Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (1.774-1.833)


βῆ δ᾽ ἴμεναι προτὶ ἄστυ, φαεινῷ ἀστέρι ἶσος,
775ὅν ῥά τε νηγατέῃσιν ἐεργόμεναι καλύβῃσιν
νύμφαι θηήσαντο δόμων ὕπερ ἀντέλλοντα,
καί σφισι κυανέοιο δι᾽ ἠέρος ὄμματα θέλγει
καλὸν ἐρευθόμενος, γάνυται δέ τε ἠιθέοιο
παρθένος ἱμείρουσα μετ᾽ ἀλλοδαποῖσιν ἐόντος
780ἀνδράσιν, ᾧ καί μιν μνηστὴν κομέουσι τοκῆες·
τῷ ἴκελος πρὸ πόληος ἀνὰ στίβον ἤιεν ἥρως.
καί ῥ᾽ ὅτε δὴ πυλέων τε καὶ ἄστεος ἐντὸς ἔβησαν,
δημότεραι μὲν ὄπισθεν ἐπεκλονέοντο γυναῖκες,
γηθόσυναι ξείνῳ· ὃ δ᾽ ἐπὶ χθονὸς ὄμματ᾽ ἐρείσας
785νίσσετ᾽ ἀπηλεγέως, ὄφρ᾽ ἀγλαὰ δώμαθ᾽ ἵκανεν
Ὑψιπύλης· ἄνεσαν δὲ πύλας προφανέντι θεράπναι
δικλίδας, εὐτύκτοισιν ἀρηρεμένας σανίδεσσιν.
ἔνθα μιν Ἰφινόη κλισμῷ ἔνι παμφανόωντι
ἐσσυμένως καλῆς διὰ παστάδος εἷσεν ἄγουσα
790ἀντία δεσποίνης· ἣ δ᾽ ἐγκλιδὸν ὄσσε βαλοῦσα
παρθενικὰς ἐρύθηνε παρηίδας· ἔμπα δὲ τόνγε
αἰδομένη μύθοισι προσέννεπεν αἱμυλίοισιν·
«ξεῖνε, τίη μίμνοντες ἐπὶ χρόνον ἔκτοθι πύργων
ἧσθ᾽ αὔτως; ἐπεὶ οὐ μὲν ὑπ᾽ ἀνδράσι ναίεται ἄστυ,
795ἀλλὰ Θρηικίης ἐπινάστιοι ἠπείροιο
πυροφόρους ἀρόωσι γύας. κακότητα δὲ πᾶσαν
ἐξερέω νημερτές, ἵν᾽ εὖ γνοίητε καὶ αὐτοί.
εὖτε Θόας ἀστοῖσι πατὴρ ἐμὸς ἐμβασίλευεν,
τηνίκα Θρηικίην, οἵ τ᾽ ἀντία ναιετάουσιν,
800δήμου ἀπορνύμενοι λαοὶ πέρθεσκον ἐπαύλους
ἐκ νηῶν, αὐτῇσι δ᾽ ἀπείρονα ληίδα κούραις
δεῦρ᾽ ἄγον. οὐλομένη δὲ θεᾶς πορσύνετο μῆτις
Κύπριδος, ἥ τέ σφιν θυμοφθόρον ἔμβαλεν ἄτην.
δὴ γὰρ κουριδίας μὲν ἀπέστυγον, ἐκ δὲ μελάθρων,
805ᾗ ματίῃ εἴξαντες, ἀπεσσεύοντο γυναῖκας·
αὐτὰρ ληιάδεσσι δορικτήταις παρίαυον,
σχέτλιοι. ἦ μὲν δηρὸν ἐτέτλαμεν, εἴ κέ ποτ᾽ αὖτις
ὀψὲ μεταστρέψωσι νόον· τὸ δὲ διπλόον αἰεί
πῆμα κακὸν προύβαινεν. ἀτιμάζοντο δὲ τέκνα
810γνήσι᾽ ἐνὶ μεγάροις, σκοτίη δ᾽ ἀνέτελλε γενέθλη.
