Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (1.653-1.720)


Λημνιάδες δὲ γυναῖκες ἀνὰ πτόλιν ἷζον ἰοῦσαι
εἰς ἀγορήν· αὐτὴ γὰρ ἐπέφραδεν Ὑψιπύλεια.
655καί ῥ᾽ ὅτε δὴ μάλα πᾶσαι ὁμιλαδὸν ἠγερέθοντο,
αὐτίκ᾽ ἄρ᾽ ἥγ᾽ ἐνὶ τῇσιν ἐποτρύνουσ᾽ ἀγόρευεν·
«ὦ φίλαι, εἰ δ᾽ ἄγε δὴ μενοεικέα δῶρα πόρωμεν
ἀνδράσιν, οἷά τ᾽ ἔοικεν ἄγειν ἐπὶ νηὸς ἔχοντας,
ἤια καὶ μέθυ λαρόν, ἵν᾽ ἔμπεδον ἔκτοθι πύργων
660μίμνοιεν, μηδ᾽ ἄμμε κατὰ χρειὼ μεθέποντες
ἀτρεκέως γνώωσι, κακὴ δ᾽ ἐπὶ πολλὸν ἵκηται
βάξις· ἐπεὶ μέγα ἔργον ἐρέξαμεν, οὐδέ τι πάμπαν
θυμηδὲς καὶ τοῖσι τόγ᾽ ἔσσεται, εἴ κε δαεῖεν.
ἡμετέρη μὲν νῦν τοίη παρενήνοθε μῆτις.
665ὑμέων δ᾽ εἴ τις ἄρειον ἔπος μητίσεται ἄλλη,
ἐγρέσθω· τοῦ γάρ τε καὶ εἵνεκα δεῦρο κάλεσσα.»
ὣς ἄρ᾽ ἔφη, καὶ θῶκον ἐφίζανε πατρὸς ἑοῖο
λάινον· αὐτὰρ ἔπειτα φίλη τροφὸς ὦρτο Πολυξώ,
γήραϊ δὴ ῥικνοῖσιν ἐπισκάζουσα πόδεσσιν,
670βάκτρῳ ἐρειδομένη· περὶ δὲ μενέαιν᾽ ἀγορεῦσαι.
τῇ καὶ παρθενικαὶ πίσυρες σχεδὸν ἑδριόωντο
ἀδμῆτες λευκῇσιν ἐπιχνοαούσῃ ἐθείραις.
στῆ δ᾽ ἄρ᾽ ἐνὶ μέσσῃ ἀγορῇ, ἀνὰ δ᾽ ἔσχεθε δειρήν
ἦκα μόλις κυφοῖο μεταφρένου, ὧδέ τ᾽ ἔειπεν·
675«δῶρα μέν, ὡς αὐτῇ περ ἐφανδάνει Ὑψιπυλείῃ,
πέμπωμεν ξείνοισιν, ἐπεὶ καὶ ἄρειον ὀπάσσαι.
ὔμμι γε μὴν τίς μῆτις ἐπαυρέσθαι βιότοιο,
αἴ κεν ἐπιβρίσῃ Θρήιξ στρατός, ἠέ τις ἄλλος
δυσμενέων, ἅτε πολλὰ μετ᾽ ἀνθρώποισι πέλονται;
680ὡς καὶ νῦν ὅδ᾽ ὅμιλος ἀνωίστως ἐφικάνει.
εἰ δὲ τὸ μὲν μακάρων τις ἀποτρέποι, ἄλλα δ᾽ ὀπίσσω
μυρία δηιοτῆτος ὑπέρτερα πήματα μίμνει,
εὖτ᾽ ἂν δὴ γεραραὶ μὲν ἀποφθινύθωσι γυναῖκες,
κουρότεραι δ᾽ ἄγονοι στυγερὸν ποτὶ γῆρας ἵκησθε.
685πῶς τῆμος βώσεσθε δυσάμμοροι; ἦε βαθείαις
αὐτόματοι βόες ὔμμιν ἐνιζευχθέντες ἀρούραις
γειοτόμον νειοῖο διειρύσσουσιν ἄροτρον,
καὶ πρόκα τελλομένου ἔτεος στάχυν ἀμήσονται;
ἦ μὲν ἐγών, εἰ καί με τὰ νῦν ἔτι πεφρίκασιν
690Κῆρες, ἐπερχόμενόν που ὀίομαι εἰς ἔτος ἤδη
γαῖαν ἐφέσσεσθαι, κτερέων ἄπο μοῖραν ἑλοῦσαν
αὔτως, ἣ θέμις ἐστί, πάρος κακότητα πελάσσαι.
ὁπλοτέρῃσι δὲ πάγχυ τάδε φράζεσθαι ἄνωγα.
