Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.1625-4.1693)


1625ἦρι δ᾽ ἔπειτ᾽ ἀγκῶνά θ᾽ ὁμοῦ μυχάτην τε θάλασσαν
κεκλιμένην ἀγκῶνος ὕπερ προύχοντος ἴδοντο.
αὐτίκα δὲ ζέφυρος μὲν ἐλώφεεν, ἤλυθε δ᾽ αὔρη
ἀργέσταο νότου· χήραντο δὲ θυμὸν ἰωῇ.
ἦμος δ᾽ ἠέλιος μὲν ἔδυ, ἀνὰ δ᾽ ἤλυθεν ἀστήρ
1630αὔλιος, ὅς τ᾽ ἀνέπαυσεν ὀιζυροὺς ἀροτῆρας,
δὴ τότ᾽ ἔπειτ᾽ ἀνέμοιο κελαινῇ νυκτὶ λιπόντος
ἱστία λυσάμενοι περιμήκεά τε κλίναντες
ἱστόν, ἐυξέστῃσιν ἐπερρώοντ᾽ ἐλάτῃσιν
παννύχιοι καὶ ἐπ᾽ ἦμαρ, ἐπ᾽ ἤματι δ᾽ αὖτις ἰοῦσαν
1635νύχθ᾽ ἑτέρην. ὑπέδεκτο δ᾽ ἀπόπροθι παιπαλόεσσα
Κάρπαθος. ἔνθεν δ᾽ οἵγε περαιώσεσθαι ἔμελλον
Κρήτην, ἥ τ᾽ ἄλλων ὑπερέπλετο εἰν ἁλὶ νήσων.
τοὺς δὲ Τάλως χάλκειος, ἀπὸ στιβαροῦ σκοπέλοιο
ῥηγνύμενος πέτρας, εἶργε χθονὶ πείσματ᾽ ἀνάψαι,
1640Δικταίην ὅρμοιο κατερχομένους ἐπιωγήν.
τὸν μὲν χαλκείης μελιηγενέων ἀνθρώπων
ῥίζης λοιπὸν ἐόντα μετ᾽ ἀνδράσιν ἡμιθέοισιν
Εὐρώπῃ Κρονίδης νήσου πόρεν ἔμμεναι οὖρον,
τρὶς περὶ χαλκείοις Κρήτην ποσὶ δινεύοντα·
1645ἀλλ᾽ ἤτοι τὸ μὲν ἄλλο δέμας καὶ γυῖα τέτυκτο
χάλκεος ἠδ᾽ ἄρρηκτος· ὑπαὶ δέ οἱ ἔσκε τένοντος
σύριγξ αἱματόεσσα κατὰ σφυρόν· αὐτὰρ ὃ τήνγε
λεπτὸς ὑμήν, ζωῆς, ἔχε, πείρατα καὶ θανάτοιο.
οἳ δέ, δύῃ μάλα περ δεδμημένοι, αἶψ᾽ ἀπὸ χέρσου
1650νῆα περιδδείσαντες ἀνακρούεσκον ἐρετμοῖς.
καί νύ κ᾽ ἐπισμυγερῶς Κρήτης ἑκὰς ἠέρθησαν,
ἀμφότερον δίψῃ τε καὶ ἄλγεσι μοχθίζοντες,
εἰ μή σφιν Μήδεια λιαζομένοις ἀγόρευσεν·
«κέκλυτέ μευ. μούνη γὰρ ὀίομαι ὔμμι δαμάσσειν
1655ἄνδρα τόν, ὅστις ὅδ᾽ ἐστί, καὶ εἰ παγχάλκεον ἴσχει
ὃν δέμας, ὁππότε μή οἱ ἐπ᾽ ἀκάματος πέλοι αἰών.
ἀλλ᾽ ἔχετ᾽ αὐτοῦ νῆα θελήμονες ἐκτὸς ἐρωῆς
πετράων, εἵως κεν ἐμοὶ εἴξειε δαμῆναι.»
ὣς ἄρ᾽ ἔφη· καὶ τοὶ μὲν ὑπὲκ βελέων ἐρύσαντο
1660νῆ᾽ ἐπ᾽ ἐρετμοῖσιν, δεδοκημένοι, ἥντινα ῥέξει
μῆτιν ἀνωίστως. ἣ δὲ πτύχα πορφυρέοιο
προσχομένη πέπλοιο παρειάων ἑκάτερθεν
βήσατ᾽ ἐπ᾽ ἰκριόφιν· χειρὸς δέ ἑ χειρὶ μεμαρπώς
Αἰσονίδης ἐκόμιζε διὰ κληῖδας ἰοῦσαν.
1665ἔνθα δ᾽ ἀοιδῇσιν μειλίσσετο, μέλπε δὲ Κῆρας
θυμοβόρους, Ἀίδαο θοὰς κύνας, αἳ περὶ πᾶσαν
ἠέρα δινεύουσαι ἐπὶ ζωοῖσιν ἀγῶνται.
