Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.1537-4.1585)


ἀλλ᾽ ὅτε δή ῥ᾽ ἐπὶ νηὸς ἔβαν, πρήσοντος ἀήτεω
ἂμ πέλαγος νοτίοιο, πόρους τ᾽ ἀπετεκμήραντο
λίμνης ἐκπρομολεῖν Τριτωνίδος, οὔ τινα μῆτιν
1540δὴν ἔχον, ἀφραδέως δὲ πανημέριοι φορέοντο.
ὡς δὲ δράκων σκολιὴν εἱλιγμένος ἔρχεται οἶμον,
εὖτέ μιν ὀξύτατον θάλπει σέλας ἠελίοιο·
ῥοίζῳ δ᾽ ἔνθα καὶ ἔνθα κάρη στρέφει, ἐν δέ οἱ ὄσσε
σπινθαρύγεσσι πυρὸς ἐναλίγκια μαιμώοντι
1545λάμπεται, ὄφρα μυχόνδε διὰ ῥωχμοῖο δύηται·
ὣς Ἀργὼ λίμνης στόμα ναύπορον ἐξερέουσα
ἀμφεπόλει δηναιὸν ἐπὶ χρόνον. αὐτίκα δ᾽ Ὀρφεύς
κέκλετ᾽ Ἀπόλλωνος τρίποδα μέγαν ἔκτοθι νηός
δαίμοσιν ἐγγενέταις νόστῳ ἔπι μείλια θέσθαι.
1550καὶ τοὶ μὲν Φοίβου κτέρας ἵδρυον ἐν χθονὶ βάντες·
τοῖσιν δ᾽ αἰζηῷ ἐναλίγκιος ἀντεβόλησεν
Τρίτων εὐρυβίης, γαίης δ᾽ ἀνὰ βῶλον ἀείρας
ξείνι᾽ ἀριστήεσσι προΐσχετο, φώνησέν τε·
«δέχθε, φίλοι· ἐπεὶ οὐ περιώσιον ἐγγυαλίξαι
1555ἐνθάδε νῦν πάρ᾽ ἐμοὶ ξεινήιον ἀντομένοισιν.
εἰ δέ τι τῆσδε πόρους μαίεσθ᾽ ἁλός, οἷά τε πολλά
ἄνθρωποι χατέουσιν ἐπ᾽ ἀλλοδαπῇ περόωντες,
ἐξερέω. δὴ γάρ με πατὴρ ἐπιίστορα πόντου
θῆκε Ποσειδάων τοῦδ᾽ ἔμμεναι. αὐτὰρ ἀνάσσω
1560παρραλίης, εἰ δή τιν᾽ ἀκούετε νόσφιν ἐόντες
Εὐρύπυλον Λιβύῃ θηροτρόφῳ ἐγγεγαῶτα.»
ὣς ηὔδα· πρόφρων δ᾽ ὑπερέσχεθε βώλακι χεῖρας
Εὔφημος, καὶ τοῖα παραβλήδην προσέειπεν·
«Ἀπίδα καὶ πέλαγος Μινώιον εἴ νύ που, ἥρως,
1565ἐξεδάης, νημερτὲς ἀνειρομένοισιν ἐνίσπες.
δεῦρο γὰρ οὐκ ἐθέλοντες ἱκάνομεν, ἀλλὰ βαρείαις
χρίμψαντες γαίης ἐπὶ πείρασι τῆσδε θυέλλαις
νῆα μεταχρονίην ἐκομίσσαμεν ἐς τόδε λίμνης
χεῦμα δι᾽ ἠπείρου βεβαρημένοι· οὐδέ τι ἴδμεν,
1570πῇ πλόος ἐξανέχει Πελοπηίδα γαῖαν ἱκέσθαι.»
ὣς ἄρ᾽ ἔφη. ὃ δὲ χεῖρα τανύσσατο, δεῖξε δ᾽ ἄπωθεν
φωνήσας πόντον τε καὶ ἀγχιβαθὲς στόμα λίμνης·
«κείνη μὲν πόντοιο διήλυσις, ἔνθα μάλιστα
βένθος ἀκίνητον μελανεῖ· ἑκάτερθε δὲ λευκαί
1575ῥηγμῖνες φρίσσουσι διαυγέες· ἣ δὲ μεσηγὺ
ῥηγμίνων στεινὴ τελέθει ὁδὸς ἐκτὸς ἐλάσσαι.
κεῖνο δ᾽ ὑπηέριον θείην Πελοπηίδα γαῖαν
εἰσανέχει πέλαγος Κρήτης ὕπερ· ἀλλ᾽ ἐπὶ χειρός
δεξιτερῆς, λίμνηθεν ὅτ᾽ εἰς ἁλὸς οἶδμα βάλητε,
1580τόφρ᾽ αὐτὴν παρὰ χέρσον ἐεργμένοι ἰθύνεσθε,
ἔστ᾽ ἂν ἄνω τείνῃσι· περιρρήδην δ᾽ ἑτέρωσε
κλινομένης χέρσοιο, τότε πλόος ὔμμιν ἀπήμων
ἀγκῶνος τέτατ᾽ ἰθὺς ἀπὸ προύχοντος ἰοῦσιν.
ἀλλ᾽ ἴτε γηθόσυνοι, καμάτοιο δὲ μή τις ἀνίη
1585γιγνέσθω, νεότητι κεκασμένα γυῖα μογῆσαι.»


