Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (1.23-1.76)


πρῶτά νυν Ὀρφῆος μνησώμεθα, τόν ῥά ποτ᾽ αὐτή
Καλλιόπη Θρήικι φατίζεται εὐνηθεῖσα
25Οἰάγρῳ σκοπιῆς Πιμπληίδος ἄγχι τεκέσθαι.
αὐτὰρ τόνγ᾽ ἐνέπουσιν ἀτειρέας οὔρεσι πέτρας
θέλξαι ἀοιδάων ἐνοπῇ ποταμῶν τε ῥέεθρα.
φηγοὶ δ᾽ ἀγριάδες, κείνης ἔτι σήματα μολπῆς,
ἀκτῆς Θρηικίης Ζώνης ἔπι τηλεθόωσαι
30ἑξείης στιχόωσιν ἐπήτριμοι, ἃς ὅγ᾽ ἐπιπρό
θελγομένας φόρμιγγι κατήγαγε Πιερίηθεν.
Ὀρφέα μὲν δὴ τοῖον ἑῶν ἐπαρωγὸν ἀέθλων
Αἰσονίδης Χείρωνος ἐφημοσύνῃσι πιθήσας
δέξατο, Πιερίῃ Βιστωνίδι κοιρανέοντα.
35ἤλυθε δ᾽ Ἀστερίων αὐτοσχεδόν, ὅν ῥα Κομήτης
γείνατο, δινήεντος ἐφ᾽ ὕδασιν Ἀπιδανοῖο,
Πειρεσιὰς ὄρεος Φυλληίου ἀγχόθι ναίων,
ἔνθα μὲν Ἀπιδανός τε μέγας καὶ δῖος Ἐνιπεύς
ἄμφω συμφορέονται, ἀπόπροθεν εἰς ἓν ἰόντες.
40Λάρισαν δ᾽ ἐπὶ τοῖσι λιπὼν Πολύφημος ἵκανεν
Εἰλατίδης, ὃς πρὶν μὲν ἐρισθενέων Λαπιθάων,
ὁππότε Κενταύροις Λαπίθαι ἐπὶ θωρήσσοντο,
ὁπλότερος πολέμιζε· τότ᾽ αὖ βαρύθεσκέ οἱ ἤδη
γυῖα, μένεν δ᾽ ἔτι θυμὸς ἀρήιος, ὡς τὸ πάρος περ.
45οὐδὲ μὲν Ἴφικλος Φυλάκῃ ἔνι δηρὸν ἔλειπτο,
μήτρως Αἰσονίδαο· κασιγνήτην γὰρ ὄπυιεν
Αἴσων Ἀλκιμέδην Φυλακηίδα· τῆς μιν ἀνώγει
πηοσύνη καὶ κῆδος ἐνικρινθῆναι ὁμίλῳ.
οὐδὲ Φεραῖς Ἄδμητος ἐυρρήνεσσιν ἀνάσσων
50μίμνεν ὑπὸ σκοπιὴν ὄρεος Χαλκωδονίοιο.
οὐδ᾽ Ἀλόπῃ μίμνον πολυλήιοι Ἑρμείαο
υἱέες εὖ δεδαῶτε δόλους, Ἔρυτος καὶ Ἐχίων.
τοῖσι δ᾽ ἐπὶ τρίτατος γνωτὸς κίε νισσομένοισιν
Αἰθαλίδης· καὶ τὸν μὲν ἐπ᾽ Ἀμφρυσσοῖο ῥοῇσιν
55Μυρμιδόνος κούρη Φθιὰς τέκεν Εὐπολέμεια·
τὼ δ᾽ αὖτ᾽ ἐκγεγάτην Μενετηίδος Ἀντιανείρης.
ἤλυθε δ᾽ ἀφνειὴν προλιπὼν Γυρτῶνα Κόρωνος
Καινείδης, ἐσθλὸς μέν, ἑοῦ δ᾽ οὐ πατρὸς ἀμείνων.
Καινέα γὰρ ζωόν περ ἔτι κλείουσιν ἀοιδοί
60Κενταύροισιν ὀλέσθαι, ὅτε σφέας οἶος ἀπ᾽ ἄλλων
ἤλασ᾽ ἀριστήων· οἳ δ᾽ ἔμπαλιν ὁρμηθέντες
οὔτε μιν ἀγκλῖναι προτέρω σθένον, οὔτε δαΐξαι·
ἀλλ᾽ ἄρρηκτος ἄκαμπτος ἐδύσετο νειόθι γαίης,
θεινόμενος στιβαρῇσι καταΐγδην ἐλάτῃσιν.
65ἤλυθε δ᾽ αὖ Μόψος Τιταρήσιος, ὃν περὶ πάντων
Λητοΐδης ἐδίδαξε θεοπροπίας οἰωνῶν·
ἠδὲ καὶ Εὐρυδάμας Κτιμένου πάις· ἄγχι δὲ λίμνης
Ξυνιάδος Κτιμένην Δολοπηίδα ναιετάασκεν.
καὶ μὴν Ἄκτωρ υἷα Μενοίτιον ἐξ Ὀπόεντος
70ὦρσεν, ἀριστήεσσι σὺν ἀνδράσιν ὄφρα νέοιτο.
εἵπετο δ᾽ Εὐρυτίων τε καὶ ἀλκήεις Ἐριβώτης,
υἷες ὃ μὲν Τελέοντος, ὃ δ᾽ Ἴρου Ἀκτορίδαο·
ἤτοι ὃ μὲν Τελέοντος ἐυκλειὴς Ἐριβώτης,
Ἴρου δ᾽ Εὐρυτίων. σὺν καὶ τρίτος ᾖεν Ὀιλεύς,
75ἔξοχος ἠνορέην καὶ ἐπαΐξαι μετόπισθεν
εὖ δεδαὼς δῄοισιν, ὅτε κλίνωσι φάλαγγας.


