Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.1586-4.1624)


ἴσκεν ἐυφρονέων· οἳ δ᾽ αἶψ᾽ ἐπὶ νηὸς ἔβησαν
λίμνης ἐκπρομολεῖν λελιημένοι εἰρεσίῃσιν.
καὶ δὴ ἐπιπρονέοντο μεμαότες· αὐτὰρ ὃ τείως
Τρίτων ἀνθέμενος τρίποδα μέγαν, εἴσατο λίμνην
1590εἰσβαίνειν· μετὰ δ᾽ οὔ τις ἐσέδρακεν, οἷον ἄφαντος
αὐτῷ σὺν τρίποδι σχεδὸν ἔπλετο. τοῖσι δ᾽ ἰάνθη
θυμός, ὃ δὴ μακάρων τις ἐναίσιμος ἀντεβόλησεν.
καί ῥά οἱ Αἰσονίδην μήλων ὅ τι φέρτατον ἄλλων
ἤνωγον ῥέξαι καὶ ἐπευφημῆσαι ἑλόντα.
1595αἶψα δ᾽ ὅγ᾽ ἐσσυμένως ἐκρίνατο, καί μιν ἀείρας
σφάξε κατὰ πρύμνης, ἐπὶ δ᾽ ἔννεπεν εὐχωλῇσιν·
«δαῖμον, ὅτις λίμνης ἐπὶ πείρασι τῆσδ᾽ ἐφαάνθης,
εἴτε σέγε Τρίτων᾽, ἅλιον τέρας, εἴτε σε Φόρκυν,
ἢ Νηρῆα θύγατρες ἐπικλείουσ᾽ ἁλοσύδναι,
1600ἵλαθι, καὶ νόστοιο τέλος θυμηδὲς ὄπαζε.»
ἦ ῥ᾽, ἅμα δ᾽ εὐχωλῇσιν ἐς ὕδατα λαιμοτομήσας
ἧκε κατὰ πρύμνης· ὃ δὲ βένθεος ἐξεφαάνθη
τοῖος ἐών, οἷός περ ἐτήτυμος ἦεν ἰδέσθαι.
ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἀνὴρ θοὸν ἵππον ἐς εὐρέα κύκλον ἀγῶνος
1605στέλλῃ ὀρεξάμενος λασίης εὐπειθέα χαίτης,
εἶθαρ ἐπιτροχάων, ὃ δ᾽ ἐπ᾽ αὐχένι γαῦρος ἀερθείς
ἕσπεται, ἀργινόεντα δ᾽ ἐνὶ στομάτεσσι χαλινά
ἀμφὶς ὀδακτάζοντι παραβλήδην κροτέονται·
ὣς ὅγ᾽ ἐπισχόμενος γλαφυρῆς ὁλκήιον Ἀργοῦς
1610ἦγ᾽ ἅλαδε προτέρωσε. δέμας δέ οἱ ἐξ ὑπάτοιο
κράατος, ἀμφί τε νῶτα καὶ ἰξύας ἔστ᾽ ἐπὶ νηδύν
ἀντικρὺ μακάρεσσι φυὴν ἔκπαγλον ἔικτο·
αὐτὰρ ὑπαὶ λαγόνων δίκραιρά οἱ ἔνθα καὶ ἔνθα
κήτεος ὁλκαίη μηκύνετο, κόπτε δ᾽ ἀκάνθαις
1615ἄκρον ὕδωρ, αἵ τε σκολιοῖς ἐπινειόθι κέντροις
μήνης ὡς κεράεσσιν ἐειδόμεναι διχόωντο.
τόφρα δ᾽ ἄγεν, τείως μιν ἐπιπροέηκε θαλάσσῃ
νισσομένην· δῦ δ᾽ αἶψα μέγαν βυθόν· οἳ δ᾽ ὁμάδησαν
ἥρωες, τέρας αἰνὸν ἐν ὀφθαλμοῖσιν ἰδόντες.
