Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (1.910-1.935)


910ἦ, καὶ ἔβαιν᾽ ἐπὶ νῆα παροίτατος· ὣς δὲ καὶ ἄλλοι
βαῖνον ἀριστῆες· λάζοντο δὲ χερσὶν ἐρετμά
ἐνσχερὼ ἑζόμενοι· πρυμνήσια δέ σφισιν Ἄργος
λῦσεν ὑπὲκ πέτρης ἁλιμυρέος. ἔνθ᾽ ἄρα τοίγε
κόπτον ὕδωρ δολιχῇσιν ἐπικρατέως ἐλάτῃσιν.
915ἑσπέριοι δ᾽ Ὀρφῆος ἐφημοσύνῃσιν ἔκελσαν
νῆσον ἐς Ἠλέκτρης Ἀτλαντίδος, ὄφρα δαέντες
ἀρρήτους ἀγανῇσι τελεσφορίῃσι θέμιστας
σωότεροι κρυόεσσαν ὑπεὶρ ἅλα ναυτίλλοιντο.
τῶν μὲν ἔτ᾽ οὐ προτέρω μυθήσομαι· ἀλλὰ καὶ αὐτή
920νῆσος ὁμῶς κεχάροιτο καὶ οἳ λάχον ὄργια κεῖνα
δαίμονες ἐνναέται, τὰ μὲν οὐ θέμις ἄμμιν ἀείδειν.
κεῖθεν δ᾽ εἰρεσίῃ Μέλανος διὰ βένθεα πόντου
ἰέμενοι τῇ μὲν Θρῃκῶν χθόνα, τῇ δὲ περαίην
Ἴμβρον ἔχον καθύπερθε· νέον γε μὲν ἠελίοιο
925δυομένου Χερόνησον ἔπι προύχουσαν ἵκοντο.
ἔνθα σφιν λαιψηρὸς ἄη νότος· ἱστία δ᾽ οὔρῳ
στησάμενοι κούρης Ἀθαμαντίδος αἰπὰ ῥέεθρα
εἰσέβαλον· πέλαγος δὲ τὸ μὲν καθύπερθε λέλειπτο
ἦρι, τὸ δ᾽ ἐννύχιοι Ῥοιτειάδος ἔνδοθεν ἀκτῆς
930μέτρεον, Ἰδαίην ἐπὶ δεξιὰ γαῖαν ἔχοντες.
Δαρδανίην δὲ λιπόντες ἐπιπροσέβαλλον Ἀβύδῳ,
Περκώτην δ᾽ ἐπὶ τῇ καὶ Ἀβαρνίδος ἠμαθόεσσαν
ἠιόνα ζαθέην τε παρήμειβον Πιτύειαν.
καὶ δὴ τοίγ᾽ ἐπὶ νυκτὶ διάνδιχα νηὸς ἰούσης
935δίνῃ πορφύροντα διήνυσαν Ἑλλήσποντον.


Άφιξις εις νήσον Ηλέκτραν

910 Έτσ᾽ είπε και στο πλοίο του πρώτος μπήκε· κι οι άλλοι
ήρωες μπήκαν· κι έπιασαν στα χέρια τα κουπιά των
καθίζοντας κατά σειρά· κι ο Άργος τις πρυμάτσες
έλυσ᾽ απ᾽ το θαλασσινό βράχο· και τότ᾽ οι άλλοι
το κύμα χτύπαγαν γερά με τις μακριές ελάτες.
915 Βραδιάζοντας με συμβουλή του Ορφέα παν κι αράξαν
στης Ατλαντίδας το νησί Ηλέκτρας, για να μάθουν
τ᾽ ανείπωτα μυστήρια μ᾽ ευλαβικές θυσίες,
πώς πιο γεροί στον άγριο να ταξιδέψουν πόντο.
Γι᾽ αυτά δε θά ειπω πιο πολλά· μά ηταν γεμάτα χάρες
920 και το νησί κι όσοι απ᾽ αυτά τα όργια λατρευόνταν
θεοί κάτοικοι του νησιού, που δεν πρέπει να ψάλλω.
Εκείθε λάμνοντας κουπί από το Μαύρο κόλπο
από τη μια τη θρακική χώρα κι από τ᾽ αντίκρυ
την Ίμβρο είχαν απάνω τους· και με του ηλιού τη δύση
925 φτάσανε στη Χερσόνησο, που πρόβαλε στον πόντο.
Γοργή νοτιά τους φύσα εκεί· και τα πανιά με πρίμο
σηκώσαν και στ᾽ ορμητικό ρέμα της κόρης μπήκαν
του Αθάμαντα. Το πέλαγος πρωί τό ειχαν αφήσει
και τώρα νύχτα απ᾽ το γιαλό περνούσανε του Ροίτειου
930 μέσα κι είχανε στα δεξιά τα Ιδαίικα χωράφια.
Τη Δαρδανία αφήνοντας στην Άβυδον εφτάσαν
και στην Περκώτην έπειτα κι απέ στης Αβαρνίδας
τον άγιο αμμουδερό γιαλό και την Πιτυά περνούσαν.
Κι αυτή τη νύχτα ως έτρεχε με φόρα το καράβι
935 περάσανε του Ελλήσποντου το γυριστό το κύμα.