Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (4.1731-4.1772)


ἀλλ᾽ ὅτε δὴ κἀκεῖθεν ὑπεύδια πείσματ᾽ ἔλυσαν,
μνήσατ᾽ ἔπειτ᾽ Εὔφημος ὀνείρατος ἐννυχίοιο,
ἁζόμενος Μαίης υἷα κλυτόν. εἴσατο γάρ οἱ
δαιμονίη βῶλαξ ἐπιμάστιος ᾧ ἐν ἀγοστῷ
1735ἄρδεσθαι λευκῇσιν ὑπαὶ λιβάδεσσι γάλακτος,
ἐκ δὲ γυνὴ βώλοιο πέλειν ὀλίγης περ ἐούσης
παρθενικῇ ἰκέλη· μίχθη δέ οἱ ἐν φιλότητι
ἄσχετον ἱμερθείς· ὀλοφύρετο δ᾽ ἠύτε κούρην
ζευξάμενος, τήν τ᾽ αὐτὸς ἑῷ ἀτίταλλε γάλακτι·
1740ἣ δέ ἑ μειλιχίοισι παρηγορέεσκεν ἔπεσσιν·
«Τρίτωνος γένος εἰμί, τεῶν τροφός, ὦ φίλε, παίδων,
οὐ κούρη· Τρίτων γὰρ ἐμοὶ Λιβύη τε τοκῆες.
ἀλλά με Νηρῆος παρακάτθεο παρθενικῇσιν
ἂμ πέλαγος ναίειν Ἀνάφης σχεδόν· εἶμι δ᾽ ἐς αὐγάς
1745ἠελίου μετόπισθε, τεοῖς νεπόδεσσιν ἑτοίμη.»
τῶν ἄρ᾽ ἐπὶ μνῆστιν κραδίη βάλεν, ἔκ τ᾽ ὀνόμηνεν
Αἰσονίδῃ. ὃ δ᾽ ἔπειτα θεοπροπίας Ἑκάτοιο
θυμῷ πεμπάζων ἀνενείκατο φώνησέν τε·
«ὦ πέπον, ἦ μέγα δή σε καὶ ἀγλαὸν ἔμμορε κῦδος.
1750βώλακα γὰρ τεύξουσι θεοὶ πόντονδε βαλόντι
νῆσον, ἵν᾽ ὁπλότεροι παίδων σέθεν ἐννάσσονται
παῖδες· ἐπεὶ Τρίτων ξεινήιον ἐγγυάλιξεν
τήνδε τοι ἠπείροιο Λιβυστίδος. οὔ νύ τις ἄλλος
ἀθανάτων, ἢ κεῖνος, ὅ μιν πόρεν ἀντιβολήσας.»
1755ὣς ἔφατ᾽. οὐδ᾽ ἁλίωσεν ὑπόκρισιν Αἰσονίδαο
Εὔφημος· βῶλον δέ, θεοπροπίῃσιν ἰανθείς,
ἧκεν ὑποβρυχίην. τῆς δ᾽ ἔκτοθι νῆσος ἀέρθη
Καλλίστη, παίδων ἱερὴ τροφὸς Εὐφήμοιο,
οἳ πρὶν μέν ποτε δὴ Σιντηίδα Λῆμνον ἔναιον,
1760Λήμνου τ᾽ ἐξελαθέντες ὑπ᾽ ἀνδράσι Τυρσηνοῖσιν
Σπάρτην εἰσαφίκανον ἐφέστιοι· ἐκ δὲ λιπόντας
Σπάρτην Αὐτεσίωνος ἐὺς πάις ἤγαγε Θήρας
Καλλίστην ἐπὶ νῆσον, ἀμείψατο δ᾽ οὔνομα Θήρης
ἐξ ἕθεν. ἀλλὰ τὰ μὲν μετόπιν γένετ᾽ Εὐφήμοιο.
1765κεῖθεν δ᾽ ἀπτερέως διὰ μυρίον οἶδμα λιπόντες
Αἰγίνης ἀκτῇσιν ἐπέσχεθον· αἶψα δὲ τοίγε
ὑδρείης πέρι δῆριν ἀμεμφέα δηρίσαντο,
ὅς κεν ἀφυσσάμενος φθαίη μετὰ νῆάδ᾽ ἱκέσθαι.
ἄμφω γὰρ χρειώ τε καὶ ἄσπετος οὖρος ἔπειγεν.
1770ἔνθ᾽ ἔτι νῦν πλήθοντας ἐπωμαδὸν ἀμφιφορῆας
ἀνθέμενοι κούφοισιν ἄφαρ κατ᾽ ἀγῶνα πόδεσσιν
κοῦροι Μυρμιδόνων νίκης πέρι δηριόωνται.


