλίψη ένας τον άλλο,
να κλάψουν θέλαν και καθείς στ᾽ αλήθεια μοναχός του
κάτω στην άμμο πέφτοντας ν᾽ αφήσει την ψυχή του·
και πήγαν άλλος από δω κι άλλος μακριά από κείθε
να βρουν μέρος να πέσουνε· και σκέπασαν με πέπλο
1295 την κεφαλή, και νηστικοί, χωρίς φαΐ κειτόνταν
ολονυχτίς κι ολημερίς φριχτά για να πεθάνουν·
και πιο μακριά αναστέναζαν οι δούλες μαζεμένες
γύρωθ᾽ από τη Μήδεια την κόρη του Αιήτη.
Κι ως έξω από του βράχου των την τρύπα φοβισμένα
πουλάκια έρημα αμάλιαγα λυπητερά τσιρίζουν,
1300 ή κι όπως στου καλότρεχου του Παχτωλού τις όχτες
οι κύκνοι το τραγούδι τους αρχίζουν και τριγύρω
βουίζει το δροσόλουστο λιβάδι και το ρέμα
του όμορφου του ποταμού· έτσι κι εκείνες τότε
κυλιώντας μες στον κορνιαχτό τα ολόξανθα μαλλιά των
ολονυχτίς με θλιβερό θρηνούσαν μοιρολόγι.
|