Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.1422-4.1484)


ὣς φάτο λισσόμενος ἀδινῇ ὀπί. ταὶ δ᾽ ἐλέαιρον
ἐγγύθεν ἀχνυμένους. καὶ δὴ χθονὸς ἐξανέτειλαν
ποίην πάμπρωτον· ποίης γε μὲν ὑψόθι μακροί
1425βλάστεον ὅρπηκες· μετὰ δ᾽ ἔρνεα τηλεθάοντα
πολλὸν ὑπὲρ γαίης ὀρθοσταδὸν ἠέξοντο.
Ἑσπέρη αἴγειρος, πτελέη δ᾽ Ἐρυθηὶς ἔγεντο·
Αἴγλη δ᾽ ἰτείης ἱερὸν στύπος. ἐκ δέ νυ κείνων
δενδρέων, οἷαι ἔσαν, τοῖαι πάλιν ἔμπεδον αὔτως
1430ἐξέφανεν, θάμβος περιώσιον. ἔκφατο δ᾽ Αἴγλη
μειλιχίοις ἐπέεσσιν ἀμειβομένη χατέοντας·
«ἦ ἄρα δὴ μέγα πάμπαν ἐφ᾽ ὑμετέροισιν ὄνειαρ
δεῦρ᾽ ἔμολεν καμάτοισιν ὁ κύντατος, ὅστις ἀπούρας
φρουρὸν ὄφιν ζωῆς παγχρύσεα μῆλα θεάων
1435οἴχετ᾽ ἀειράμενος· στυγερὸν δ᾽ ἄχος ἄμμι λέλειπται.
ἤλυθε γὰρ χθιζός τις ἀνὴρ ὀλοώτατος ὕβριν
καὶ δέμας· ὄσσε δέ οἱ βλοσυρῷ ὑπέλαμπε μετώπῳ·
νηλής· ἀμφὶ δὲ δέρμα πελωρίου ἕστο λέοντος
ὠμόν, ἀδέψητον· στιβαρὸν δ᾽ ἔχεν ὄζον ἐλαίης
1440τόξα τε, τοῖσι πέλωρ τόδ᾽ ἀπέφθισεν ἰοβολήσας.
ἤλυθε δ᾽ οὖν κἀκεῖνος, ἅτε χθόνα πεζὸς ὁδεύων,
δίψῃ καρχαλέος· παίφασσε δὲ τόνδ᾽ ἀνὰ χῶρον,
ὕδωρ ἐξερέων, τὸ μὲν οὔ ποθι μέλλεν ἰδέσθαι.
ἥδε δέ τις πέτρη Τριτωνίδος ἐγγύθι λίμνης·
1445τὴν ὅγ᾽ ἐπιφρασθείς, ἢ καὶ θεοῦ ἐννεσίῃσιν
λὰξ ποδὶ τύψεν ἔνερθε· τὸ δ᾽ ἀθρόον ἔβλυσεν ὕδωρ.
αὐτὰρ ὅγ᾽ ἄμφω χεῖρε πέδῳ καὶ στέρνον ἐρείσας
ῥωγάδος ἐκ πέτρης πίεν ἄσπετον, ὄφρα βαθεῖαν
νηδύν, φορβάδι ἶσος ἐπιπροπεσών, ἐκορέσθη.»
1450ὣς φάτο· τοὶ δ᾽ ἀσπαστὸν ἵνα σφίσι πέφραδεν Αἴγλη
πίδακα, τῇ θέον αἶψα κεχαρμένοι, ὄφρ᾽ ἐπέκυρσαν.
ὡς δ᾽ ὁπότε στεινὴν περὶ χηραμὸν εἱλίσσονται
γειομόροι μύρμηκες ὁμιλαδόν, ἢ ὅτε μυῖαι
ἀμφ᾽ ὀλίγην μέλιτος γλυκεροῦ λίβα πεπτηυῖαι
1455ἄπλητον μεμάασιν ἐπήτριμοι· ὣς τότ᾽ ἀολλεῖς
πετραίῃ Μινύαι περὶ πίδακι δινεύεσκον.
καί πού τις διεροῖς ἐπὶ χείλεσιν εἶπεν ἰανθείς·
«ὦ πόποι, ἦ καὶ νόσφιν ἐὼν ἐσάωσεν ἑταίρους
Ἡρακλέης δίψῃ κεκμηότας. ἀλλά μιν εἴ πως
1460δήοιμεν στείχοντα δι᾽ ἠπείροιο κιόντες.»
