Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.1305-4.1380)


1305καί νύ κεν αὐτοῦ πάντες ἀπὸ ζωῆς ἐλίασθεν
νώνυμνοι καὶ ἄφαντοι ἐπιχθονίοισι δαῆναι
ἡρώων οἱ ἄριστοι ἀνηνύστῳ ἐπ᾽ ἀέθλῳ·
ἀλλά σφεας ἐλέηραν ἀμηχανίῃ μινύθοντας
ἡρῷσσαι, Λιβύης τιμήοροι, αἵ ποτ᾽ Ἀθήνην,
1310ἦμος ὅτ᾽ ἐκ πατρὸς κεφαλῆς θόρε παμφαίνουσα,
ἀντόμεναι Τρίτωνος ἐφ᾽ ὕδασι χυτλώσαντο.
ἔνδιον ἦμαρ ἔην, περὶ δ᾽ ὀξύταται θέρον αὐγαί
ἠελίου Λιβύην· αἳ δὲ σχεδὸν Αἰσονίδαο
ἔσταν, ἕλον δ᾽ ἀπὸ χερσὶ καρήατος ἠρέμα πέπλον.
1315αὐτὰρ ὅγ᾽ εἰς ἑτέρωσε παλιμπετὲς ὄμματ᾽ ἔνεικεν,
δαίμονας αἰδεσθείς. αὐτὸν δέ μιν ἀμφαδὸν οἶον
μειλιχίοις ἐπέεσσιν ἀτυζόμενον προσέειπον·
«κάμμορε, τίπτ᾽ ἐπὶ τόσσον ἀμηχανίῃ βεβόλησαι;
ἴδμεν ἐποιχομένους χρύσεον δέρος· ἴδμεν ἕκαστα
1320ὑμετέρων καμάτων, ὅσ᾽ ἐπὶ χθονός, ὅσσα τ᾽ ἐφ᾽ ὑγρήν
πλαζόμενοι κατὰ πόντον ὑπέρβια ἔργ᾽ ἐκάμεσθε.
οἰοπόλοι δ᾽ εἰμὲν χθόνιαι θεαὶ αὐδήεσσαι,
ἡρῷσσαι, Λιβύης τιμήοροι ἠδὲ θύγατρες.
ἀλλ᾽ ἄνα· μηδ᾽ ἔτι τοῖον ὀιζύων ἀκάχησο·
1325ἄνστησον δ᾽ ἑτάρους. εὖτ᾽ ἂν δέ τοι Ἀμφιτρίτη
ἅρμα Ποσειδάωνος ἐύτροχον αὐτίκα λύσῃ,
δή ῥα τότε σφετέρῃ ἀπὸ μητέρι τίνετ᾽ ἀμοιβήν
ὧν ἔκαμεν δηρὸν κατὰ νηδύος ὔμμε φέρουσα·
καί κεν ἔτ᾽ ἠγαθέην ἐς Ἀχαιίδα νοστήσαιτε.»
1330ὣς ἄρ᾽ ἔφαν, καὶ ἄφαντοι ἵν᾽ ἔσταθεν, ἔνθ᾽ ἄρα ταίγε
φθογγῇ ὁμοῦ ἐγένοντο παρασχεδόν. αὐτὰρ Ἰήσων
παπτήνας ἀν᾽ ἄρ᾽ ἕζετ᾽ ἐπὶ χθονός, ὧδέ τ᾽ ἔειπεν·
«ἵλατ᾽ ἐρημονόμοι κυδραὶ θεαί. ἀμφὶ δὲ νόστῳ
οὔτι μάλ᾽ ἀντικρὺ νοέω φάτιν. ἦ μὲν ἑταίρους
1335εἰς ἓν ἀγειράμενος μυθήσομαι, εἴ νύ τι τέκμωρ
δήωμεν κομιδῆς. πολέων δέ τε μῆτις ἀρείων.»