τὰς γουναζομένη τρὶς μὲν παρεκέκλετ᾽ ἀοιδαῖς,
τρὶς δὲ λιταῖς· θεμένη δὲ κακὸν νόον, ἐχθοδοποῖσιν
1670ὄμμασι χαλκείοιο Τάλω ἐμέγηρεν ὀπωπάς·
λευγαλέον δ᾽ ἐπί οἱ πρῖεν χόλον, ἐκ δ᾽ ἀίδηλα
δείκηλα προΐαλλεν, ἐπιζάφελον κοτέουσα.
Ζεῦ πάτερ, ἦ μέγα δή μοι ἐνὶ φρεσὶ θάμβος ἄηται,
εἰ δὴ μὴ νούσοισι τυπῇσί τε μοῦνον ὄλεθρος
1675ἀντιάει, καὶ δή τις ἀπόπροθεν ἄμμε χαλέπτει·
ὡς ὅγε χάλκειός περ ἐὼν ὑπόειξε δαμῆναι
Μηδείης βρίμῃ πολυφαρμάκου· ἂν δὲ βαρείας
ὀχλίζων λάιγγας, ἐρυκέμεν ὅρμον ἱκέσθαι,
πετραίῳ στόνυχι χρίμψε σφυρόν· ἐκ δέ οἱ ἰχώρ
1680τηκομένῳ ἴκελος μολίβῳ ῥέεν· οὐδ᾽ ἔτι δηρόν
εἱστήκει προβλῆτος ἐπεμβεβαὼς σκοπέλοιο.
ἀλλ᾽ ὥς τίς τ᾽ ἐν ὄρεσσι πελωρίη ὑψόθι πεύκη,
τήν τε θοοῖς πελέκεσσιν ἔθ᾽ ἡμιπλῆγα λιπόντες
ὑλοτόμοι δρυμοῖο κατήλυθον· ἣ δ᾽ ὑπὸ νυκτί
1685ῥιπῇσιν μὲν πρῶτα τινάσσεται, ὕστερον αὖτε
πρυμνόθεν ἐξαγεῖσα κατήριπεν· ὣς ὅγε ποσσίν
ἀκαμάτοις τείως μὲν ἐπισταδὸν ᾐωρεῖτο,
ὕστερον αὖτ᾽ ἀμενηνὸς ἀπείρονι κάππεσε δούπῳ.
κεῖνο μὲν οὖν Κρήτῃ ἐνὶ δὴ κνέφας ηὐλίζοντο
1690ἥρωες. μετὰ δ᾽ οἵγε νέον φαέθουσαν ἐς ἠῶ
ἱρὸν Ἀθηναίης Μινωίδος ἱδρύσαντο,
ὕδωρ τ᾽ εἰσαφύσαντο καὶ εἰσέβαν, ὥς κεν ἐρετμοῖς
παμπρώτιστα βάλοιεν ὑπὲρ Σαλμωνίδος ἄκρης.


Άφιξις εις Κρήτην.

Και την αυγή με τα πανιά όλα τους απλωμένα
στα δεξιά τους έχοντας την έρημη τη χώρα
ταξίδευαν με την πνοή του μαλακού Ζεφύρου.
1625 Και τον αγκώνα της στεριάς προς το πρωί κατόπι,
και τη βαθιά τη θάλασσα πέρα από τον αγκώνα
είδαν, κι ευτύς ο Ζέφυρος έπαψε, κι αγεράκι
φύσα ξαστερωτής νοτιάς· κι όλο χαρά φωνάξαν.
Κι όταν ο ήλιος έπεσε και βγήκε ο Αποσπερίτης,
1630 που λύνει τα καματερά τα βόδια από τ᾽ αλέτρι,
τότε στη σκοτεινή νυχτιά, στο πάψιμο του αγέρα
σαν λύσαν τα μακριά πανιά και το κατάρτι εγείραν,
με τα καλόξυστα κουπιά βάζαν τη δύναμή τους
ολονυχτίς κι ολημερίς και την κατόπι νύχτα,
1635 και μπρος μακριά η απόγκρεμνη η Κάρπαθος τους δέχτη.
Κι εδώθε μέλλαν να διαβούν πέρα κατά την Κρήτη,
που απ᾽ τα νησιά της θάλασσας τ᾽ άλλα σιμά τους ήταν.
Κι ο Τάλως τότε ο χάλκινος από μεγάλο βράχο
σπάζοντας πέτρες μπόδιζε προς τη στεριά ν᾽ αράξουν
1640 ως πήγαιναν στ᾽ απάνεμο του λιμανιού Δικταίου.
