Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (1.609-1.652)


ἔνθ᾽ ἄμυδις πᾶς δῆμος ὑπερβασίῃσι γυναικῶν
610νηλειῶς δέδμητο παροιχομένῳ λυκάβαντι.
δὴ γὰρ κουριδίας μὲν ἀπηνήναντο γυναῖκας
ἀνέρες ἐχθήραντες, ἔχον δ᾽ ἐπὶ ληιάδεσσιν
τρηχὺν ἔρον, ἃς αὐτοὶ ἀγίνεον ἀντιπέρηθεν
Θρηικίην δῃοῦντες· ἐπεὶ χόλος αἰνὸς ὄπαζεν
615Κύπριδος, οὕνεκά μιν γεράων ἐπὶ δηρὸν ἄτισσαν.
ὦ μέλεαι, ζήλοιό τ᾽ ἐπισμυγερῶς ἀκόρητοι.
οὐκ οἶον σὺν τῇσιν ἑοὺς ἔρραισαν ἀκοίτας
ἀμφ᾽ εὐνῇ, πᾶν δ᾽ ἄρσεν ὁμοῦ γένος, ὥς κεν ὀπίσσω
μή τινα λευγαλέοιο φόνου τείσειαν ἀμοιβήν.
620οἴη δ᾽ ἐκ πασέων γεραροῦ περιφείσατο πατρός
Ὑψιπύλεια Θόαντος, ὃ δὴ κατὰ δῆμον ἄνασσεν·
λάρνακι δ᾽ ἐν κοίλῃ μιν ὕπερθ᾽ ἁλὸς ἧκε φέρεσθαι,
αἴ κε φύγῃ. καὶ τὸν μὲν ἐς Οἰνοίην ἐρύσαντο
πρόσθεν, ἀτὰρ Σίκινόν γε μεθύστερον αὐδηθεῖσαν
625νῆσον, ἐπακτῆρες, Σικίνου ἄπο, τόν ῥα Θόαντι
νηιὰς Οἰνοίη νύμφη τέκεν εὐνηθεῖσα.
τῇσι δὲ βουκολίαι τε βοῶν χάλκειά τε δύνειν
τεύχεα, πυροφόρους τε διατμήξασθαι ἀρούρας
ῥηίτερον πάσῃσιν Ἀθηναίης πέλεν ἔργων,
630οἷς αἰεὶ τὸ πάροιθεν ὁμίλεον. ἀλλὰ γὰρ ἔμπης
ἦ θαμὰ δὴ πάπταινον ἐπὶ πλατὺν ὄμμασι πόντον
δείματι λευγαλέῳ ὁπότε Θρήικες ἴασιν.
τὼ καὶ ὅτ᾽ ἐγγύθι νήσου ἐρεσσομένην ἴδον Ἀργώ,
αὐτίκα πασσυδίῃ πυλέων ἔκτοσθε Μυρίνης
635δήια τεύχεα δῦσαι ἐς αἰγιαλὸν προχέοντο,
θυιάσιν ὠμοβόροις ἴκελαι· φὰν γάρ που ἱκάνειν
Θρήικας· ἣ δ᾽ ἅμα τῇσι Θοαντιὰς Ὑψιπύλεια
δῦν᾽ ἐνὶ τεύχεσι πατρός. ἀμηχανίῃ δ᾽ ἐχέοντο
ἄφθογγοι· τοῖόν σφιν ἐπὶ δέος ᾐωρεῖτο.
640τείως δ᾽ αὖτ᾽ ἐκ νηὸς ἀριστῆες προέηκαν
Αἰθαλίδην κήρυκα θοόν, τῷπέρ τε μέλεσθαι
ἀγγελίας καὶ σκῆπτρον ἐπέτρεπον Ἑρμείαο,
σφωιτέροιο τοκῆος, ὅ οἱ μνῆστιν πόρε πάντων
ἄφθιτον· οὐδ᾽ ἔτι νῦν περ ἀποιχομένου Ἀχέροντος
645δίνας ἀπροφάτους ψυχὴν ἐπιδέδρομε λήθη·
ἀλλ᾽ ἥγ᾽ ἔμπεδον αἰὲν ἀμειβομένη μεμόρηται,
ἄλλοθ᾽ ὑποχθονίοις ἐναρίθμιος, ἄλλοτ᾽ ἐς αὐγάς
ἠελίου ζωοῖσι μετ᾽ ἀνδράσιν. ἀλλὰ τί μύθους
Αἰθαλίδεω χρειώ με διηνεκέως ἀγορεύειν;
650ὅς ῥα τόθ᾽ Ὑψιπύλην μειλίξατο δέχθαι ἰόντας
ἤματος ἀνομένοιο διὰ κνέφας· οὐδὲ μὲν ἠοῖ
πείσματα νηὸς ἔλυσαν ἐπὶ πνοιῇ βορέαο.