ἦ, καὶ ἀναΐξας ἑτάρους ἐπὶ μακρὸν ἀύτει,
αὐσταλέος κονίῃσι, λέων ὥς, ὅς ῥά τ᾽ ἀν᾽ ὕλην
σύννομον ἣν μεθέπων ὠρύεται· αἱ δὲ βαρείῃ
1340φθογγῇ ὑποτρομέουσιν ἀν᾽ οὔρεα τηλόθι βῆσσαι·
δείματι δ᾽ ἄγραυλοί τε βόες μέγα πεφρίκασιν
βουπελάται τε βοῶν. τοῖς δ᾽ οὔ νύ τι γῆρυς ἐτύχθη
ῥιγεδανὴ ἑτάροιο φίλους ἐπικεκλομένοιο.
ἀγχοῦ δ᾽ ἠγερέθοντο κατηφέες· αὐτὰρ ὃ τούσγε
1345ἀχνυμένους ὅρμοιο πέλας μίγα θηλυτέρῃσιν
ἱδρύσας, μυθεῖτο πιφαυσκόμενος τὰ ἕκαστα·
«κλῦτε, φίλοι· τρεῖς γάρ μοι ἀνιάζοντι θεάων,
στέρφεσιν αἰγείοις ἐζωσμέναι ἐξ ὑπάτοιο
αὐχένος ἀμφί τε νῶτα καὶ ἰξύας, ἠύτε κοῦραι,
1350ἔσταν ὑπὲρ κεφαλῆς μάλ᾽ ἐπισχεδόν· ἂν δ᾽ ἐκάλυψαν
πέπλον ἐρυσσάμεναι κούφῃ χερί, καί μ᾽ ἐκέλοντο
αὐτόν τ᾽ ἔγρεσθαι, ἀνά θ᾽ ὑμέας ὄρσαι ἰόντα·
μητέρι δὲ σφετέρῃ μενοεικέα τῖσαι ἀμοιβήν
ὧν ἔκαμεν δηρὸν κατὰ νηδύος ἄμμε φέρουσα,
1355ὁππότε κεν λύσῃσιν ἐύτροχον Ἀμφιτρίτη
ἅρμα Ποσειδάωνος. ἐγὼ δ᾽ οὐ πάγχυ νοῆσαι
τῆσδε θεοπροπίης ἴσχω πέρι. φάν γε μὲν εἶναι
ἡρῷσσαι, Λιβύης τιμήοροι ἠδὲ θύγατρες.
καὶ δ᾽ ὁπόσ᾽ αὐτοὶ πρόσθεν ἐπὶ χθονὸς ἠδ᾽ ὅσ᾽ ἐφ᾽ ὑγρήν
1360ἔτλημεν, τὰ ἕκαστα διίδμεναι εὐχετόωντο.
οὐδ᾽ ἔτι τάσδ᾽ ἀνὰ χῶρον ἐσέδρακον, ἀλλά τις ἀχλύς
ἠὲ νέφος μεσσηγὺ φαεινομένας ἐκάλυψεν.»
ὣς ἔφαθ᾽. οἳ δ᾽ ἄρα πάντες ἐθάμβεον εἰσαΐοντες.
ἔνθα τὸ μήκιστον τεράων Μινύῃσιν ἐτύχθη.
1365ἐξ ἁλὸς ἤπειρόνδε πελώριος ἔκθορεν ἵππος,
ἀμφιλαφής, χρυσέῃσι μετήορος αὐχένα χαίταις·
ῥίμφα δὲ σεισάμενος γυίων ἄπο νήχυτον ἅλμην
ὦρτο θέειν, πνοιῇ ἴκελος πόδας. αἶψα δὲ Πηλεύς
γηθήσας ἑτάροισιν ὁμηγερέεσσι μετηύδα·
1370«ἅρματα μὲν δή φημι Ποσειδάωνος ἔγωγε
ἤδη νῦν ἀλόχοιο φίλης ὑπὸ χερσὶ λελύσθαι.
μητέρα δ᾽ οὐκ ἄλλην προτιόσσομαι, ἠέ περ αὐτήν
νῆα πέλειν· ἦ γὰρ κατὰ νηδύος ἄμμε φέρουσα
ἠνεκὲς ἀργαλέοισιν ὀιζύει καμάτοισιν.