1620ἔνθα μὲν Ἀργῷός τε λιμὴν καὶ σήματα νηός
ἠδὲ Ποσειδάωνος ἰδὲ Τρίτωνος ἔασιν
βωμοί· ἐπεὶ κεῖν᾽ ἦμαρ ἐπέσχεθον· αὐτὰρ ἐς ἠῶ
λαίφεσι πεπταμένοις αὐτὴν ἐπὶ δεξί᾽ ἔχοντες
γαῖαν ἐρημαίην, πνοιῇ ζεφύροιο θέεσκον.


Έτσι έλεγε καλόκαρδος· κι αυτοί στο πλοίο εμπήκαν,
από τη λίμνη θέλοντας με τα κουπιά να βγούνε.
Και μπρος τραβούσαν πρόθυμα· κι ο Τρίτωνας σαν πήρε
στον ώμο του τον τρίποδα όρμησε μες στη λίμνη
1590 να μπει· κι έπειτα πια κανείς κειδά δεν τον ξανάειδε,
και μ᾽ όλο του τον τρίποδα εχάθηκε από μπρος τους.
Και κείνων χάρηκε η καρδιά· γιατί θεν᾽ ανταμώσαν
κάποιο θεόν ευνοϊκό· κι όλοι στον Αισονίδη
φωνάξαν το καλύτερο από τα πρόβατά των
να πάρει και σαν ευχηθεί να θυσιάσει αμέσως.
1595 Κι αυτός το διάλεξε γοργά και το ᾽φερε στην πρύμη
και κει δα πάνω το ᾽σφαξε κι είπε τις προσευχές του.
«Ήρωα, που μας φάνηκες στην όχτη αυτής της λίμνης,
είτε σε λένε Φόρκυνα, είτε σε λεν Νηρέα
οι κόρες σου οι θαλασσινές, σπλαχνίσου μας και δώσε
1600 το τέλος να ᾽ν᾽ του γυρισμού σαν πως το πεθυμάμε.»
Έτσ᾽ είπε και με τις ευχές του ᾽κοψε το λαιμό του
μες στα νερά και τ᾽ άφησε να πέσει μες στη λίμνη.
Και φανερώθη ο Τρίτωνας απ᾽ τα βαθιά της λίμνης,
τέτοιος οπού ειναι να τον δεις με τη σωστή μορφή του.
Κι ως όταν άντρας το γοργό τ᾽ άλογο σε μεγάλο
κύκλο του αγώνα τ᾽ οδηγεί υπάκουο απ᾽ τη χαίτη
1605 τη μακριά, κι αυτός μαζί γοργά κοντά του τρέχει·
κι αυτό περήφανο ψηλά σηκώνοντας το σβέρκο
ακολουθάει, και τα λαμπρά στο στόμα χαλινά του
δαγκώνοντας εδώ κι εκεί γοργά πυκνά βροντούνε·
έτσι κι αυτός αρπάζοντας την σκαλιστή καρίνα
1610 τραβούσε την Αργώ μπροστά στη θάλασσα. Και τού ηταν
το σώμα του από την κορφή του κεφαλιού ως τις πλάτες,
τη μέση του και την κοιλιάν, ολότελα παρόμοιο
μ᾽ έξοχο ανάστημα θεών· μα κάτω απ᾽ τα λαγγόνια
δικέρατη δώθε κι εκεί απλώνοταν ψαρίσια
1615 ουρά κι έσκιζε το νερό στα δυο με τα φτερούγια,
που κάτω από τη γυριστήν ουρά του ήταν σκισμένα
στα δυο και μισοφέγγαρου κέρατα παρομοιάζαν.
Και τ᾽ οδηγούσεν όσο που στη θάλασσα τ᾽ αφήκε
να ταξιδεύει. Τότ᾽ ευτύς στο μέγα βάθος χώθη.
Κι οι ήρωες φωνάξανε σαν είδαν μέγα θαύμα.
1620 Σ᾽ αυτό το μέρος της Αργώς λιμάνι είν᾽ και σημάδια
του πλοίου, και του Τρίτωνα βωμοί και Ποσειδώνα.
Σ᾽ αυτό το μέρος έμειναν εκείνη την ημέρα.