αὔτως δ᾽ ἀδμῆτές τε κόραι χῆραί τ᾽ ἐπὶ τῇσιν
μητέρες ἂμ πτολίεθρον ἀτημελέες ἀλάληντο·
οὐδὲ πατὴρ ὀλίγον περ ἑῆς ἀλέγιζε θυγατρός,
εἰ καὶ ἐν ὀφθαλμοῖσι δαϊζομένην ὁρόῳτο
815μητρυιῆς ὑπὸ χερσὶν ἀτασθάλου· οὐδ᾽ ἀπὸ μητρός
λώβην, ὡς τὸ πάροιθεν, ἀεικέα παῖδες ἄμυνον·
οὐδὲ κασιγνήτοισι κασιγνήτη μέλε θυμῷ.
ἀλλ᾽ οἶαι κοῦραι ληίτιδες ἔν τε δόμοισιν
ἔν τε χοροῖς ἀγορῇ τε καὶ εἰλαπίνῃσι μέλοντο·
820εἰσόκε τις θεὸς ἄμμιν ὑπέρβιον ἔμβαλε θάρσος,
ἂψ ἀναερχομένους Θρῃκῶν ἄπο μηκέτι πύργοις
δέχθαι, ἵν᾽ ἢ φρονέοιεν ἅπερ θέμις, ἠέ πῃ ἄλλῃ
αὐταῖς ληιάδεσσιν ἀφορμηθέντες ἵκοιντο.
οἳ δ᾽ ἄρα θεσσάμενοι παίδων γένος, ὅσσον ἔλειπτο
825ἄρσεν ἀνὰ πτολίεθρον, ἔβαν πάλιν, ἔνθ᾽ ἔτι νῦν περ
Θρηικίης ἄροσιν χιονώδεα ναιετάουσιν.
τὼ ὑμεῖς στρωφᾶσθ᾽ ἐπιδήμιοι· εἰ δέ κεν αὖθι
ναιετάειν ἐθέλοις, καί τοι ἅδοι, ἦ τ᾽ ἂν ἔπειτα
πατρὸς ἐμεῖο Θόαντος ἔχοις γέρας· οὐδέ τί σ᾽ οἴω
830γαῖαν ὀνόσσεσθαι· περὶ γὰρ βαθυλήιος ἄλλων
νήσων, Αἰγαίῃ ὅσαι εἰν ἁλὶ ναιετάουσιν.
ἀλλ᾽ ἄγε νῦν ἐπὶ νῆα κιὼν ἑτάροισιν ἐνίσπες
μύθους ἡμετέρους, μηδ᾽ ἔκτοθι μίμνε πόληος.»


Συνομιλία Ιάσονος και Υψιπύλης.

Και για την πόλη εκίνησε μ᾽ άστρο λαμπρό παρόμοιος,
775 που μέσ᾽ από το σπίτι των το νιόφτιαχτο κλεισμένες
νυφάδες βλέπουν αψηλά να βγαίνει από το δώμα
και στο γαλάζιον ουρανό τα μάτια των μαγεύει
όμορφα κοκκινίζοντας, και χαίρει το κοράσι
το παλικάρι θέλοντας, που βρίσκεται στα ξένα
780 κι αυτού γυναίκα θα την παν με στέφανο οι γονιοί της.
Έτσι στο δρόμο επήγαινε ο ήρωας παρόμοιος
έξ᾽ απ᾽ την πόλη· κι όταν πια περάσαν απ᾽ τις πύλες
στην πόλη, πίσω τού λαού γυναίκες για τον ξένο
στριμώχνονταν χαρούμενες· κι αυτός στη γη τα μάτια
785 ρίχνοντας βάδιζε γοργά, ώσπου στ᾽ ωραίο σπίτι
της Υψιπύλης έφτασε· και τ᾽ άνοιξαν οι δούλες,
μόλις τον είδαν να φανεί, τις δίφυλλες τις θύρες,
πού ηταν από καλόφιαστες σανίδες στεριωμένες.