1375ἀλλά μιν ἀστεμφεῖ τε βίῃ καὶ ἀτειρέσιν ὤμοις
ὑψόθεν ἀνθέμενοι ψαμαθώδεος ἔνδοθι γαίης
οἴσομεν, ᾗ προτέρωσε ταχὺς πόδας ἤλασεν ἵππος.
οὐ γὰρ ὅγε ξηρὴν ὑποδύσεται· ἴχνια δ᾽ ἡμῖν
σημανέειν τιν᾽ ἔολπα μυχὸν καθύπερθε θαλάσσης.»
1380ὣς ηὔδα· πάντεσσι δ᾽ ἐπήβολος ἥνδανε μῆτις.


Αι Νύμφαι της Λιβύης βοηθούν τον Ιάσονα.

1305 Κι όλοι τους θενα χάνανε κει πέρα τη ζωή τους
με δίχως όνομα, χωρίς ανθρώποι να το μάθουν,
οι πιο καλοί απ᾽ τους ήρωες σ᾽ ένα ακατόρθωτο έργο·
αλλά τους ελεήσανε, που ανέλπιδοι εκεί λιώναν,
ηρώισσες, προστάτισσες της χώρας της Λιβύης,
1310 που κάποτε την Αθηνά, όταν από του Δία
την κεφαλή εξεπήδησεν ολάστραφτη, την πήραν
και στα νερά του ποταμού του Τρίτωνα τη λούσαν.
Ήταν καταμεσήμερο, και την Λιβύη εκαίγαν
του ηλιού αχτίνες καυτερές· κι οι θεές στον Αισονίδη
σιμά σταθήκαν κι ήσυχα σύρανε με τα χέρια
τον πέπλο απ᾽ το κεφάλι του· κι αυτός τότε το βλέμμα
1315 αμέσως στρέφει προς τ᾽ αλλού, γιατί τις θεές σεβάστη.
Κι αυτόν μονάχον φανερά βλέποντας λυπημένο
του μίλησαν με μαλακά λόγια και τον ρωτήσαν.
«Γιατί τόσο, κακόμοιρε, πολύ σ᾽ έχει χτυπήσει
αμηχανία; Ξέρουμε πως πήγες για το δέρμα
τ᾽ ολόχρυσο· το καθετί ξέρουμε απ᾽ τους δικούς σας
1320 τους κόπους κι όσα στη στεριά κι όσα μες στα πελάγη
εδώ κι εκεί γυρίζοντας μεγάλα κάνατε έργα.
Είμαστε εμείς θεές της γης και με λαλιάν ανθρώπου
ηρώισσες, προστάτισσες και κόρες της Λιβύης.
Μα σήκω, κι απ᾽τα πάθη σου τόσο να μη λυπάσαι.
1325 Σήκωσ᾽ και τους συντρόφους σου. Κι όταν η Αμφιτρίτη
θα λύσει το ομορφότροχο του Ποσειδώνα αμάξι,
τότε λοιπόν ανταμοιβή στη μάνα σας πληρώστε,
γιατί τόσο σας κράτησε καιρό μες στην κοιλιά της·
κι ίσως έτσι γυρίζατε στην αγιασμένη Ελλάδα.»
1330 Έτσι λοιπόν είπαν αυτές κι ευτύς με τη φωνή τους
άφαντες γίνανε· κι αυτός τριγύρω του κοιτώντας
πάνω στη γη ανακάθισε, κι είπεν αυτά τα λόγια.
«Ένδοξες θεές, που μένετε στην ερημιά, ελεήστε·
μα καθαρά δεν ένιωσα του γυρισμού το λόγο·
1335 μα αλήθεια τους συντρόφους μου όλους θα τους μαζέψω
και θα τους πω μήπως βρεθεί του γυρισμού μας τρόπος.
Γιατί πάντα καλύτερη είν᾽ των πολλών η σκέψη.»
