Συνομιλία Ιάσονος και Υψιπύλης.
Και για την πόλη εκίνησε μ᾽ άστρο λαμπρό παρόμοιος,
775 που μέσ᾽ από το σπίτι των το νιόφτιαχτο κλεισμένες
νυφάδες βλέπουν αψηλά να βγαίνει από το δώμα
και στο γαλάζιον ουρανό τα μάτια των μαγεύει
όμορφα κοκκινίζοντας, και χαίρει το κοράσι
το παλικάρι θέλοντας, που βρίσκεται στα ξένα
780 κι αυτού γυναίκα θα την παν με στέφανο οι γονιοί της.
Έτσι στο δρόμο επήγαινε ο ήρωας παρόμοιος
έξ᾽ απ᾽ την πόλη· κι όταν πια περάσαν απ᾽ τις πύλες
στην πόλη, πίσω τού λαού γυναίκες για τον ξένο
στριμώχνονταν χαρούμενες· κι αυτός στη γη τα μάτια
785 ρίχνοντας βάδιζε γοργά, ώσπου στ᾽ ωραίο σπίτι
της Υψιπύλης έφτασε· και τ᾽ άνοιξαν οι δούλες,
μόλις τον είδαν να φανεί, τις δίφυλλες τις θύρες,
πού ηταν από καλόφιαστες σανίδες στεριωμένες.
Εκεί σε θρόνο λαμπερό τον πήγε η Ιφινόη
περνώντας τονε βιαστικά απ᾽ την ωραία σάλα
790 αντίκρυ στη βασίλισσα· κι αυτή λοξά τα μάτια
ρίχνοντας, τα παρθενικά μάγουλα κοκκινίζει·
μα κι έτσι τού ειπε ντροπαλή με λόγια μαλαγμένα.
«Ξένε, γιατί τόσον καιρό μένετ᾽ έξ᾽ απ᾽ την πόλη
χωρίς σκοπό; Γιατί άντρες δω δεν κατοικούν στην χώρα,
795 μα προς της Θράκης τη στεριά πήγαν, και τα χωράφια
τα σταροφόρα οργώνουνε· κι όλη τη συμφορά μας
θα σας στορήσω καθαρά και σεις να την γνωρίστε.
Όσο βασίλευε ο γονιός ο Θόας στους πολίτες,
στη Θράκη τότες, όσοι πια αντίκρυ κατοικούνε,
800 άντρες της πόλης φεύγοντας ληστεύαν τα χωριά τους
με τα καράβια, και μ᾽ αυτά άπειρα φέρναν δώθε
λάφυρα στις γυναίκες των· μα της θεάς της Κύπρης
σκέψη τής ήρθε ολέθρια, που ᾽βαλε ψυχοφθόρο
κακό σ᾽ αυτούς. Τις νόμιμες γυναίκες των μισήσαν
805 κι από τα σπίτια, ακούοντας την τρέλα των, τις διώξαν.
Τότε με τις αιχμάλωτες τις δούλες των κοιμόνταν
οι μαύροι· και πολύν καιρόν προσμέναμ᾽ εμείς μήπως
εκείνοι αλλάξουνε μυαλά· μα το κακό προχώρα
πάντα και περισσότερο· και τα παιδιά τα γνήσια
810 στο σπίτι ατιμαζόντανε, κι άνομη κλήρα ερχόταν.
Κι έτσι κόρες απάρθενες, κι οι χήρες οι μανάδες
μ᾽ εκείνες, ασυγύριστες γυρίζαν μες στην πόλη.
Και για την κόρη του ο γονιός δε νοιάζοταν καθόλου
κι αν μπρος στα μάτια του έβλεπε να του τηνε ξεσκίζουν
815 τα χέρια μιας μητριάς κακιάς· κι ούτε από τη μητέρα,
ως πρώτα, τ᾽ άπρεπο κακό ξεδιώχναν τα παιδιά της·
κι ούτε αδερφός νοιαζότανε την αδερφή του διόλου.
Μόνο σαν τις αιχμάλωτες κόρες μέσα στα σπίτια
και στους χορούς, στις αγορές, στα γλέντια τις φροντίζαν.
820 Ωσόπου κάποιος θεός σ᾽ εμάς μεγάλο έβαλε θάρρος,
κι ως απ᾽ τη Θράκη γύριζαν, μεις να μη τους δεχτούμε
στην πόλη, κι ή ν᾽ αλλάξουνε μυαλά, ή σ᾽ άλλο μέρος
μαζί με τις αιχμάλωτες να φύγουν και να πάνε.
Κι αυτοί σαν βάλαν τα παιδιά στα πλοία, όσ᾽ απομείναν
825 μέσα στην πόλη αρσενικά, φύγανε πάλι, εκεί όπου
τώρα, στη Θράκη κατοικούν τη γη τη χιονισμένη.
Γι᾽ αυτό και σεις στην πόλη μας να ᾽ρθείτε· κι αν και πάλι
να μένεις θέλεις και σε σέ αρέσει, στο κατόπι
το θρόνο του πατέρα μου του Θόαντα θενά ᾽χεις·
και δε θαρρώ τη χώρα μας να την κατηγορήσεις,
830 γιατ᾽ είναι πιο πολύσταχη απ᾽ τα νησιά όλα τ᾽ άλλα,
όσα μέσα στη θάλασσα βρισκόνται του Αιγαίου.
Μα εμπρός, στο πλοίο πήγαινε και πες στους σύντροφούς σου
τους λόγους μου, κι απ᾽ έξω πια μη μένετε απ᾽ την πόλη.»
|