Κατάλογος Αργοναυτών

Ας πούμε τώρα εμείς λοιπόν πρώτα για τον Ορφέα,
π᾽ αυτή η Καλλιόπη, καθώς λεν, με Θράκα σαν κοιμήθη,
25 τον Οίαγρο, προς την κορφή τον γέννα την Πιμπλιάδα.
Γι᾽ αυτόν, που λεν πως στα βουνά τούς στεριωμένους βράχους
και ποταμιών τα ρέματα μάγεψε με τραγούδια·
κι άγρια δεντρά, του τραγουδιού κεινού σημάδια ακόμα
στης Θράκης την ακρογιαλιά, στη Ζώνη, φουντωμένα
30 σειρά τραβούν σιμά σιμά, αυτά, που λίγο πρώτα
απ᾽ την Πιερίαν έφερε με λύρα μαγεμένα.
Τέτοιο λοιπόν στους κόπους του βοηθό σαν τον Ορφέα,
το βασιλιά της Βίστωνας, στην Πιερία, εδέχτη,
τις συμβουλές του Χείρωνα ο Ιάσονας γρικώντας.
35 Ευτύς κι ο Αστερίωνας έφτασε, π᾽ ο Κομήτης
στ᾽ Απιδανού του γυριστού τον γέννησε το ρέμα.
Στις Πειρεσιές, στ᾽ όρος σιμά το Φύλλειο καθόταν,
κει π᾽ ο πλατύς Απιδανός κι ο θείος Ενιπέας
μαζί χυνόνται, κι ένα οι δυο προς τα μπροστά τραβούνε.
40 Κατόπι από τη Λάρισα ήρθε κι ο γιος του Ελάτου
Πολύφημος, πού ητανε πριν στους δυνατούς Λαπίθες
ο νιότερος πολεμιστής, σαν οι Λαπίθες είχαν
πόλεμο με τους Κένταυρους· και τότε πια βαριά ηταν
τα γόνα του, μά ειχε καρδιάν αντρίκια σαν και πρώτα.
45 Και στη Φυλάκη ο Ίφικλος δεν έμεινεν ακόμα,
του Αισονίδη ο μητροθειός· γιατί την αδερφή του
την Αλκιμέδη ο Αίσονας παντρεύτη· κι αυτής τώρα
τον έσπρωχνε η συγγένεια στη συντροφιά για νά ᾽μπει.
Και στις καλόβοϊδες Φερές ο Άδμητος δεν μένει
50 στου Χαλκωδόνιου του βουνού την κορυφή από κάτω.
Ούτε οι πολύσταχοι δυο γιοι του Ερμή μες στην Αλόπη,
ο Έρυτος κι ο Εχίονας, που ᾽ξεραν πανουργίες·
και τρίτος αδερφός μ᾽ αυτούς επήγαινε, που φεύγαν,
ο Αιθαλίδης. Στ᾽ Αμφρυσσού το ρέμα τον εγέννα
55 η Φθιάδα η Ευπολέμεια, του Μυρμιδόνα η κόρη·
τους δυο άλλους η Αντιάνειρα γέννησε του Μενέτιου.
Κι ήρθε την πλούσια αφήνοντας Γυρτώνα, του Καινέα
ο Κόρωνος, γιος δυνατός, μα όχι σαν το γονιό του.
Γιατί οι τραγουδιστάδες λεν, πως ζωντανός ακόμα
60 χάθη ο Καινέας, τους Κένταυρους, όταν μόνος απ᾽ όλους
τους ήρωες κυνήγησε κι αυτοί ξαναγυρνώντας,
ούτε να διώξουν μπόραγαν, ούτε να τον σκοτώσουν,
μα ακλόνητος, αλύγιστος, χώθη στης γης τα βάθη,
ενώ τον χτύπαγαν γερά με δυνατές ελάτες.
65 Ήρθε κι ο Τιταρήσιος Μόψος, που κάλλιο απ᾽ όλους
των όρνιων τον εδίδαξε μαντείες ο Λητοΐδης.
Κι ο Ευρυδάμαντας ο γιος του Κτίμενου· στη λίμνη
την Ξυνιάδα κάθοταν σιμά, μες στην Κτιμένη.
Κι απ᾽ τον Οπούντα ο Άχτορας τον γιο του τον Μενοίτιο
70 τον ξεσηκώνει μ᾽ ήρωες να πάει να ταξιδέψει.
Κι ο Ευρυτίωνας μαζί κι ο αντρείος Εριβώτης,
ένας γιος του Τελέοντα, και τ᾽ Αχτορίδη ο άλλος·
ένδοξος του Τελέοντα γιος ήταν ο Εριβώτης,
του Ίρου ο Ευρυτίωνας. Και τρίτος ο Οϊλέας
75 στην αντρειά ξεχωριστός, που ᾽ξερε να πηδάει
ξοπίσω μέσα στους εχτρούς, σαν γέρνουνε και φεύγουν.