Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.1694-4.1730)


αὐτίκα δὲ Κρηταῖον ὑπὲρ μέγα λαῖτμα θέοντας
1695νὺξ ἐφόβει, τήνπερ τε κατουλάδα κικλήσκουσιν.
νύκτ᾽ ὀλοὴν οὐκ ἄστρα διίσχανεν, οὐκ ἀμαρυγαί
μήνης· οὐρανόθεν δὲ μέλαν χάος, ἠέ τις ἄλλη
ὠρώρει σκοτίη μυχάτων ἀνιοῦσα βερέθρων.
αὐτοὶ δ᾽, εἴτ᾽ Ἀίδῃ, εἴθ᾽ ὕδασιν ἐμφορέοντο,
1700ἠείδειν οὐδ᾽ ὅσσον· ἐπέτρεψαν δὲ θαλάσσῃ
νόστον, ἀμηχανέοντες, ὅπῃ φέροι. αὐτὰρ Ἰήσων
χεῖρας ἀνασχόμενος μεγάλῃ ὀπὶ Φοῖβον ἀύτει
ῥύσασθαι καλέων· κατὰ δ᾽ ἔρρεεν ἀσχαλόωντι
δάκρυα· πολλὰ δὲ Πυθοῖ ὑπίσχετο, πολλὰ δ᾽ Ἀμύκλαις,
1705πολλὰ δ᾽ ἐς Ὀρτυγίην ἀπερείσια δῶρα κομίσσειν.
Λητοΐδη, τύνη δὲ κατ᾽ οὐρανοῦ ἵκεο πέτρας
ῥίμφα Μελαντείους ἀριήκοος, αἵ τ᾽ ἐνὶ πόντῳ
ἧνται· δοιάων δὲ μιῆς ἐφύπερθεν ὀρούσας,
δεξιτερῇ χρύσειον ἀνέσχεθες ὑψόθι τόξον·
1710μαρμαρέην δ᾽ ἀπέλαμψε βιὸς περὶ πάντοθεν αἴγλην.
τοῖσι δέ τις Σποράδων βαιὴ ἀνὰ τόφρ᾽ ἐφαάνθη
νῆσος ἰδεῖν, ὀλίγης Ἱππουρίδος ἀντία νήσου,
ἔνθ᾽ εὐνὰς ἐβάλοντο καὶ ἔσχεθον. αὐτίκα δ᾽ ἠώς
φέγγεν ἀνερχομένη. τοὶ δ᾽ ἀγλαὸν Ἀπόλλωνι
1715ἄλσει ἐνὶ σκιερῷ τέμενος σκιόεντά τε βωμόν
ποίεον, Αἰγλήτην μὲν ἐυσκόπου εἵνεκεν αἴγλης
Φοῖβον κεκλόμενοι· Ἀνάφην δέ τε λισσάδα νῆσον
ἴσκον, ὃ δὴ Φοῖβός μιν ἀτυζομένοις ἀνέφηνεν.
ῥέζον δ᾽ ὅσσα περ ἄνδρες ἐρημαίῃ ἐνὶ ῥέζειν
1720ἀκτῇ ἐφοπλίσσειαν· ὃ δή σφεας ὁππότε δαλοῖς
ὕδωρ αἰθομένοισιν ἐπιλλείβοντας ἴδοντο
Μηδείης δμωαὶ Φαιηκίδες, οὐκέτ᾽ ἔπειτα
ἴσχειν ἐν στήθεσσι γέλω σθένον, οἷα θαμειάς
αἰὲν ἐν Ἀλκινόοιο βοοκτασίας ὁρόωσαι.
1725τὰς δ᾽ αἰσχροῖς ἥρωες ἐπιστοβέεσκον ἔπεσσιν
χλεύῃ γηθόσυνοι· γλυκερὴ δ᾽ ἀνεδαίετο τοῖσιν
κερτομίη καὶ νεῖκος ἐπεσβόλον. ἐκ δέ νυ κείνης
μολπῆς ἡρώων νήσῳ ἔνι τοῖα γυναῖκες
ἀνδράσι δηριόωνται, ὅτ᾽ Ἀπόλλωνα θυηλαῖς
1730Αἰγλήτην Ἀνάφης τιμήορον ἱλάσκωνται.