Όνειρον Ευφήμου.

Μα εκείθε με καλό καιρό σαν λύσαν τις πρυμάτσες,
της νύχτας τότε τ᾽ όνειρο ο Εύφημος θυμήθη
τον ένδοξον Ερμή το γιο της Μαίας προσκυνώντας.
Γιατί του φάνη ο θεϊκός σβόλος απ᾽ το βυζί του
1735 πως μέσα στην παλάμη του μ᾽ άσπρες σταγόνες γάλα
βρεχόταν, κι απ᾽ το σβόλο αυτό, τόσο μικρός κι αν ήταν,
πως μια γυναίκα γίνηκε παρόμοια με παρθένα.
Μ᾽ αυτήν κοιμήθηκε αγκαλιά μ᾽ ακράτητο έναν πόθο·
κι έπειτα εθρήνει θλιβερά, που κόρην επαντρεύτη
αυτήν, που με το γάλα του ανάθρεψεν ο ίδιος.
1740 Μα αυτή με λόγια μαλακά τονε παρηγορούσε.
«Φίλε, γενιά του Τρίτωνα είμαι, και των παιδιών σου
τροφός, κι όχι κορίτσι. Εμέ ο Τρίτων κι η Λιβύη
είν᾽ οι γονιοί μου. Μοναχά στο πέλαγο άφησέ με
με του Νηρέα τις κορασιές να μένω στην Ανάφη
σιμά· κι έπειτα από του ηλιού το βγάλσιμο να πάω
1745 για τους δικούς σου απόγονους έτοιμη κατοικία.»
Του ονείρου αυτού τη θύμησην έβαλε στην καρδιά του
και τό ειπε στον Ιάσονα. Κι εκείνος τις μαντείες
του Έκατου εθυμήθηκε κι εξήγησέ τες κι είπε.
«Χρυσέ μου, αλήθεια σου ᾽λαχε πολύ μεγάλη δόξα.
1750 Το σβόλο μες στη θάλασσα σαν ρίξεις, θα τον κάνουν
ένα νησί οι αθάνατοι, για νά ᾽ρθουν να καθίσουν
των εδικών σου των παιδιών τα νιότερα παιδιά τους.
Ο Τρίτωνας στον χάρισε φιλοξενίας δώρο
απ᾽ της Λιβύης στη στεριάν αυτό το σβόλο· κι άλλος
κανείς απ᾽ τους αθάνατους δεν είναι παρά εκείνος
που μας αντάμωσε εκειδά και σου τον έχει δώσει.»
1755 Έτσι είπε και δεν έβγαλε ψεύτικο του Αισονίδη
ο Εύφημος το εξήγημα· και στο νερό το σβόλο
απ᾽ τη μαντεία χαίροντας, άφησε. Κι από κείνον
νησί, η Καλλίστη, εφύτρωσεν, η άγια αναθρέφτρα
των απογόνων του Εύφημου, που πριν εκατοικούσαν
κάποτε μέσα στων Σιντών τη Λήμνο· κι από κείθε
1760 τους διώξαν άντρες Τυρρηνοί και πήγανε και μείναν
στη Σπάρτη. Και σαν άφησαν κατόπι και τη Σπάρτη
ο γιος του Αυτεσίωνα, ο μορφονιός ο Θήρας,
μες στην Καλλίστη το νησί τούς έφερε κι αλλάζει
τ᾽ όνομα τότε του νησιού και τ᾽ ονομάζει Θήρα.
1765 Μα ετούτα από τον Εύφημο πολύ κατόπι εγίναν.
Κείθε γοργά το αμέτρητο το κύμα προσπερνώντας
στης Αίγενας επιάσανε τ᾽ ακρόγιαλο· κι αμέσως
για το νερό φιλονικιά μεγάλη τότε εστήσαν,
όποιος πρωτογεμίζοντας θα ᾽στρεφε στο καράβι,
γιατί τους έβιαζε ο γερός ο πρίμος κι η ανάγκη.
1770 Γι᾽ αυτό και τώρα τα σταμνιά στους ώμους των γεμάτα
βάζουνε κι αγωνίζονται μ᾽ ανάλαφρα τα πόδια
των Μυρμιδόνων τα παιδιά γοργά ποιός θα νικήσει.