Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (1.834-1.885)


ἴσκεν, ἀμαλδύνουσα φόνου τέλος, οἷον ἐτύχθη
835ἀνδράσιν· αὐτὰρ ὃ τήνγε παραβλήδην προσέειπεν·
«Ὑψιπύλη, μάλα κεν θυμηδέος ἀντιάσαιμεν
χρησμοσύνης, ἣν ἄμμι σέθεν χατέουσιν ὀπάζεις.
εἶμι δ᾽ ὑπότροπος αὖτις ἀνὰ πτόλιν, εὖτ᾽ ἂν ἕκαστα
ἐξείπω κατὰ κόσμον. ἀνακτορίη δὲ μελέσθω
840σοίγ᾽ αὐτῇ καὶ νῆσος· ἔγωγε μὲν οὐκ ἀθερίζων
χάζομαι, ἀλλά με λυγροὶ ἐπισπέρχουσιν ἄεθλοι.»
ἦ, καὶ δεξιτερῆς χειρὸς θίγεν· αἶψα δ᾽ ὀπίσσω
βῆ ῥ᾽ ἴμεν. ἀμφὶ δὲ τόνγε νεήνιδες ἄλλοθεν ἄλλαι
μυρίαι εἱλίσσοντο κεχαρμέναι, ὄφρα πυλάων
845ἐξέμολεν. μετέπειτα δ᾽ ἐυτροχάλοισιν ἀμάξαις
ἀκτὴν εἰσαπέβαν ξεινήια πολλὰ φέρουσαι,
μῦθον ὅτ᾽ ἤδη πάντα διηνεκέως ἀγόρευσεν,
τόν ῥα καλεσσαμένη διεπέφραδεν Ὑψιπύλεια.
καὶ δ᾽ αὐτοὺς ξεινοῦσθαι ἐπὶ σφεὰ δώματ᾽ ἄγεσκον
850ῥηιδίως. Κύπρις γὰρ ἐπὶ γλυκὺν ἵμερον ὦρσεν
Ἡφαίστοιο χάριν πολυμήτιος, ὄφρα κεν αὖτις
ναίηται μετόπισθεν ἀκήρατος ἀνδράσι Λῆμνος.
ἔνθ᾽ ὃ μὲν Ὑψιπύλης βασιλήιον ἐς δόμον ὦρτο,
Αἰσονίδης· οἱ δ᾽ ἄλλοι ὅπῃ καὶ ἔκυρσαν ἕκαστος,
855Ἡρακλῆος ἄνευθεν· ὃ γὰρ παρὰ νηὶ λέλειπτο
αὐτὸς ἑκὼν παῦροί τε διακρινθέντες ἑταῖροι.
αὐτίκα δ᾽ ἄστυ χοροῖσι καὶ εἰλαπίνῃσι γεγήθει
καπνῷ κνισήεντι περίπλεον· ἔξοχα δ᾽ ἄλλων
ἀθανάτων Ἥρης υἷα κλυτὸν ἠδὲ καὶ αὐτήν
860Κύπριν ἀοιδῇσιν θυέεσσί τε μειλίσσοντο.
ἀμβολίη δ᾽ εἰς ἦμαρ ἀεὶ ἐξ ἤματος ἦεν
ναυτιλίης· δηρὸν δ᾽ ἂν ἐλίνυον αὖθι μένοντες,
εἰ μὴ ἀολλίσσας ἑτάρους ἀπάνευθε γυναικῶν
Ἡρακλέης τοίοισιν ἐνιπτάζων μετέειπεν·
865«δαιμόνιοι, πάτρης ἐμφύλιον αἷμ᾽ ἀποέργει
ἡμέας; ἦε γάμων ἐπιδευέες ἐνθάδ᾽ ἔβημεν
κεῖθεν, ὀνοσσάμενοι πολιήτιδας; αὖθι δ᾽ ἕαδεν
ναίοντας λιπαρὴν ἄροσιν Λήμνοιο ταμέσθαι;
οὐ μὰν εὐκλειεῖς γε σὺν ὀθνείῃσι γυναιξίν
870ἐσσόμεθ᾽ ὧδ᾽ ἐπὶ δηρὸν ἐελμένοι· οὐδέ τι κῶας
αὐτόματον δώσει τις ἑλὼν θεὸς εὐξαμένοισιν.
ἴομεν αὖτις ἕκαστοι ἐπὶ σφεά· τὸν δ᾽ ἐνὶ λέκτροις
Ὑψιπύλης εἰᾶτε πανήμερον, εἰσόκε Λῆμνον
παισὶν ἐπανδρώσῃ, μεγάλη τέ ἑ βάξις ἵκηται.»
875ὣς νείκεσσεν ὅμιλον· ἐναντία δ᾽ οὔ νύ τις ἔτλη
ὄμματ᾽ ἀνασχεθέειν, οὐδὲ προτιμυθήσασθαι·
ἀλλ᾽ αὔτως ἀγορῆθεν ἐπαρτίζοντο νέεσθαι
σπερχόμενοι. ταὶ δέ σφιν ἐπέδραμον, εὖτ᾽ ἐδάησαν.
ὡς δ᾽ ὅτε λείρια καλὰ περιβρομέουσι μέλισσαι
880πέτρης ἐκχύμεναι σιμβληίδος, ἀμφὶ δὲ λειμών
ἑρσήεις γάνυται, ταὶ δὲ γλυκὺν ἄλλοτε ἄλλον
καρπὸν ἀμέργουσιν πεποτημέναι· ὣς ἄρα ταίγε
ἐνδυκὲς ἀνέρας ἀμφὶ κινυρόμεναι προχέοντο,
χερσί τε καὶ μύθοισιν ἐδεικανόωντο ἕκαστον,
885εὐχόμεναι μακάρεσσιν ἀπήμονα νόστον ὀπάσσαι.