Τα κατά τας Λημνίας γυναίκας.

Από γυναίκεια αποκοτιά κει πέρα οι άντρες όλοι
610 άσπλαχνα εξολοθρεύτηκαν τον περασμένο χρόνο.
Γιατί δα τις γυναίκες των αρνήθηκαν τις γνήσιες
οι άντρες, που τις μίσησαν, κι είχαν άγριαν αγάπη
για τις αιχμάλωτες, που αυτοί εφέρνανε απ᾽ αντίκρυ
τη Θράκη, που τη λήστευαν· κι άγρια οργή τις ήβρε
615 της Κύπριδας, που τις τιμές πολύν καιρό τής πάψαν.
Μαύρες! πού ησαστε αχόρταγες ολέθρια από τη ζήλεια.
Όχι μόνο τους άντρες των μαζί μ᾽ αυτές σκοτώσαν
στις κλίνες, μα τ᾽ αρσενικά όλα μαζί, μη δώσουν
του φριχτού φόνου πληρωμή καμιά φορά κατόπι.
620 Απ᾽ όλες μόνη το γονιό το γέρο η Υψιπύλη,
το Θόαντα ξεγλίτωσε, το βασιλιά της χώρας·
και σε μια σκάφη κουφωτή στη θάλασσα τον ρίχνει
μήπως και φύγει· κι έπειτα ψαράδες τον γλιτώσαν
στη νήσο, που πρωτύτερα την έλεγαν Οινόη,
625 κι έπειτα Σίκινο, απ᾽ τον γιον, όπου η Ναϊάδα Οινόη
τον γέννησε του Θόαντα σαν πλάγιασε μαζί του.
Γι᾽ αυτές βόδια να βόσκουνε κι άρματα να φοράνε
χάλκινα, και να οργώνουνε χωράφια σταροφόρα
ήτανε πιο εύκολο· όλες τους, της Αθηνάς τα έργα
630 εκάναν όσα κι από πριν συνήθιζαν. Μα αλήθεια
τώρα κοιτάζανε συχνά προς τον πλατύ τον πόντο
μ᾽ άγριο φόβο, πότε δα θενά ᾽ρχονταν οι Θράκες.
Γι᾽ αυτό σαν είδαν στο νησί σιμά η Αργώ να πλέει
όλες ευτύς μες στ᾽ άρματα ντυμένες, απ᾽ τις πύλες
635 της Μύρινας προς το γιαλό με βιάση ξεχυνόνταν,
με ωμοφάγες όμοιες μαινάδες· γιατί ελέγαν
οι Θράκες πως εφτάσανε. Μ᾽ αυτές κι η Υψιπύλη
έβαλε τα όπλα του γονιού· κι αμίλητες πηγαίναν
από τη στενοχώρια των· τέτοιος τις ήβρε φόβος.
Ωστόσο πάλι οι ήρωες απ᾽ το καράβι εστείλαν
640 τον Αιθαλίδη, κήρυκα γοργό, πού ειχαν ορίσει
να νοιάζεται γι᾽ αγγέλματα, και τού ειχαν παραδώσει
το σκήπτρο του πατέρα του, του Ερμή, που τού ειχε δώσει
αθάνατο μνημονικό για καθετί στον κόσμο·
645 που κι ως τα τώρα, αν κι έφυγε στου Αχέροντα το ρέμα
το φοβερό, η αλησμονιά δεν ήρθε στην ψυχή του,
μα μοίρα πάντ᾽ αλλάζοντας βρισκόταν η ψυχή του
άλλοτε μέσα στους νεκρούς, κι άλλοτε μέσα στου ήλιου
το φως μ᾽ ανθρώπους ζωντανούς. Μα όμως τί χρειάζονται
λόγια να λέω αδιάκοπα γι᾽ αυτό τον Αιθαλίδη;
650 Την Υψιπύλη τότε αυτός κατάφερε και δέχτη
τους ξένους, σαν ετέλειωσε η μέρα προς το δείλι·
μα δεν ελύσαν τα σκοινιά του καραβιού των κείνοι
ούτε και τ᾽ άλλο πρωινό στο φύσημα τ᾽ ανέμου.