Αι Νύμφαι της Λιβύης βοηθούν τον Ιάσονα.
1305 Κι όλοι τους θενα χάνανε κει πέρα τη ζωή τους
με δίχως όνομα, χωρίς ανθρώποι να το μάθουν,
οι πιο καλοί απ᾽ τους ήρωες σ᾽ ένα ακατόρθωτο έργο·
αλλά τους ελεήσανε, που ανέλπιδοι εκεί λιώναν,
ηρώισσες, προστάτισσες της χώρας της Λιβύης,
1310 που κάποτε την Αθηνά, όταν από του Δία
την κεφαλή εξεπήδησεν ολάστραφτη, την πήραν
και στα νερά του ποταμού του Τρίτωνα τη λούσαν.
Ήταν καταμεσήμερο, και την Λιβύη εκαίγαν
του ηλιού αχτίνες καυτερές· κι οι θεές στον Αισονίδη
σιμά σταθήκαν κι ήσυχα σύρανε με τα χέρια
τον πέπλο απ᾽ το κεφάλι του· κι αυτός τότε το βλέμμα
1315 αμέσως στρέφει προς τ᾽ αλλού, γιατί τις θεές σεβάστη.
Κι αυτόν μονάχον φανερά βλέποντας λυπημένο
του μίλησαν με μαλακά λόγια και τον ρωτήσαν.
«Γιατί τόσο, κακόμοιρε, πολύ σ᾽ έχει χτυπήσει
αμηχανία; Ξέρουμε πως πήγες για το δέρμα
τ᾽ ολόχρυσο· το καθετί ξέρουμε απ᾽ τους δικούς σας
1320 τους κόπους κι όσα στη στεριά κι όσα μες στα πελάγη
εδώ κι εκεί γυρίζοντας μεγάλα κάνατε έργα.
Είμαστε εμείς θεές της γης και με λαλιάν ανθρώπου
ηρώισσες, προστάτισσες και κόρες της Λιβύης.
Μα σήκω, κι απ᾽τα πάθη σου τόσο να μη λυπάσαι.
1325 Σήκωσ᾽ και τους συντρόφους σου. Κι όταν η Αμφιτρίτη
θα λύσει το ομορφότροχο του Ποσειδώνα αμάξι,
τότε λοιπόν ανταμοιβή στη μάνα σας πληρώστε,
γιατί τόσο σας κράτησε καιρό μες στην κοιλιά της·
κι ίσως έτσι γυρίζατε στην αγιασμένη Ελλάδα.»
1330 Έτσι λοιπόν είπαν αυτές κι ευτύς με τη φωνή τους
άφαντες γίνανε· κι αυτός τριγύρω του κοιτώντας
πάνω στη γη ανακάθισε, κι είπεν αυτά τα λόγια.
«Ένδοξες θεές, που μένετε στην ερημιά, ελεήστε·
μα καθαρά δεν ένιωσα του γυρισμού το λόγο·
1335 μα αλήθεια τους συντρόφους μου όλους θα τους μαζέψω
και θα τους πω μήπως βρεθεί του γυρισμού μας τρόπος.
Γιατί πάντα καλύτερη είν᾽ των πολλών η σκέψη.»
Έτσ᾽ είπε και σηκώθηκε και φώναξε τους φίλους
στεγνός από τον κορνιαχτό, παρόμοιος με λιοντάρι,
που μες στο δάσος το πυκνό το ταίρι του ακλουθώντας
βρυχιέται· κι από το βαρύ τον ήχο τρέμουν πέρα
1340 οι λαγκαδιές μες στα βουνά· και πολυανατριχιάζουν
από το φόβο τους τ᾽ αγρού τα βόδια κι οι βουκόλοι.
Μα εκείνων δεν τους φάνηκε φριχτή η φωνή συντρόφου,
που φώναζε τους φίλους του· και σκυθρωποί σιμά του
μαζεύτηκαν· κι αυτός σιμά τούς πήρε λυπημένους
1345 στ᾽ αραξοβόλι, ανάκατα με τις γυναίκες, κι όταν
τους κάθισεν, εμίλησε το καθετί εξηγώντας.
«Ακούστε, φίλοι μου, εκειδά που πλάγιαζα θλιμμένος,
με δέρμα τράγιο τρεις θεές ζωσμένες, απ᾽ το σβέρκο,
τις πλάτες και τη μέση των, σαν κόρες βοσκοπούλες,
1350 απάνω απ᾽ το κεφάλι μου πολύ σιμά σταθήκαν,
και με το χέρι τ᾽ αλαφρό τον πέπλο μου τραβώντας
με ξεσκεπάσαν, και σε με να σηκωθώ διατάξαν
κι έπειτα νά ᾽ρθω και σε σας όλους να σας σηκώσω·
κι ανταμοιβή καλόδεχτη να δώσουμε στη μάνα,
γιατί τόσο μας κράτησε καιρό μες στην κοιλιά της,
1355 σαν λύσει το ομορφότροχο του Ποσειδώνα αμάξι
η Αμφιτρίτη. Όμως εγώ ετούτη τη μαντεία
να καλονιώσω δεν μπορώ. Και μού ειπανε πως ήταν
ηρώισσες, προστάτισσες και κόρες της Λιβύης.
Κι όλα όσα εμείς πρωτύτερα ή στη στεριά ή στον πόντο
1360 τραβήξαμε, το καθετί καυχιόνταν πως τα ξέραν.
Κι αυτές δεν τις ξανάειδα πια γύρω, μα κάποια αχνάδα
ή σύννεφο τις σκέπασεν εκεί που λάμπαν όλες.»
Έτσ᾽ είπε και θαμπώθηκαν ακούοντάς τον όλοι.
Και τότε γίνηκε σ᾽ αυτούς το πιο μεγάλο θαύμα.
1365 Ίππος πελώριος στη στεριάν έξω πηδά απ᾽ τον πόντο,
μεγάλος, ανεμίζοντας χρυσές στο σβέρκο χαίτες·
σαν τίναξε από πάνω του την άφθονη την άλμη,
γοργά να τρέξει εκίνησε, σαν άνεμος στα πόδια.
Και λέει τότε χαρούμενος στους φίλους του ο Πηλέας.
1370 «Του Ποσειδώνα, το λοιπόν, τ᾽ άρμα σάς λέω πως τώρα
το λύσαν της αγαπητής γυναίκας του τα χέρια.
Κι άλλη νά ειναι η μητέρα μας δεν βλέπω παρά μόνο
το πλοίο μας, η Αργώ· γιατί αυτό μες στην κοιλιά του
κρατώντας μας αβάσταχτους κόπους για μας τραβάει.
1375 Με δύναμη ακατάπαυτη και μ᾽ ακουράστους ώμους
στη χώρα την αμμουδερή, ψηλά σηκώνοντάς το,
πάμε κι εμείς απ᾽ όπου πριν πέρασε ο γοργός ίππος·
τι σε στεριά δε θα χαθεί· κι ελπίζω πως τ᾽ αχνάρια
καμιάς πιο πέρα θάλασσας το βάθος θα μας δείξουν.»
1380 Έτσ᾽ είπε κι όλων φάνηκε πετυχεμένος λόγος.
|