νῦν γὰρ δὴ παρὰ ποσσὶν ἐπήβολός ἐστ᾽ ἀλεωρή,
695εἴ κεν ἐπιτρέψητε δόμους καὶ ληίδα πᾶσαν
ὑμετέρην ξείνοισι καὶ ἀγλαὸν ἄστυ μέλεσθαι.»
ὣς ἔφατ᾽· ἐν δ᾽ ἀγορὴ πλῆτο θρόου. εὔαδε γάρ σφιν
μῦθος. ἀτὰρ μετὰ τήνγε παρασχεδὸν αὖτις ἀνῶρτο
Ὑψιπύλη, καὶ τοῖον ὑποβλήδην ἔπος ηὔδα·
700«εἰ μὲν δὴ πάσῃσιν ἐφανδάνει ἥδε μενοινή,
ἤδη κεν μετὰ νῆα καὶ ἄγγελον ὀτρύναιμι.»
ἦ ῥα καὶ Ἰφινόην μετεφώνεεν ἆσσον ἐοῦσαν·
«ὄρσο μοι, Ἰφινόη, τοῦδ᾽ ἀνέρος ἀντιόωσα,
ἡμέτερόνδε μολεῖν, ὅστις στόλου ἡγεμονεύει,
705ὄφρα τί οἱ δήμοιο ἔπος θυμῆρες ἐνίσπω·
καὶ δ᾽ αὐτοὺς γαίης τε καὶ ἄστεος, αἴ κ᾽ ἐθέλωσιν,
κέκλεο θαρσαλέως ἐπιβαινέμεν εὐμενέοντας.»
ἦ, καὶ ἔλυσ᾽ ἀγορήν, μετὰ δ᾽ εἰς ἑὸν ὦρτο νέεσθαι.
ὣς δὲ καὶ Ἰφινόη Μινύας ἵκεθ᾽· οἳ δ᾽ ἐρέεινον,
710χρεῖος ὅ τι φρονέουσα μετήλυθεν. ὦκα δὲ τούσγε
πασσυδίῃ μύθοισι προσέννεπεν ἐξερέοντας·
«κούρη τοί μ᾽ ἐφέηκε Θοαντιὰς ἐνθάδ᾽ ἰοῦσαν,
Ὑψιπύλη, καλέειν νηὸς πρόμον, ὅστις ὄρωρεν,
ὄφρα τί οἱ δήμοιο ἔπος θυμῆρες ἐνίσπῃ·
715καὶ δ᾽ αὐτοὺς γαίης τε καὶ ἄστεος, αἴ κ᾽ ἐθέλητε,
κέκλεται αὐτίκα νῦν ἐπιβαινέμεν εὐμενέοντας.»
ὣς ἄρ᾽ ἔφη· πάντεσσι δ᾽ ἐναίσιμος ἥνδανε μῦθος.
Ὑψιπύλην δ᾽ εἴσαντο καταφθιμένοιο Θόαντος
τηλυγέτην γεγαυῖαν ἀνασσέμεν· ὦκα δὲ τόνγε
720πέμπον ἴμεν, καὶ δ᾽ αὐτοὶ ἐπεντύνοντο νέεσθαι.


Αι Λήμνιαι καλούσι τους Αργοναύτας. Και μες στην πόλη τρέχοντας οι Λήμνιες οι γυναίκες
στην αγορά καθίζανε, που διάταξε η Υψιπύλη·
655 κι όταν αυτές όλες μαζί εκεί συναθροιστήκαν,
τότε σ᾽ αυτές εμίλησε ευτύς δίνοντας θάρρος.
«Φίλες μου, εμπρός! καλόδεχτα ας στείλουμ᾽ εμείς δώρα
στους άντρες, όσα πρέπουνε να ᾽χουνε μες στα πλοία,
τρόφιμα και γλυκό κρασί, να μένουν αυτοί πάντα
660 όξω απ᾽ τα τείχη, μη τυχόν εμάς ακολουθώντας
για κάποια ανάγκη, μάθουνε την καθαρήν αλήθεια,
κι ευτύς στον κόσμο μαθευτεί το φοβερό το νέο·
γιατί έργο μέγα εκάναμε, που δεν αρέσει διόλου,
και δεν θ᾽ αρέσει και σ᾽ αυτούς, αν ίσως και το μάθουν.
Σε μένανε τώρα λοιπόν μια τέτοια μου ᾽ρθε σκέψη!
665 Κι αν από σας άλλη καμιά σκέφτηκε κάτι κάλλιο
ας σηκωθεί· γιατί γι᾽ αυτό σάς κάλεσα δω πέρα.»