Αι Λήμνιαι φιλοξενούν τους Αργοναύτας.

Του εμίλει σαν αληθινά, κι απόκρυβε το φόνο
835 πώς έγινε στους άντρες των· κι αυτός ευτύς της λέει.
«Θα κάνω την ευχάριστη ανάγκη σου, Υψιπύλη,
που συ προσφέρεις τώρα εμάς που την επιθυμούμε·
κι από την πόλη πίσω πια θα πάω να τους τά ειπω,
με τη σειρά το καθετί· και συ για το παλάτι
840 φρόντιζε και για το νησί. Όμως εγώ τ᾽ αρνιέμαι,
γιατί με βιάζουν βάσανα, κι όχι από καταφρόνια.»
Είπε κι αγγίζει το δεξί χέρι της. Και γυρίζει
πίσω· κι οι κόρες γύρω του δώθ᾽ άλλες κι άλλες κείθε
χαρούμενες τριγύριζαν άμετρες, ώσπου βγήκε
845 από τις πύλες. Κι έπειτα μ᾽ αμάξια στ᾽ ακρογιάλι
ωριότροχα εκατέβηκαν φέρνοντας πολλά δώρα,
αφού ειπε πρώτα ο Ιάσονας αποξαρχής τα λόγια,
που τού ειπε σαν το κάλεσε κι αυτόνε η Υψιπύλη.
Κι αυτούς τους παίρναν σπίτια τους να τους φιλοξενήσουν
850 εύκολα· γιατί σήκωσε πόθο γλυκόν η Κύπρη
για χάρη του πολύσοφου του Ηφαίστου να ᾽χει πάλι
άντρες να τηνε κατοικούν και στο κατόπι η Λήμνος.
Τότε για το βασιλικό της Υψιπύλης σπίτι
ο Αισονίδης κίνησε, κι οι άλλοι όπου λάχει επήγαν,
855 εξόν από τον Ηρακλή, που ᾽μεινε μες στο πλοίο
θέλοντας, και με λιγοστούς συντρόφους με τον κλήρο.
Κι ευτύς η πόλη με χορούς και με χαρές χαιρόταν,
γεμάτη με κνίσας καπνό· κι απ᾽ τους θεούς τούς άλλους
της Ήρας ξέχωρα το γιο, τον ξακουστό, κι εκείνη,
860 την Κύπριδα τιμούσανε, μ᾽ άσματα και θυσίες.
Κι αναβολή του ταξιδιού πάντα μέρα σε μέρα
γινόταν· και καιρό πολύ μένοντας κει θα χάναν,
αν μη μακριά τους σύντροφους μάζευε απ᾽ τις γυναίκες
ο Ηρακλής μαλώνοντας τέτοια για νά ειπει λόγια.
865 «Δυστυχισμένοι! εμφύλιο αίμα από την πατρίδα
μας διώχνει; Γιά μην ήρθαμε εκείθε δω απ᾽ ανάγκη
για γάμο, τις γυναίκες μας περιφρονώντας; Τώρα
θα μείνουμε στη Λήμνο εδώ αγρούς να μοιραστούμε;
Όμως χωρίς τιμήν εδώ με τις ξένες γυναίκες
870 θα ᾽μαστε για πολύν καιρό μπλεγμένοι· και το δέρμα
δε θα το φέρει θεός κανείς σαν ευχηθούμε μόνο.
Πάμε καθένας σπίτι του, κι εκείνον στο κρεβάτι
της Υψιπύλης άστε τον, ολημερίς, ωσόπου
γεμίσει η Λήμνο με παιδιά, και βρει μεγάλη δόξα.»
875 Έτσι τους φίλους μάλωσε και δε μπόρεσ᾽ ούτε᾽ ένας
λόγο κανένα να του ειπεί ή να σηκώσει μάτια.
Αλλ᾽ από τη συνάθροιση τοιμάζονταν για δρόμο
με βιάση· κι έτρεξαν αυτές, οι Λήμνιες ως το νιώσαν.
Κι ως γύρω σ᾽ ώρια λούλουδα οι μέλισσες βουίζουν
880 από το βράχο βγαίνοντας που ᾽χουν κυψέλη, κι όλο
το δροσερό λαμποκοπά λιβάδι· κι αυτές δώθε
κείθε μαζεύουν το γλυκό καρπό πετώντας· έτσι
γύρω στους άντρες χύνονταν με πόνο και δακρύζαν
και τον καθεί χαιρέταγαν με χέρια και με λόγια·
885 κι ευχιόνταν στους αθάνατους άπονο γυρισμό τους.