Άφιξις εις Ανάφην.

Κι ευτύς πέρα απ᾽ το Κρητικό το πέλαγος το μέγα
1695 νύχτα βαριά τους φόβιζε, που την καλούνε Μαύρη.
Άστρα δεν την εκόβανε την νύχτα την ολέθρια,
ούτε και λάμψες φεγγαριού· μα απ᾽ τα ουράνια μαύρο
χάος απλώνοταν, ή μια μαυρίλα μπερδεμένη
σηκώνοταν απ᾽ το βυθό βγαίνοντας των αβύσσων.
Κι εκείνοι δεν εγνώριζαν καθόλου αν ταξιδεύαν
1700 στον Άδη είτε στη θάλασσα· και απ᾽ την αμηχανία
το γυρισμό στη θάλασσα, όπου τους πάει, αφήσαν.
Κι ο Ιάσονας τα χέρια του σηκώνοντας στο Φοίβο
τον κάλαγε με δυνατή φωνή να τους γλιτώσει·
κι από τη στενοχώρια του τρέχαν τα δάκρυά του·
κι υπόσχοταν δώρα πολλά και στην Πυθώ να στείλει
1705 και στις Αμύκλες, κι άφθονα στην Ορτυγία να πάει.
Συ Λητοΐδη, από ψηλά πρόθυμ᾽ ακούοντάς τον
γοργά ήρθες στους Μελάντιους βράχους, που μες στον πόντο
βρίσκονται· και στάθης ορθός στον έν᾽ απ᾽ τους δυο επάνω
και σήκωσες στο δεξιό χέρι το χρυσό τόξο.
1710 Και γύρω γύρω από παντού λάμψη έριξε το τόξο
τρεμόφεγγη και φάνηκε σ᾽ αυτούς απ᾽ τις Σποράδες
αριστερά κάποιο νησί, απ᾽ το μικρό απ᾽ αντίκρυ
της Ιππουρίδας το νησί· εκεί άγκυρες ερίξαν
και στάθηκαν· κι ευτύς η αυγή βγαίνοντας τους εφάνη.
Κι εκείνοι τέμενος λαμπρό μες στο ισκερό το δάσος
1715 κάνανε στον Απόλλωνα κι ένα βωμό σκιασμένο,
και Φοίβον Αστραπόβολον για την ωραία λάμψη
τον είπαν, και τ᾽ απόγκρεμνο νησί τό ειπαν Ανάφη,
γιατί στη στενοχώρια τους τούς το ᾽δειξεν ο Φοίβος.
Και θυσιάζαν όσα δα σ᾽ έρημο περιγιάλι
1720 ανθρώποι να θυσιάσουνε θα βρίσκανε· για τούτο
μες στους δαυλούς, που καίγονταν, νερολοιβές να κάνουν,
σαν είδανε της Μήδειας οι Φαιακίδες δούλες
δεν μπόραγαν τα γέλια τους στα στήθια να κρατήσουν,
γιατί συχνά στ᾽ Αλκίνοου βοδιών θυσίες βλέπαν.
1725 Κι εκείνοι για το πείραγμα χαρούμενοι, με λόγια
αισχρά τους απαντούσανε· και πείραγμα με νόστα
κι αντιλογία φλύαρη άναβε μεταξύ τους.
Κι απ᾽ το τραγούδι αυτό λοιπόν, στη νήσο, των ηρώων
έτσι οι γυναίκες συνηθούν τους άντρες να μαλώνουν,
όταν στον Αστραπόβολον Απόλλωνα θυσίες
1730 προστάτη κι υποστηριχτή προσφέρουν της Ανάφης.