Οι Αργοναύται φέρουν επί των ώμων την Αργώ εις την Τριτωνίδα λίμνην.
Οι Μούσες λεν το λόγο αυτό. Κι εγώ τις Πιερίδες
ακούοντας θα τραγουδώ· κι άκουσα αυτό το λόγο
τον θεϊκό κι αληθινό, πως σεις οι πιο λεβέντες,
γιοι βασιλιάδωνε μ᾽ αντρειά και δύναμή σας όλοι
στις Λιβυκές τις αμμουδιές τις έρημες, το πλοίο
1385 ψηλά, και μ᾽ όσα πράματα είχατε μες σ᾽ εκείνο,
το φέρνατε σηκώνοντας στους ώμους σας, ημέρες
δώδεκα κι άλλες δώδεκα νυχτιές. Ποιός θα μπορούσε
τους κόπους και τα βάσανα να ειπεί που αυτοί τραβήξαν;
Μά ηταν απ᾽ αίμα αθάνατο στ᾽ αλήθεια, και για τούτο
1390 τέτοια δουλειά αναλάβανε βιασμένοι απ᾽ την ανάγκη.
Κι έτσι μπροστά, πολύ μακριά το φέρναν με χαρά τους
στης Τριτωνίδας τα νερά της λίμνης, κι έτσι εμπήκαν
στη λίμνη, κι απ᾽ τους δυνατούς τους ώμους των τ᾽ αφήσαν.
Κι έπειτα ορμώντας όμοιοι με λυσσασμένους σκύλους
1395 πηγή ζητούσαν για νερό, γιατί στεγνώστρα δίψα
είχαν κοντά με τ᾽ άλλα τους βάσανα και τους πόνους.
Και δεν εχάσαν ψάχνοντας. Στον άγιο κάμπο εφτάσαν,
που ο Λάδωνας, Φίδι της γης, φύλαγε χτες ακόμα
μέσα στη χώρα τ᾽ Άτλαντα τα ολόχρυσα τα μήλα·
κι οι Εσπερίδες γύρω του γλυκά τραγούδια ελέγαν.
1400 Και τότε δα απ᾽ τον Ηρακλή στη μάχη σαν σκοτώθη,
κειτόταν στον κορμό σιμά του δέντρου χτυπημένος,
και μόνο η άκρια της ουράς χοροπηδούσε ακόμα·
μα από τη μαύρη ράχη του ίσαμε το κεφάλι
κειτότανε χωρίς πνοή· και στις πληγές τις σάπιες,
που αφήσανε τα βέλη του πικρή χολή της Ύδρας
1405 στο αίμα του, επηγαίνανε οι μύγες και λιαζόνταν.
Σιμά του κλαίγαν λυγερά οι Νύμφες Εσπερίδες
έχοντας πάνω στα ξανθά κεφάλια τ᾽ άσπρα χέρια.
Αυτοί ζυγώσαν άξαφνα όλοι μαζί· κι εκείνες
αμέσως γη και κορνιαχτός γενήκαν κειδά πέρα,
1410 ως τρέχαν κείνοι βιαστικοί· και το ᾽νιωσε ο Ορφέας,
πού ηταν δαιμόνια θεϊκά και τις παρακαλούσε·
«Όμορφες και καλόγνωμες, θέαινες, σπλαχνιστείτε,
βασίλισσες, με ουράνιες θεές αν λογιαζόστε
είτε και στου Άδη τις θεές, είτε και βοσκοπούλες
Νύμφες λεγόσαστε· εμπρός, Νύμφες, γενιά αγιασμένη
1415 του Ωκεανού, δείξτε σε μας, εδώ που επιθυμάμε,
μπρος σαν φανείτε μια πηγή νερού από κάποιο βράχο
είτε απ᾽ τη γη ν᾽ αναπηδά, θεές, ρέμα αγιασμένο,
τη δίψα μας να σβήσουμε, που αδιάκοπα μας καίει.
Κι αν ποτέ ταξιδεύοντας φτάσουμε στην Ελλάδα,
1420 ετότε δα δώρ᾽ άμετρα σαν στους θεούς τους πρώτους
θα σας προσφέρουμε λοιβές και γλέντια ευχαριστώντας.»
|