Θάνατος Κάνθου και Μόψου.
1485 Μα εσέ, Κάνθε, σε πήρανε καταραμένες Μοίρες.
Κοπάδια, που βοσκάγανε συνάντησες· κι ακλούθα
άντρας βοσκός, που εσένανε, και για τα πρόβατά του,
όταν στους φίλους τα ᾽φερνες, πού ειχαν μεγάλη ανάγκη,
εκείνα υπερασπίζοντας σε σκότωσε με πέτρα.
Γιατί δεν ήταν από σε χειρότερος εκείνος,
1490 ο Κάφαυρος, ο έγγονος του Λυκωρέα του Φοίβου,
και της κόρης της σεβαστής Ακακαλλίδας, πού ειχε
κάποτε ο Μίνως μακριά διωγμένα — στη Λιβύη,
την κόρη του σαν έφερνε βαρύ θεού το σπλάχνο,
μες στην κοιλιά της κι έξοχο γέννησε γιο του Φοίβου,
που τον καλούν Αμφίθεμη, κι άλλοι τον λεν Γαράμα.
1495 Κι έπειτα πήρε ο Αμφίθεμης τη Νύμφη Τριτωνίδα,
που ᾽κανε τον Νασάμωνα και τον Κάφαυρον, οπού
τον Κάνθο τώρα εσκότωσε κοντά στα πρόβατά του.
Μα δεν εξέφυγε κι αυτός τα φοβερά τα χέρια
των ήρωων σαν έμαθαν τί έκανε. Και σαν μάθαν
1500 πήρανε πίσω το νεκρό και θάψαν οι Μινύες
και κλαίοντας επήρανε τα πρόβατα μαζί τους.
Κειδά την ίδια μέρα αυτή τον Αμπυκίδη Μόψο
τύχη τον έβρηκε άσπλαχνη, και τη σκληρή του μοίρα
με τις μαντείες δεν ξέφυγε· γιατί του θάνατού του
δεν ήτανε ξεγλιτωμός. Στην άμμον εκειτόταν
1505 φεύγοντας του μεσημεριού τη ζέστα, μέγα φίδι,
π᾽ αν δεν το πείραζε κανείς βαριότανε να βλάψει·
και δεν ορμούσε μπρος σ᾽ αυτόν, που θα οπισθοχωρούσε.
Μα σ᾽ όποιο πρώτα ζωντανό μαύρο έχυνε φαρμάκι,
απ᾽ όσα η ζωοδότρα η γη τρέφει πάνω της ζώα,
1510 ήταν ο δρόμος του πολύ σύντομος για τον Άδη,
ακόμα κι αν ο Παίονας, —αν πρέπει τέτοιο λόγο
να τονε ειπώ στα φανερά—, ήθελε τον γιατρέψει,
αν μοναχά τον άγγιζε λιγάκι με τα δόντια.
Γιατί όταν ο ισόθεος Περσέας επετούσε
ο Ευρυμέδοντας, —γιατί έτσι τον εκαλούσε
η μάνα του—, πάνω ψηλά απ᾽ τη Λιβύη κρατώντας
1515 τη νιόκοπη την κεφαλή της Μέδουσας Γοργόνας,
φέρνοντάς την στο βασιλιά, όσες σταγόνες στάξαν
από το μαύρο το αίμα της και φτάσαν στη γη κάτω
όλες, εκείνων των φιδιών το γένος εφυτρώσαν.
Στη χαίτη του φιδιού αυτουνού κατάκορφα πατάει
ο Μόψος, βγάζοντας μπροστά τ᾽ αριστερό του πόδι·
1520 κι αυτό στη μέση του ποδιού, στην κνήμη του ετυλίχτη
τριγύρω από τον πόνο του και δάγκωσε το κρέας
και το ᾽σκισε· κι η Μήδεια κι οι άλλες υπηρέτρες
φοβήθηκαν· μα την πληγήν αυτός τη ματωμένη
με θάρρος την εμάλαξε, γιατί δεν τον πονούσε
το φοβερό το λάβωμα, τον δύστυχο! Μα τώρα
κάτω απ᾽ το δέρμα χύνοταν παραλυσιάς κoμάρα,
1525 κι απάνω από τα μάτια του απλώνοταν θαμπάδα,
κι ευτύς στο χώμα ακούμπησε τα βαρετά του μέλη,
και πάγωνε, μη ξέροντας τί να ᾽κανε· κι οι φίλοι
γύρω του μαζευτήκανε, κι ο ήρωας Αισονίδης,
απ᾽ το μεγάλο το κακό όλοι τους θαμπωμένοι.
Και σαν επέθανε έμελλε να μη μείνει ούτε λίγο
1530 κάτω από του ηλιού το φως· γιατί γοργά τις σάρκες
το δηλητήριο σάπιζε μέσαθε· κι απ᾽ το δέρμα
πέφτανε σάπια τα μαλλιά· κι ευτύς εσκάβαν λάκκο
βαθύ, γοργά, με χάλκινες δικέλλες· και κουρέψαν
κι αυτοί κι οι δούλες τα μαλλιά, για το νεκρό τους, πού ειχε
βάσανα πάθει θλιβερά, μοιριολογώντας όλοι.
1535 Κι όταν τον καλοθάψανε μες στα όπλα των ντυμένοι
τρεις γύρους φέραν· και σωρό στον τάφο χώμα εχύσαν·
|