Έτσ᾽ είπε και σηκώθηκε και φώναξε τους φίλους
στεγνός από τον κορνιαχτό, παρόμοιος με λιοντάρι,
που μες στο δάσος το πυκνό το ταίρι του ακλουθώντας
βρυχιέται· κι από το βαρύ τον ήχο τρέμουν πέρα
1340 οι λαγκαδιές μες στα βουνά· και πολυανατριχιάζουν
από το φόβο τους τ᾽ αγρού τα βόδια κι οι βουκόλοι.
Μα εκείνων δεν τους φάνηκε φριχτή η φωνή συντρόφου,
που φώναζε τους φίλους του· και σκυθρωποί σιμά του
μαζεύτηκαν· κι αυτός σιμά τούς πήρε λυπημένους
1345 στ᾽ αραξοβόλι, ανάκατα με τις γυναίκες, κι όταν
τους κάθισεν, εμίλησε το καθετί εξηγώντας.
«Ακούστε, φίλοι μου, εκειδά που πλάγιαζα θλιμμένος,
με δέρμα τράγιο τρεις θεές ζωσμένες, απ᾽ το σβέρκο,
τις πλάτες και τη μέση των, σαν κόρες βοσκοπούλες,
1350 απάνω απ᾽ το κεφάλι μου πολύ σιμά σταθήκαν,
και με το χέρι τ᾽ αλαφρό τον πέπλο μου τραβώντας
με ξεσκεπάσαν, και σε με να σηκωθώ διατάξαν
κι έπειτα νά ᾽ρθω και σε σας όλους να σας σηκώσω·
κι ανταμοιβή καλόδεχτη να δώσουμε στη μάνα,
γιατί τόσο μας κράτησε καιρό μες στην κοιλιά της,
1355 σαν λύσει το ομορφότροχο του Ποσειδώνα αμάξι
η Αμφιτρίτη. Όμως εγώ ετούτη τη μαντεία
να καλονιώσω δεν μπορώ. Και μού ειπανε πως ήταν
ηρώισσες, προστάτισσες και κόρες της Λιβύης.
Κι όλα όσα εμείς πρωτύτερα ή στη στεριά ή στον πόντο
1360 τραβήξαμε, το καθετί καυχιόνταν πως τα ξέραν.
Κι αυτές δεν τις ξανάειδα πια γύρω, μα κάποια αχνάδα
ή σύννεφο τις σκέπασεν εκεί που λάμπαν όλες.»
Έτσ᾽ είπε και θαμπώθηκαν ακούοντάς τον όλοι.
Και τότε γίνηκε σ᾽ αυτούς το πιο μεγάλο θαύμα.
1365 Ίππος πελώριος στη στεριάν έξω πηδά απ᾽ τον πόντο,
μεγάλος, ανεμίζοντας χρυσές στο σβέρκο χαίτες·
σαν τίναξε από πάνω του την άφθονη την άλμη,
γοργά να τρέξει εκίνησε, σαν άνεμος στα πόδια.
Και λέει τότε χαρούμενος στους φίλους του ο Πηλέας.
1370 «Του Ποσειδώνα, το λοιπόν, τ᾽ άρμα σάς λέω πως τώρα
το λύσαν της αγαπητής γυναίκας του τα χέρια.
Κι άλλη νά ειναι η μητέρα μας δεν βλέπω παρά μόνο
το πλοίο μας, η Αργώ· γιατί αυτό μες στην κοιλιά του
κρατώντας μας αβάσταχτους κόπους για μας τραβάει.
1375 Με δύναμη ακατάπαυτη και μ᾽ ακουράστους ώμους
στη χώρα την αμμουδερή, ψηλά σηκώνοντάς το,
πάμε κι εμείς απ᾽ όπου πριν πέρασε ο γοργός ίππος·
τι σε στεριά δε θα χαθεί· κι ελπίζω πως τ᾽ αχνάρια
καμιάς πιο πέρα θάλασσας το βάθος θα μας δείξουν.»
1380 Έτσ᾽ είπε κι όλων φάνηκε πετυχεμένος λόγος.