Οι Αργοναύται συναντώσι τον Τρίτωνα.

Κι όταν στο πλοίο εμπήκανε στο πέλαο τους φυσούσε
άνεμος από τη νοτιά, και πέρασμα ζητούσαν
από τη λίμνη έξω να βγουν την Τριτωνίδαν. Όμως
1540 δεν βρίσκανε· κι ολημερίς γυρνούσανε στην τύχη.
Κι όπως το φίδι, γυριστό δρόμο, κουλουριασμένο
περνάει σαν η δυνατή ζέστα το καίει του ήλιου,
κι εδώ κι εκεί την κεφαλή στριφογυρνά σφυρώντας
κι όμοια με σπίθες της φωτιάς λαμποκοπούν τα μάτια,
1545 που πεθυμάει σε βαθιά να μπει της γης σκισμάδα·
έτσι ζητώντας κι η Αργώ στόμα της λίμνης, όθε
καράβι να περνά, καιρό πολύ περιπλανιόταν.
Κι ευτύς ο Ορφέας διάταξε τον τρίποδα το μέγα
του Απόλλωνα απ᾽ το πλοίο τους έξω να τονε βγάλουν
και δώρο για το γυρισμό στους ήρωες τους ντόπιους
1550 να τον ορίσουν. Στη στεριά βγήκαν οι ναύτες τότε
και στήσανε του Φοίβου εκεί το δώρο· και τους φάνη
ο δυνατός ο Τρίτωνας παρόμοιος μ᾽ έναν άντρα.
Σήκωσε κάτω από τη γη μεγάλο σβόλο χώμα
κι είπε στους ήρωες δίνοντας φιλοξενίας δώρο.
«Δεχθείτε, φίλοι, γιατί εδώ σε με, για να σας δώσω
1555 δώρο σαν σας συνάντησα άλλο δεν περισσεύει.
Μ᾽ αν τα περάσματα τυχόν της θάλασσας ζητάτε,
ως οι άνθρωποι ζητούν συχνά στα ξένα σαν περνάνε,
θα σας τα ειπώ· γιατί ο γονιός μ᾽ έκανε, ο Ποσειδώνας,
να ξέρω τα περάσματα της θάλασσας ετούτης.
Εδώ ειμαι στην παράλια τη χώρα βασιλέας,
1560 αν έχετε ακουστά τυχόν, μακριά που κατοικείτε,
πώς γένναε τον Ευρύπυλο η Λιβύα η θεριοτρόφα.»
Έτσ᾽ είπε αυτός· και πρόθυμος ο Εύφημος τα χέρια
στον σβόλον άπλωσε κι ευτύς αυτά τού ειπε τα λόγια.
«Για την Απίδα αν άκουσες κάπου και το Μινώιο
1565 το πέλαγος, αληθινά πες, ήρωα, που ζητάμε·
γιατί χωρίς να θέλουμε ήρθαμε δω σε τούτες
της χώρας τις ακρογιαλιές, και πέσαμε από μπόρες
μεγάλες, και το πλοίο μας σηκώνοντας στα χέρια
σ᾽ αυτής της λίμνης τα νερά φέραμε κουρασμένοι
ανάμεσα από τη στεριά· και πούθε ο δρόμος είναι
1570 δεν ξέρουμε στου Πέλοπα να φτάσουμε τη χώρα.»
Έτσ᾽ είπε αυτός· κι απλώνοντας το δεξί χέρι ο άλλος
του ᾽δειξε πέρα μακριά το πέλαο και της λίμνης
το στόμα το βαθύρευτο και μίλησε και τού ειπε·
«Εκείνο δα είν᾽ το πέρασμα του πόντου, που το βάθος
μαυρίζει περισσότερο και διόλου δεν κινιέται.
1575 Κι από τις δυο μεριές γκρεμοί λευκοί ψηλά ανεβαίνουν
αστραφτεροί· κι ανάμεσα μες στους γκρεμούς εκείνους
βρίσκεται πέρασμα στενό έξω για να περάστε.
Τη χώρα αυτή του Πέλοπα τη θεϊκιάν αγγίζει
τ᾽ ανταριασμένο πέλαγος απάνω από την Κρήτη.
Μα προς το χέρι το δεξί όταν από τη λίμνη
το πλοίο σας στης θάλασσας θα ρίξετε το κύμα,
1580 τραβάτε πάντα κολλητά προς την στεριάν ωσόπου
πηγαίνει αυτή προς τα ψηλά· κι όταν απ᾽ τ᾽ άλλο μέρος
πιάσει να στρέφεται η στεριά, τότε άβλαφτο ταξίδι
για σας θα είν᾽ απ᾽ την άκρη αυτή γραμμή στα μπρος αν πάτε.
Πηγαίνετε χαρούμενοι· και μη στενοχωριέστε
1585 για κούραση, τα χέρια σας τα νια να κουραστούνε.»