ἦ, καὶ ἀμειβομένων, οἵ τ᾽ ἄρμενοι ἐς τόδε ἔργον,
ἔκριθεν ἄλλυδις ἄλλος ἐπαΐξας ἐρεείνειν.
ἴχνια γὰρ νυχίοισιν ἐπηλίνδητ᾽ ἀνέμοισιν
κινυμένης ἀμάθου. Βορέαο μὲν ὡρμήθησαν
1465υἷε δύω, πτερύγεσσι πεποιθότε· ποσσὶ δὲ κούφοις
Εὔφημος πίσυνος, Λυγκεύς γε μὲν ὀξέα τηλοῦ
ὄσσε βαλεῖν· πέμπτος δὲ μετὰ σφίσιν ἔσσυτο Κάνθος.
τὸν μὲν ἄρ᾽ αἶσα θεῶν κείνην ὁδὸν ἠνορέη τε
ὦρσεν, ἵν᾽ Ἡρακλῆος ἀπηλεγέως πεπύθοιτο,
1470Εἰλατίδην Πολύφημον ὅπῃ λίπε· μέμβλετο γάρ οἱ
οὗ ἕθεν ἀμφ᾽ ἑτάροιο μεταλλῆσαι τὰ ἕκαστα.
ἀλλ᾽ ὃ μὲν οὖν Μυσοῖσιν ἐπικλεὲς ἄστυ πολίσσας
νόστου κηδοσύνῃσιν ἔβη διζήμενος Ἀργώ
τῆλε δι᾽ ἠπείροιο· τέως δ᾽ ἐξίκετο γαῖαν
1475ἀγχιάλων Χαλύβων· τόθι μιν καὶ Μοῖρ᾽ ἐδάμασσεν.
καί οἱ ὑπὸ βλωθρὴν ἀχερωίδα σῆμα τέτυκται
τυτθὸν ἁλὸς προπάροιθεν. ἀτὰρ τότε γ᾽ Ἡρακλῆα
μοῦνον ἀπειρεσίης τηλοῦ χθονὸς εἴσατο Λυγκεύς
τὼς ἰδέειν, ὥς τίς τε νέῳ ἐνὶ ἤματι μήνην
1480ἢ ἴδεν, ἢ ἐδόκησεν ἐπαχλύουσαν ἰδέσθαι.
ἐς δ᾽ ἑτάρους ἀνιὼν μυθήσατο, μή μιν ἔτ᾽ ἄλλον
μαστῆρα στείχοντα κιχησέμεν. οἳ δὲ καὶ αὐτοί
ἤλυθον, Εὔφημός τε πόδας ταχὺς υἷέ τε δοιώ
Θρηικίου Βορέω, μεταμώνια μοχθήσαντε.


Έτσ᾽ είπε αυτός με λυγερή φωνή παρακαλώντας,
κι αυτές τους σπλαχνιστήκανε, πού ητανε λυπημένοι.
Και νά! Απ᾽ τη γη ξεφύτρωσαν πρώτα χλωρό χορτάρι
κι απ᾽ το χορτάρι μακριά κλαδιά ψηλά βλαστούσαν
1425 κι έπειτα απάνω από τη γη βλαστάρια φουντωμένα
πολύ ψηλά εμεγάλωναν και στέκονταν ολόρθα.
Λεύκα η Εσπέρη, και φτελιά γένηκε η Ερεθηίδα
κι η Αίγλη άγιος της ιτιάς κορμός· κι από τα δέντρα
εκείνα πάλι σαν και πριν Νύμφες ξαναγενήκαν.
1430 Θάμπος μεγάλο και τρανό! και μίλησεν η Αίγλη
σ᾽ εκείνους, που προσμένανε, και μαλακά τους είπε.
«Λοιπόν αλήθεια ολότελα πολύ μεγάλη ωφέλεια
μας ήρθε για τους κόπους σας, αυτός δω πέρα ο σκύλος,
που πήρε από το φύλακα, το Φίδι, τη ζωή του,
κι έφυγε παίρνοντας των θεών τα ολόχρυσα τα μήλα·
1435 και μας εδώ λύπη φριχτή γι᾽ αυτό μάς έχει μείνει.
Γιατί μας ήρθε κάποιος χτες άντρας διαβολεμένος
στην αφοβιά, στ᾽ ανάστημα· και λάμπαν αποκάτω
στο μέτωπο τα μάτια του άγρια. Σκυλί μονάχο.