Από τους δεντρογέννητους ανθρώπους ήταν ρίζα
χαλκή, κι αυτός απόμεινε με τους ημίθεους άντρες
και φύλακα τον έδωσεν ο Δίας στην Ευρώπη,
και την ημέρα τρεις φορές με τα χαλκά του πόδια
1645 την Κρήτη τρίγυρα έφερνε. Κι όλο τ᾽ άλλο κορμί του
χαλκό ήταν, και τα μέλη του, κι αχάλαστο· μα κάτω
στο νεύρο, στον αστράγαλο είχε μικρό σωλήνα
γεμάτον αίμα, και λεπτή μια πέτσα τον εκλειούσε,
που θάνατο και της ζωής το τέλος τού κρατούσε.
Κι οι ήρωες κατακούραστοι από την κακοπάθεια
1650 γοργά το πλοίο απ᾽ τη στεριά τραβούσαν φοβισμένοι
πίσω πάλι με τα κουπιά· κι έτσι φριχτά απ᾽ την Κρήτη
θα φεύγαν υποφέροντας τη δίψα και τους κόπους
πολύ μακριά αν η Μήδεια δεν έλεγεν ως φεύγαν.
«Ακούστε με· μονάχη εγώ θαρρώ πως θα δαμάσω
1655 τον άντρα αυτόν, όποιος κι αν είν᾽ κι αν όλο το κορμί του
είν᾽ χάλκινο, κι ακούραστα χρόνια δεν τονε βρίσκουν·
μόνο το πλοίο υπάκουοι κρατείτε έξ᾽ απ᾽ το μέρος,
που οι πέτρες του μας φτάνουνε, ώσπου να τον δαμάσω.»
Έτσ᾽ είπε· και ξεσύρανε το πλοίο στα κουπιά τους
1660 μακριά από τα ριξίματα προσμένοντας να ιδούνε
σαν ποιά σκέψην ανέλπιστη θα ᾽κανε· κι αυτή μια άκρη
του κόκκινου του πέπλου της γύρω στα μάγουλά της
βάζοντας επροχώρησεν απάνω προς την πλώρη·
κι από το χέρι πιάνοντας αυτήν ο Αισονίδης
την σήκωνε σαν πέρναγεν ανάμεσα απ᾽ τους πάγκους.
1665 Τότε έκανε τα μάγια της κι έψελνε του θανάτου
τις Μοίρες, τ᾽ Άδη τα γοργά σκυλιά, τις καρδιοφάγες,
που όλη τη γη γυρίζοντας βλάφτουνε τους ανθρώπους.
Αυτές επαρακάλαγε, και τρεις φορές με μάγια,
και τρεις φορές με προσευχές σιμά τις εκαλούσε.
Και το κακό σαν έβαλε στο νου της, μες στα μάτια
1670 με μάτια κοίταζε εχτρικά τον χάλκινο τον Τάλω·
κι οργήν ολέθρια είχε γι᾽ αυτόν, και του ᾽στελνε μπροστά του
φαντάσματα τρομαχτικά, ολέθρια ξαναμμένη.
Δία πατέρα! θάμπωμα μεγάλο μ᾽ έχει πιάσει,
αν δίχως αρρωστιά καμιά ή λάβωμα, μας βρίσκει
1675 χαμός, κι από μακριά μπορούν με μάγια να μας βλάψουν·
κι αυτός αν κι ήταν χάλκινος νικήθη κι εδαμάστη
από της πολυβότανης τη δύναμη της Μήδειας.
Κι ως τα βαριά τα βότσαλα σήκωνε, να μποδίσει
τους ήρωες να φτάσουνε ν᾽ αράξουν στο λιμάνι,
χτύπησε τον αστράγαλο σε μυτωμένο βράχο·
1680 και το αίμα του ξεχύθηκε σαν το λιωτό μολύβι·
και δεν εστάθη πια πολύ ορθός πάνω στο βράχο.
Αλλά καθώς πελώριο πεύκο ψηλά στα όρη,
που με πελέκια κοφτερά μισοκομμένο αφήσαν
κι από το δάσος έφυγαν οι ξυλοκόποι· εκείνο
1685 πρώτα απ᾽ ανέμου φύσημα τινάζεται· κατόπι
από τη ρίξα κάτω σπα κι όλο στη γη γκρεμιέται·
έτσι κι αυτός λίγον καιρό στ᾽ ακούραστά του πόδια
ορθός εκλονιζότανε, κατόπι με μεγάλο
βρόντηγμα έπεσε άψυχος. Κι οι ήρωες εκείνο
το βράδυ μέσα στο νησί της Κρήτης ξενυχτήσαν.
1690 Και το πρωί σαν η αυγή ξεφανερώθη πάλι
εκεί ναό της Αθηνάς χτίσαν της Μινωίδας,
πήραν νερό, και μπήκανε στο πλοίο για να στρέψουν
πρώτα πρώτα με τα κουπιά πέρα απ᾽ την Σαλμωνίδα.