Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.1259-4.1304)


ὣς ἄρ᾽ ἔφη. μετὰ δ᾽ αὐτὸς ἀμηχανίῃ κακότητος
1260ἰθυντὴρ Ἀγκαῖος ἀκηχεμένοις ἀγόρευσεν·
«ὠλόμεθ᾽ αἰνότατον δῆθεν μόρον, οὐδ᾽ ὑπάλυξις
ἔστ᾽ ἄτης· πάρα δ᾽ ἄμμι τὰ κύντατα πημανθῆναι
τῇδ᾽ ὑπ᾽ ἐρημαίῃ πεπτηότας, εἰ καὶ ἀῆται
χερσόθεν ἀμπνεύσειαν· ἐπεὶ τεναγώδεα λεύσσω
1265τῆλε περισκοπέων ἅλα πάντοθεν· ἤλιθα δ᾽ ὕδωρ
ξαινόμενον πολιῇσιν ἐπιτροχάει ψαμάθοισιν
καί κεν ἐπισμυγερῶς διὰ δὴ πάλαι ἥδ᾽ ἐκεάσθη
νηῦς ἱερὴ χέρσου πολλὸν πρόσω· ἀλλά μιν αὐτή
πλημυρὶς ἐκ πόντοιο μεταχρονίην ἐκόμισσεν.
1270νῦν δ᾽ ἣ μὲν πέλαγόσδε μετέσσυται, οἰόθι δ᾽ ἅλμη
ἄπλοος εἰλεῖται, γαίης ὑπὲρ ὅσσον ἔχουσα.
τούνεκ᾽ ἐγὼ πᾶσαν μὲν ἀπ᾽ ἐλπίδα φημὶ κεκόφθαι
ναυτιλίης νόστου τε. δαημοσύνην δέ τις ἄλλος
φαίνοιεν· πάρα γάρ οἱ ἐπ᾽ οἰήκεσσι θαάσσειν
1275μαιομένῳ κομιδῆς. ἀλλ᾽ οὐ μάλα νόστιμον ἦμαρ
Ζεὺς ἐθέλει καμάτοισιν ἐφ᾽ ἡμετέροισι τελέσσαι.»
ὣς φάτο δακρυόεις· σὺν δ᾽ ἔννεπον ἀσχαλόωντι
ὅσσοι ἔσαν νηῶν δεδαημένοι· ἐν δ᾽ ἄρα πᾶσιν
παχνώθη κραδίη, χύτο δὲ χλόος ἀμφὶ παρειάς.
1280οἷον δ᾽ ἀψύχοισιν ἐοικότες εἰδώλοισιν
ἀνέρες εἱλίσσονται ἀνὰ πτόλιν, ἢ πολέμοιο
ἢ λοιμοῖο τέλος ποτιδέγμενοι, ἠέ τιν᾽ ὄμβρον
ἄσπετον, ὅς τε βοῶν κατὰ μυρία ἔκλυσεν ἔργα,
ἢ ὅτ᾽ ἂν αὐτόματα ξόανα ῥέῃ ἱδρώοντα
1285αἵματι, καὶ μυκαὶ σηκοῖς ἔνι φαντάζωνται,
ἠὲ καὶ ἠέλιος μέσῳ ἤματι νύκτ᾽ ἐπάγῃσιν
οὐρανόθεν, τὰ δὲ λαμπρὰ δι᾽ ἠέρος ἄστρα φαείνοι·
ὣς τότ᾽ ἀριστῆες δολιχοῦ πρόπαρ αἰγιαλοῖο
ἤλυον ἑρπύζοντες. ἐπήλυθε δ᾽ αὐτίκ᾽ ἐρεμνὴ
1290ἕσπερος· οἳ δ᾽ ἐλεεινὰ χεροῖν σφέας ἀμφιβαλόντες
δακρυόειν ἀγάπαζον, ἵν᾽ ἄνδιχα δῆθεν ἕκαστος
θυμὸν ἀποφθίσειαν ἐνὶ ψαμάθοισι πεσόντες.
βὰν δ᾽ ἴμεν ἄλλυδις ἄλλος ἑκαστέρω αὖλιν ἑλέσθαι·
ἐν δὲ κάρη πέπλοισι καλυψάμενοι σφετέροισιν
1295ἄκμηνοι καὶ ἄπαστοι ἐκείατο νύκτ᾽ ἔπι πᾶσαν
καὶ φάος, οἰκτίστῳ θανάτῳ ἔπι. νόσφι δὲ κοῦραι
ἀθρόαι Αἰήταο παρεστενάχοντο θυγατρί.
ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἐρημαῖοι πεπτηότες ἔκτοθι πέτρης
χηραμοῦ ἀπτῆνες λιγέα κλάζουσι νεοσσοί·
1300ἢ ὅτε καλὰ νάοντος ἐπ᾽ ὀφρύσι Πακτωλοῖο
κύκνοι κινήσωσιν ἑὸν μέλος, ἀμφὶ δὲ λειμών
ἑρσήεις βρέμεται ποταμοῖό τε καλὰ ῥέεθρα·
ὣς αἳ ἐπὶ ξανθὰς θέμεναι κονίῃσιν ἐθείρας
παννύχιαι ἐλεεινὸν ἰήλεμον ὠδύροντο.


Έτσι ο καθένας έλεγε, κι ακόμα αυτός ο ίδιος
χαμένος απ᾽ τη συμφοράν, ο πλοίαρχος Αγκαίος,
1260 μίλησε στους συντρόφους του και λυπημένος είπε.
«Στ᾽ άλήθεια με το πιο φριχτό χαθήκαμε εμείς τέλος·
και σωτηρία απ᾽ το κακό καμιά δεν είναι. Μόνε
μας μέλλεται στην ερημιάν ετούτη φοβισμένοι
την πιο μεγάλη συμφορά να βρούμε, κι αν ανέμοι
φυσήξουν από τη στεριά· γιατί κοιτώντας γύρω
1265 μακριά παντού τη θάλασσα, λασπότοπο τη βλέπω·
κι άδικα τρέχει το νερό απλώνοντας στην άμμο
τη σταχτερή· κι από καιρό φριχτά θενά ειχε σπάσει
τ᾽ άγιο μας πλοίο μακριά πολύ απ᾽ τ᾽ ακρογιάλι,
αλλά η πλημμύρα στ᾽ αψηλά μας έφερε απ᾽ τον πόντο.
Μα εκείνη τώρα γύρισε στο πέλαγος και πάλι
1270 κι άπλεχτη μόνο θάλασσα μας τριγυρίζει, μόλις
πάνω απ᾽ την γην εξέχοντας. Για τούτο εγώ σας λέω
πως κάθε ελπίδα ταξιδιού και γυρισμού μας κόπη.
Κι ό,τι άλλος από σας κανείς ξέρει ας το φανερώσει.
Γιατί όποιος γυρισμό ποθεί μπορεί δω στο πηδάλιο
1275 να ᾽ρθει να κάτσει· μα θαρρώ ότι δε θέλει ο Δίας
να δώσει ημέρα γυρισμού στους τόσους μας τους κόπους.»
Έτσι έλεγε με δάκρυα· και συμφωνούσαν όλοι,
όσοι από πλοία γνώριζαν, μ᾽ αυτού την στενοχώρια,
κι όλων επάγωσε η καρδιά κι οι παρειές ωχριάσαν,
1280 Κι ως όταν άντρες μ᾽ είδωλα άψυχα παρομοιάζουν
και μες στην πόλη τριγυρνούν προσμένοντας το τέλος
της πείνας ή του πολέμου, ή και βροχή μεγάλη
που τ᾽ άμετρα έργα των βοδιών τα καταπλημμυρίζει·
ή κι όπως όταν μόνα τους τα ξόανα ιδρώνουν
1285 και τρέχουν αίμα, και φωνές μες στους ναούς ακουόνται·
είτε κι ο ήλιος χάνεται στη μέση της ημέρας
νυχτώνοντας τον ουρανό και φέγγουν τα λαμπρά άστρα·
έτσι και τότε οι ήρωες μπρος στο μακρύ ακρογιάλι
σούρνοντας εκυλούσανε· κι ευτύς το μαύρο βράδυ
1290 ήρθε· κι αυτοί αγκαλιάζοντας με θλίψη ένας τον άλλο,
να κλάψουν θέλαν και καθείς στ᾽ αλήθεια μοναχός του
κάτω στην άμμο πέφτοντας ν᾽ αφήσει την ψυχή του·
και πήγαν άλλος από δω κι άλλος μακριά από κείθε
να βρουν μέρος να πέσουνε· και σκέπασαν με πέπλο
1295 την κεφαλή, και νηστικοί, χωρίς φαΐ κειτόνταν
ολονυχτίς κι ολημερίς φριχτά για να πεθάνουν·
και πιο μακριά αναστέναζαν οι δούλες μαζεμένες
γύρωθ᾽ από τη Μήδεια την κόρη του Αιήτη.
Κι ως έξω από του βράχου των την τρύπα φοβισμένα
πουλάκια έρημα αμάλιαγα λυπητερά τσιρίζουν,
1300 ή κι όπως στου καλότρεχου του Παχτωλού τις όχτες
οι κύκνοι το τραγούδι τους αρχίζουν και τριγύρω
βουίζει το δροσόλουστο λιβάδι και το ρέμα
του όμορφου του ποταμού· έτσι κι εκείνες τότε
κυλιώντας μες στον κορνιαχτό τα ολόξανθα μαλλιά των
ολονυχτίς με θλιβερό θρηνούσαν μοιρολόγι.