Διάπλους του Παγασητικού.
Σαν άφησαν του λιμανιού το γυριστό ακρογιάλι
560 με τ᾽ Αγνιάδη του σοφού την τέχνη και τη γνώση,
του Τίφυ, που καλόξυστο στα χέρια του τιμόνι
με τέχνη εκράταγε, γερά το πλοίο να διευθύνει,
ετότε πια το μέγα ιστό στη θήκη του τον στήσαν
και με σκοινιά τον δέσανε, που τα τεντώσαν γύρω·
565 και τα πανιά του ως την κορφή του καταρτιού σηκώσαν·
κι έπεσε πρίμος δυνατός· και τα σκοινιά απ᾽ τα ξάρτια
στους γάντζους τους πελεκητούς ξεχωριστά σαν δέσαν,
απ᾽ τον Τισαίο το γιαλό περάσαν μ᾽ ησυχία.
Και με τραγούδι ρυθμικό στη λύρα τούς τραγούδα
570 του Οιάγρου ο γιος την Άρτεμη, που σώνει τα καράβια,
κόρη καλού γονιού, π᾽ αυτούς τους βράχους προστατεύει
και σώνει και της Ιωλκού τη χώρα. Και δελφίνια
μεγάλα, πάνω απ᾽ τη βαθιά θάλασσα ξεπετώντας
στον υγρό δρόμο ανάμειχτα πηδώντας ακλουθούσαν.
575 Κι όπως του εξωτικού βοσκού τ᾽ αχνάρια ακολουθούνε
πρόβατ᾽ αμέτρητα, πολύ με χλόη χορτασμένα,
για το μαντρί· κι αυτός πάει μπρος στο λυγερό σουραύλι
ωραία παίζοντας σκοπό ποιμενικό· κι εκείνα
έτσι πηγαίναν· κι έσπρωχνε το πλοίο πάντα πρίμος.
580 Γοργά η πολύσταχη στεριά καταχνιασμένη εσβήστη
των Πελασγών, και τους γκρεμνούς περνούσανε του Πήλιου,
πάντα μπροστά πηγαίνοντας· χανόταν κι η Σηπιάδα
κι η Σκιάθο η θαλασσόβρεχτη φαινόταν, κι απ᾽ αντίκρυ
οι Πειρεσιές κι η Μάγνησα η μαλακή, κι οι άκρες
585 της χώρας, και του Δόλοπα ο τάφος· όπου εκείνοι
το δειλινό απ᾽ αντίθετη πνοή τ᾽ ανέμου αράξαν,
κι αυτόν τιμώντας, σκοτεινά, σφαχτά πρόβατα καίγαν,
στης φουσκωμένης θάλασσας το κύμα· και δυο μέρες
χασομερούσαν στο γιαλό, την τρίτη όμως κινήσαν
590 το πλοίο και κατάψηλα τεντώσαν το πανί του.
Κι ακόμα Αφέτες της Αργώς καλούνε τ᾽ ακρογιάλι.
|