Εκεί σε θρόνο λαμπερό τον πήγε η Ιφινόη
περνώντας τονε βιαστικά απ᾽ την ωραία σάλα
790 αντίκρυ στη βασίλισσα· κι αυτή λοξά τα μάτια
ρίχνοντας, τα παρθενικά μάγουλα κοκκινίζει·
μα κι έτσι τού ειπε ντροπαλή με λόγια μαλαγμένα.
«Ξένε, γιατί τόσον καιρό μένετ᾽ έξ᾽ απ᾽ την πόλη
χωρίς σκοπό; Γιατί άντρες δω δεν κατοικούν στην χώρα,
795 μα προς της Θράκης τη στεριά πήγαν, και τα χωράφια
τα σταροφόρα οργώνουνε· κι όλη τη συμφορά μας
θα σας στορήσω καθαρά και σεις να την γνωρίστε.
Όσο βασίλευε ο γονιός ο Θόας στους πολίτες,
στη Θράκη τότες, όσοι πια αντίκρυ κατοικούνε,
800 άντρες της πόλης φεύγοντας ληστεύαν τα χωριά τους
με τα καράβια, και μ᾽ αυτά άπειρα φέρναν δώθε
λάφυρα στις γυναίκες των· μα της θεάς της Κύπρης
σκέψη τής ήρθε ολέθρια, που ᾽βαλε ψυχοφθόρο
κακό σ᾽ αυτούς. Τις νόμιμες γυναίκες των μισήσαν
805 κι από τα σπίτια, ακούοντας την τρέλα των, τις διώξαν.
Τότε με τις αιχμάλωτες τις δούλες των κοιμόνταν
οι μαύροι· και πολύν καιρόν προσμέναμ᾽ εμείς μήπως
εκείνοι αλλάξουνε μυαλά· μα το κακό προχώρα
πάντα και περισσότερο· και τα παιδιά τα γνήσια
810 στο σπίτι ατιμαζόντανε, κι άνομη κλήρα ερχόταν.
Κι έτσι κόρες απάρθενες, κι οι χήρες οι μανάδες
μ᾽ εκείνες, ασυγύριστες γυρίζαν μες στην πόλη.
Και για την κόρη του ο γονιός δε νοιάζοταν καθόλου
κι αν μπρος στα μάτια του έβλεπε να του τηνε ξεσκίζουν
815 τα χέρια μιας μητριάς κακιάς· κι ούτε από τη μητέρα,
ως πρώτα, τ᾽ άπρεπο κακό ξεδιώχναν τα παιδιά της·
κι ούτε αδερφός νοιαζότανε την αδερφή του διόλου.
Μόνο σαν τις αιχμάλωτες κόρες μέσα στα σπίτια
και στους χορούς, στις αγορές, στα γλέντια τις φροντίζαν.
820 Ωσόπου κάποιος θεός σ᾽ εμάς μεγάλο έβαλε θάρρος,
κι ως απ᾽ τη Θράκη γύριζαν, μεις να μη τους δεχτούμε
στην πόλη, κι ή ν᾽ αλλάξουνε μυαλά, ή σ᾽ άλλο μέρος
μαζί με τις αιχμάλωτες να φύγουν και να πάνε.
Κι αυτοί σαν βάλαν τα παιδιά στα πλοία, όσ᾽ απομείναν
825 μέσα στην πόλη αρσενικά, φύγανε πάλι, εκεί όπου
τώρα, στη Θράκη κατοικούν τη γη τη χιονισμένη.
Γι᾽ αυτό και σεις στην πόλη μας να ᾽ρθείτε· κι αν και πάλι
να μένεις θέλεις και σε σέ αρέσει, στο κατόπι
το θρόνο του πατέρα μου του Θόαντα θενά ᾽χεις·
και δε θαρρώ τη χώρα μας να την κατηγορήσεις,
830 γιατ᾽ είναι πιο πολύσταχη απ᾽ τα νησιά όλα τ᾽ άλλα,
όσα μέσα στη θάλασσα βρισκόνται του Αιγαίου.
Μα εμπρός, στο πλοίο πήγαινε και πες στους σύντροφούς σου
τους λόγους μου, κι απ᾽ έξω πια μη μένετε απ᾽ την πόλη.»