Και λιονταριού πελώριου το δέρμα ηταν ντυμένος,
ωμόν, ανέργαστο· κι ελιάς κράτει γερό στειλιάρι
1440 και τόξο, που το Φίδι αυτό το σκότωσε χτυπώντας.
Ήρθε λοιπόν αυτός εδώ στεγνός από τη δίψα,
γιατί πεζός εβάδιζε, και κοίταζε σε τούτο
το μέρος για να βρει νερό, που δεν έμελλε νά ᾽βρει.
Και τούτος βράχος είν᾽ σιμά στην Τριτωνίδα λίμνη·
1445 και μόλις τον κατάλαβε, ή κι από θεού γνώμη,
κλωτσιά χτυπά το πόδι του κάτω· κι άφθονο βγάζει
νερό· κι αυτός κάτω στη γη ακούμπησε τα δυο του
τα χέρια και το στήθος του κι απ᾽ το σκισμένο βράχο
ήπιεν αμέτρητο νερό, ωσόπου την κοιλιά του
γέμισε, πέφτοντας μπροστά ίσαμε μια φοράδα.»
1450 Έτσ᾽ είπε αυτή· και στην πηγή, πού ειπε σ᾽ αυτούς η Αίγλη
τρέχαν ευτύς χαρούμενοι, ώσπου τη συναντήσαν.
Κι ως στη στενή την τρύπα τους γύρω τριγύρω φέρνουν
σωρό μυρμήγκια, που στη γη μέσα βασανιζόνται·
ή κι ως οι μύγες σε μικρή γλυκού μελιού σταγόνα
1455 απανωτά κι αχόρταστες την πεθυμούν πετώντας·
έτσι και τότε όλοι μαζί γύρω τριγύρω εφέρναν
από του βράχου την πηγή οι ήρωες. Και κάποιος
με χείλια ακόμη δροσερά είπ᾽ ευχαριστημένος.
«Πωπώ! στ᾽ αλήθεια και μακριά ο Ηρακλής κι αν είναι
έσωσε τους συντρόφους του σκασμένους απ᾽ τη δίψα·
1460 μα ίσως να τον εβρίσκαμε απ᾽ τη στεριά σαν πάει.
Και καθώς έλεγαν αυτά, οι πιο καλοί για τούτο
το έργο εξεχωρίσανε, και δω άλλος κι οι άλλοι εκείθε
ορμήσαν να εξετάσουνε· γιατί από τους ανέμους
της νύχτας είχανε σβηστεί τ᾽ αχνάρια από την άμμο
όπου εκινιόταν. Του Βοριά τα δυο παιδιά κινήσαν
1465 εμπιστοσύνην έχοντας στα δυνατά φτερά τους·
κι ο Εύφημος στ᾽ ανάλαφρα τα πόδια του θαρρώντας
κι απέ ο Λυγκέας, που μακριά μπορούσε να κοιτάξει.
Και πέμπτος έπειτ᾽ απ᾽ αυτόν ξεκίνησε κι ο Κάνθος·
κι αυτόνε θέλημα θεών σ᾽ εκείνονε τον δρόμο
τον εξεσήκωσε κι η αντρειά, να μάθει δίχως άλλο
1470 από το στόμα του Ηρακλή, πού ειχε τον Ελατίδη
αφήσει τον Πολύφημο· γιατί πολύ νιαζόταν
γι᾽ αυτόν από το σύντροφο το καθετί να μάθει.
Μα εκείνος μέσα στους Μυσούς έχτισε ένδοξη πόλη,
κι από φροντίδα γυρισμού ετράβηξε ζητώντας
μακριά στις χώρες την Αργώ, ωσπού ᾽ρθε στων Χαλύβων
1475 τη χώρα την παράλια, που τον εβρήκε η μοίρα·
και κάτω από λεύκ᾽ αψηλή ο τάφος του έχει γίνει
λίγο μέσα απ᾽ τη θάλασσα. Και τώρα μοναχό του
τον Ηρακλή μακριά πολύ στην άνακρη τη χώρα
ο Λυγκέας τον αντίκρισεν, έτσι δα βλέποντάς τον
όπως κανείς τη χαραυγή βλέπει το νιο φεγγάρι,
1480 είτε και να του φάνηκε συννεφωτό πως τό ειδε.
Και στους συντρόφους στρέφοντας τό ειπε, πως κανείς άλλος
απ᾽ όσους τον εζήταγαν δεν θα τον ανταμώσει·
κι ήρθανε κι οι άλλοι, ο Εύφημος με τα γοργά του πόδια
και του Βοριά τα δυο παιδιά, π᾽ άδικα κουραστήκαν.