Έτσ᾽ είπε αυτός με λυγερή φωνή παρακαλώντας,
κι αυτές τους σπλαχνιστήκανε, πού ητανε λυπημένοι.
Και νά! Απ᾽ τη γη ξεφύτρωσαν πρώτα χλωρό χορτάρι
κι απ᾽ το χορτάρι μακριά κλαδιά ψηλά βλαστούσαν
1425 κι έπειτα απάνω από τη γη βλαστάρια φουντωμένα
πολύ ψηλά εμεγάλωναν και στέκονταν ολόρθα.
Λεύκα η Εσπέρη, και φτελιά γένηκε η Ερεθηίδα
κι η Αίγλη άγιος της ιτιάς κορμός· κι από τα δέντρα
εκείνα πάλι σαν και πριν Νύμφες ξαναγενήκαν.
1430 Θάμπος μεγάλο και τρανό! και μίλησεν η Αίγλη
σ᾽ εκείνους, που προσμένανε, και μαλακά τους είπε.
«Λοιπόν αλήθεια ολότελα πολύ μεγάλη ωφέλεια
μας ήρθε για τους κόπους σας, αυτός δω πέρα ο σκύλος,
που πήρε από το φύλακα, το Φίδι, τη ζωή του,
κι έφυγε παίρνοντας των θεών τα ολόχρυσα τα μήλα·
1435 και μας εδώ λύπη φριχτή γι᾽ αυτό μάς έχει μείνει.
Γιατί μας ήρθε κάποιος χτες άντρας διαβολεμένος
στην αφοβιά, στ᾽ ανάστημα· και λάμπαν αποκάτω
στο μέτωπο τα μάτια του άγρια. Σκυλί μονάχο.
Και λιονταριού πελώριου το δέρμα ηταν ντυμένος,
ωμόν, ανέργαστο· κι ελιάς κράτει γερό στειλιάρι
1440 και τόξο, που το Φίδι αυτό το σκότωσε χτυπώντας.
Ήρθε λοιπόν αυτός εδώ στεγνός από τη δίψα,
γιατί πεζός εβάδιζε, και κοίταζε σε τούτο
το μέρος για να βρει νερό, που δεν έμελλε νά ᾽βρει.
Και τούτος βράχος είν᾽ σιμά στην Τριτωνίδα λίμνη·
1445 και μόλις τον κατάλαβε, ή κι από θεού γνώμη,
κλωτσιά χτυπά το πόδι του κάτω· κι άφθονο βγάζει
νερό· κι αυτός κάτω στη γη ακούμπησε τα δυο του
τα χέρια και το στήθος του κι απ᾽ το σκισμένο βράχο
ήπιεν αμέτρητο νερό, ωσόπου την κοιλιά του
γέμισε, πέφτοντας μπροστά ίσαμε μια φοράδα.»
1450 Έτσ᾽ είπε αυτή· και στην πηγή, πού ειπε σ᾽ αυτούς η Αίγλη
τρέχαν ευτύς χαρούμενοι, ώσπου τη συναντήσαν.
Κι ως στη στενή την τρύπα τους γύρω τριγύρω φέρνουν
σωρό μυρμήγκια, που στη γη μέσα βασανιζόνται·
ή κι ως οι μύγες σε μικρή γλυκού μελιού σταγόνα
1455 απανωτά κι αχόρταστες την πεθυμούν πετώντας·
έτσι και τότε όλοι μαζί γύρω τριγύρω εφέρναν
από του βράχου την πηγή οι ήρωες. Και κάποιος
με χείλια ακόμη δροσερά είπ᾽ ευχαριστημένος.
«Πωπώ! στ᾽ αλήθεια και μακριά ο Ηρακλής κι αν είναι
έσωσε τους συντρόφους του σκασμένους απ᾽ τη δίψα·
1460 μα ίσως να τον εβρίσκαμε απ᾽ τη στεριά σαν πάει.
Και καθώς έλεγαν αυτά, οι πιο καλοί για τούτο
το έργο εξεχωρίσανε, και δω άλλος κι οι άλλοι εκείθε
ορμήσαν να εξετάσουνε· γιατί από τους ανέμους
της νύχτας είχανε σβηστεί τ᾽ αχνάρια από την άμμο
όπου εκινιόταν. Του Βοριά τα δυο παιδιά κινήσαν
1465 εμπιστοσύνην έχοντας στα δυνατά φτερά τους·
κι ο Εύφημος στ᾽ ανάλαφρα τα πόδια του θαρρώντας
κι απέ ο Λυγκέας, που μακριά μπορούσε να κοιτάξει.
Και πέμπτος έπειτ᾽ απ᾽ αυτόν ξεκίνησε κι ο Κάνθος·
κι αυτόνε θέλημα θεών σ᾽ εκείνονε τον δρόμο
τον εξεσήκωσε κι η αντρειά, να μάθει δίχως άλλο
1470 από το στόμα του Ηρακλή, πού ειχε τον Ελατίδη
αφήσει τον Πολύφημο· γιατί πολύ νιαζόταν
γι᾽ αυτόν από το σύντροφο το καθετί να μάθει.
Μα εκείνος μέσα στους Μυσούς έχτισε ένδοξη πόλη,
κι από φροντίδα γυρισμού ετράβηξε ζητώντας
μακριά στις χώρες την Αργώ, ωσπού ᾽ρθε στων Χαλύβων
1475 τη χώρα την παράλια, που τον εβρήκε η μοίρα·
και κάτω από λεύκ᾽ αψηλή ο τάφος του έχει γίνει
λίγο μέσα απ᾽ τη θάλασσα. Και τώρα μοναχό του
τον Ηρακλή μακριά πολύ στην άνακρη τη χώρα
ο Λυγκέας τον αντίκρισεν, έτσι δα βλέποντάς τον
όπως κανείς τη χαραυγή βλέπει το νιο φεγγάρι,
1480 είτε και να του φάνηκε συννεφωτό πως τό ειδε.
Και στους συντρόφους στρέφοντας τό ειπε, πως κανείς άλλος
απ᾽ όσους τον εζήταγαν δεν θα τον ανταμώσει·
κι ήρθανε κι οι άλλοι, ο Εύφημος με τα γοργά του πόδια
και του Βοριά τα δυο παιδιά, π᾽ άδικα κουραστήκαν.
|