Έτσι σαν είπε κάθισε στο θρόνο του γονιού της
τον πέτρινο. Κι η Πολυξώ κατόπι η αγαπημένη
σηκώθη παραμάνα της κουτσαίνοντας τα πόδια
670 τ᾽ αδύνατ᾽ απ᾽ τα γερατειά, και στο ραβδί ακουμπούσε·
να τους μιλήσει γύρευε· γι᾽ αυτό τέσσερις κόρες
παρθένες πλάι εκάθισαν στη γριά την ασπρομάλλα.
Στη μέση της συνάθροισης στάθη, και το κεφάλι
σήκωσε λίγο απ᾽ τις σκυφτές τις πλάτες της κι έτσ᾽ είπε.
675 «Δώρα λοιπόν καθώς σ᾽ αυτή, την Υψιπύλη, αρέσει,
ας στέλνουμε στους ξένους μας, τι πιο καλό ειναι κι έτσι.
Μα εσείς σκεφτήκατε ποτέ, πώς θενα τα πορέψτε,
αν θρακικός κανείς στρατός ορμήσει ή κάνας άλλος
εχτρός, όπως πολλές φορές συμβαίνει στους ανθρώπους,
680 ως τώρα τούτη η συντροφιά ανέλπιστα μας ήρθε;
Μα κι αν θεός ίσως κανείς μάς φύλαγε, από τούτα
κατόπι κι απ᾽ τον πόλεμο βάσανα πιο μεγάλα
μας καρτερούν, σαν οι γριές πεθάνουν, και σε μαύρα
γεράματα φτάσετε σεις άκληρες οι πιο νέες.
685 Πώς άμοιρες θα ζήσετε τότε; Γιά μη τα βόδια
μονάχα τους σαν θα ζευτούν μες στα παχιά χωράφια
τ᾽ αλέτρι, που σκίζει τη γη, μες στον αγρό θα σύρουν,
κι ο χρόνος ως τελειώσει, ευτύς τα στάχυα θα θερίσουν;
Αλήθεια! εγώ, αν κι ως εδώ μ᾽ αρνήθηκεν ο Χάρος,
690 χρόνο το χρόνο, μου ᾽ρχεται, θαρρώ, πια κι ο καιρός μου,
να πάω στον Άδη, νεκρικές τιμές σαν θα μου δώσουν,
έτσι, όπως είν᾽ σωστό, προτού να φτάσει η δυστυχία.
Μα λέω να πολυσκέφτονται οι νιότερες ετούτα.
Τώρα λοιπόν στα πόδια σας μπροστά ειναι κι η γιατρειά σας·
695 αν δώσετε τα σπίτια σας και τ᾽ αγαθά σας όλα
στους ξένους, και την όμορφη την πόλη να φροντίζουν.»
Είπε· και η αγορά βουή γέμισε· τι τους φάνη
καλός ο λόγος· κι απ᾽ αυτήν κατόπι ευτύς σηκώθη
η Υψιπύλη κι απαντά και τέτοια λόγια λέει.
700 «Αν σ᾽ όλες σας η σκέψη αυτή είναι καλή κι αρέσει,
στο πλοίο τώρα ας στείλουμε έναν αγγελιαφόρο.»
Την Ιφινόη εφώναξε πού ητανε πιο κοντά της.
«Σήκω, Ιφινόη μου, να πας να βρεις αυτό τον ξένο,
πού ειναι ο αρχηγός του ταξιδιού στο ανάχτορό μου νά ᾽ρθει,
705 της πόλης λόγο να του ειπώ, που και σ᾽ αυτόν θ᾽ αρέσει·
και πες σ᾽ αυτούς, αν θέλουνε στη χώρα και στην πόλη
με θάρρος να μας έρθουνε και να ᾽μπουνε σαν φίλοι.»
Και διάλυσε την αγορά και σπίτι της επήγε.
Κι η Ιφινόη ως έφτασε ρωτούσαν οι Μινύες
710 ποιά τάχα ανάγκην έχοντας πήγε· κι ευτύς εκείνη
σ᾽ όλους, που τη ρωτούσανε, με λόγια τούς εμίλει.
«Του Θόαντα η κόρη εδώ μ᾽ έστειλε η Υψιπύλη
να ᾽ρθω στου πλοίου τον αρχηγό, ποιός είν᾽, να τον καλέσω
λόγο της πόλης να του ειπεί, που και σ᾽ αυτόν θ᾽ αρέσει·
715 κι οι άλλοι εσείς αν θέλετε στη χώρα και στην πόλη
σας λέει ευτύς μ᾽ ευνοϊκή καρδιά να μας ερθείτε.»
Έτσ᾽ είπε αυτή, και σ᾽ όλους των άρεσ᾽ ο καλός λόγος·
κι η Υψιπύλη νόμισαν, πως σαν πέθαν᾽ ο Θόας
σαν μονοκόρη, εγίνηκε βασίλισσα· κι αμέσως
720 εστέλναν τον Ιάσονα κι εκείνοι ετοιμαζόνταν.