Αι Λήμνιαι καλούσι τους Αργοναύτας.
Και μες στην πόλη τρέχοντας οι Λήμνιες οι γυναίκες
στην αγορά καθίζανε, που διάταξε η Υψιπύλη·
655 κι όταν αυτές όλες μαζί εκεί συναθροιστήκαν,
τότε σ᾽ αυτές εμίλησε ευτύς δίνοντας θάρρος.
«Φίλες μου, εμπρός! καλόδεχτα ας στείλουμ᾽ εμείς δώρα
στους άντρες, όσα πρέπουνε να ᾽χουνε μες στα πλοία,
τρόφιμα και γλυκό κρασί, να μένουν αυτοί πάντα
660 όξω απ᾽ τα τείχη, μη τυχόν εμάς ακολουθώντας
για κάποια ανάγκη, μάθουνε την καθαρήν αλήθεια,
κι ευτύς στον κόσμο μαθευτεί το φοβερό το νέο·
γιατί έργο μέγα εκάναμε, που δεν αρέσει διόλου,
και δεν θ᾽ αρέσει και σ᾽ αυτούς, αν ίσως και το μάθουν.
Σε μένανε τώρα λοιπόν μια τέτοια μου ᾽ρθε σκέψη!
665 Κι αν από σας άλλη καμιά σκέφτηκε κάτι κάλλιο
ας σηκωθεί· γιατί γι᾽ αυτό σάς κάλεσα δω πέρα.»
Έτσι σαν είπε κάθισε στο θρόνο του γονιού της
τον πέτρινο. Κι η Πολυξώ κατόπι η αγαπημένη
σηκώθη παραμάνα της κουτσαίνοντας τα πόδια
670 τ᾽ αδύνατ᾽ απ᾽ τα γερατειά, και στο ραβδί ακουμπούσε·
να τους μιλήσει γύρευε· γι᾽ αυτό τέσσερις κόρες
παρθένες πλάι εκάθισαν στη γριά την ασπρομάλλα.
Στη μέση της συνάθροισης στάθη, και το κεφάλι
σήκωσε λίγο απ᾽ τις σκυφτές τις πλάτες της κι έτσ᾽ είπε.
675 «Δώρα λοιπόν καθώς σ᾽ αυτή, την Υψιπύλη, αρέσει,
ας στέλνουμε στους ξένους μας, τι πιο καλό ειναι κι έτσι.
Μα εσείς σκεφτήκατε ποτέ, πώς θενα τα πορέψτε,
αν θρακικός κανείς στρατός ορμήσει ή κάνας άλλος
εχτρός, όπως πολλές φορές συμβαίνει στους ανθρώπους,
680 ως τώρα τούτη η συντροφιά ανέλπιστα μας ήρθε;
Μα κι αν θεός ίσως κανείς μάς φύλαγε, από τούτα
κατόπι κι απ᾽ τον πόλεμο βάσανα πιο μεγάλα
μας καρτερούν, σαν οι γριές πεθάνουν, και σε μαύρα
γεράματα φτάσετε σεις άκληρες οι πιο νέες.
685 Πώς άμοιρες θα ζήσετε τότε; Γιά μη τα βόδια
μονάχα τους σαν θα ζευτούν μες στα παχιά χωράφια
τ᾽ αλέτρι, που σκίζει τη γη, μες στον αγρό θα σύρουν,
κι ο χρόνος ως τελειώσει, ευτύς τα στάχυα θα θερίσουν;
Αλήθεια! εγώ, αν κι ως εδώ μ᾽ αρνήθηκεν ο Χάρος,
690 χρόνο το χρόνο, μου ᾽ρχεται, θαρρώ, πια κι ο καιρός μου,
να πάω στον Άδη, νεκρικές τιμές σαν θα μου δώσουν,
έτσι, όπως είν᾽ σωστό, προτού να φτάσει η δυστυχία.
Μα λέω να πολυσκέφτονται οι νιότερες ετούτα.
Τώρα λοιπόν στα πόδια σας μπροστά ειναι κι η γιατρειά σας·
695 αν δώσετε τα σπίτια σας και τ᾽ αγαθά σας όλα
στους ξένους, και την όμορφη την πόλη να φροντίζουν.»
Είπε· και η αγορά βουή γέμισε· τι τους φάνη
καλός ο λόγος· κι απ᾽ αυτήν κατόπι ευτύς σηκώθη
η Υψιπύλη κι απαντά και τέτοια λόγια λέει.
700 «Αν σ᾽ όλες σας η σκέψη αυτή είναι καλή κι αρέσει,
στο πλοίο τώρα ας στείλουμε έναν αγγελιαφόρο.»
Την Ιφινόη εφώναξε πού ητανε πιο κοντά της.
«Σήκω, Ιφινόη μου, να πας να βρεις αυτό τον ξένο,
πού ειναι ο αρχηγός του ταξιδιού στο ανάχτορό μου νά ᾽ρθει,
705 της πόλης λόγο να του ειπώ, που και σ᾽ αυτόν θ᾽ αρέσει·
και πες σ᾽ αυτούς, αν θέλουνε στη χώρα και στην πόλη
με θάρρος να μας έρθουνε και να ᾽μπουνε σαν φίλοι.»
Και διάλυσε την αγορά και σπίτι της επήγε.
Κι η Ιφινόη ως έφτασε ρωτούσαν οι Μινύες
710 ποιά τάχα ανάγκην έχοντας πήγε· κι ευτύς εκείνη
σ᾽ όλους, που τη ρωτούσανε, με λόγια τούς εμίλει.
«Του Θόαντα η κόρη εδώ μ᾽ έστειλε η Υψιπύλη
να ᾽ρθω στου πλοίου τον αρχηγό, ποιός είν᾽, να τον καλέσω
λόγο της πόλης να του ειπεί, που και σ᾽ αυτόν θ᾽ αρέσει·
715 κι οι άλλοι εσείς αν θέλετε στη χώρα και στην πόλη
σας λέει ευτύς μ᾽ ευνοϊκή καρδιά να μας ερθείτε.»
Έτσ᾽ είπε αυτή, και σ᾽ όλους των άρεσ᾽ ο καλός λόγος·
κι η Υψιπύλη νόμισαν, πως σαν πέθαν᾽ ο Θόας
σαν μονοκόρη, εγίνηκε βασίλισσα· κι αμέσως
720 εστέλναν τον Ιάσονα κι εκείνοι ετοιμαζόνταν.
|