Άφιξις εις Αρκτόνησον. Φιλοξενία υπό Δολιόνων. Εξολόθρευσις Γηγενών.
Είν᾽ έν᾽ απόγκρεμνο νησί μέσα στην Προποντίδα·
σιμά προς την πολύκαρπη στεριά εκεί της Φρυγίας
γερμένο προς τη θάλασσα, τόσο που να το ενώνει
στενός ισθμός προς τη στεριά και χαμηλός· λιμάνια
940 διπλά έχει αψηλότερα απ᾽ του Αίσηπου το ρέμα.
Αρκουδοβούνι το καλούν οι κάτοικοι τριγύρω
και μες σ᾽ εκείνο κατοικούν άδικοι ανθρώποι κι άγριοι,
οι Γηγενείς, στους γείτονες μέγα θαύμα να βλέπουν.
Γιατί έξι χέρια δυνατά κρεμόνταν στον καθένα,
945 δυο απ᾽ τους γερούς τους ώμους των και τέσσερα από κάτω
στις φοβερότατες πλευρές καλά στερεωμένα.
Και στον Ισθμό οι Δολίονες καθόνταν και στον κάμπο,
και βασιλιάς ήταν ο γιος ο ήρωας του Αινέα,
ο Κύζικος, που του θεϊκού κόρη του Ευσώρου Αινήτη
950 τον γέννησε· κι οι Γηγενείς και τρομεροί κι αν ήταν
δεν τους πειράζανε, γιατί τους βόηθα ο Ποσειδώνας·
γιατ᾽ ήταν οι Δολίονες γενιά απ᾽ αυτόν βγαλμένη.
Κει πέρα σκόνταψε η Αργώ σπρωγμένη απ᾽ τους ανέμους
και ως έτρεχε, την δέχτηκε τ᾽ Όμορφο το λιμάνι.
955 Κει δα την πέτρα τη μικρή της άγκυράς των λύσαν,
ο Τίφυς ως συμβούλεψε, την άφησαν ᾽πό κάτω
στην Αρτακία την πηγή· κι άλλη πήραν πιο στέρια,
βαριά· και με του Έκατου χρησμό την πρώτη πέτρα
την έκαναν αργότερα οι Ίωνες Νηλείδες,
960 ως έπρεπε, της Αθηνάς ναό, της Ιασονίας.
Κι όλοι οι Δολίονες μαζί κι ο Κύζικος μαζί τους
μ᾽ αγάπη τους εδέχτηκαν σαν μάθαν το ταξίδι
και τη γενιά τους, ποιοί ήτανε, φιλόξενοι φανήκαν
και τους επείσαν λάμνοντας πιο μπρος να προχωρήσουν
965 και τα πρυμιά να δέσουνε στης πόλης το λιμάνι.
Κι εκεί βωμό του Απόλλωνα του Εκβάσιου του χτίσαν
σαν κάθισαν στην αμμουδιά κι ετοίμαζαν θυσία.
Κι ο βασιλιάς γλυκό κρασί τους δίνει, που δεν είχαν
και πρόβατα· γιατί χρησμός τού ητανε σαν θα φτάσει
970 αντρών ηρώων συντροφιά θεϊκή, αυτός αμέσως
για πόλεμο να μη νοιαστεί, ναν τους δεχτεί σαν φίλους.
Κι εκείνου έτσι φυτρώνανε τα πρώτα του τα γένια
κι ως τώρα να χαρεί παιδιά οι θεοί δεν του μοιράναν,
μ᾽ ακόμα ήταν απείραχτη από της γέννας πόνους
975 στο σπίτι του η γυναίκα του, του Μέροπα η κόρη
η Κλείτη η ομορφοπλέξουδη, που απ᾽ το γονιό της τώρα
με δώρα αμέτρητα έφερε αντίκρυ απ᾽ την Περκώτη.
Μα μ᾽ όλ᾽ αυτά το σπίτι του, της νύφης το κρεβάτι
τ᾽ άφησε, και το δείπνο τους νοιαζόταν, και το φόβο
απ᾽ την καρδιά του ξέδιωξε. Κι ένας τον άλλο ερώτα
980 με τη σειρά. Κείνος αυτούς ρώτα για το ταξίδι,
πού παν, και για τις διαταγές, πού ειχαν απ᾽ τον Πελία.
Κι εκείνοι για των γείτονων τις πόλεις· και για τον κόλπο
της Προποντίδας της πλατιάς ρωτούσαν· μα πιο πέρα
δε γνώριζε ναν τους τα ειπεί, που θέλανε να μάθουν.
985 Και την αυγή στον Δίνδυμον ανέβηκαν το μέγα
να ιδούνε τα περάσματα της θάλασσας εκείνης·
και στο λιμάνι το Χυτό το πλοίο τους αράξαν.
Κι ο δρόμος όπου πέρασαν του Ιάσονα τον λένε.
Κι ωστόσο απάνω απ᾽ το βουνό οι Γηγενείς ορμώντας
990 φράξαν το στόμα του Χυτού του λιμανιού με βράχους,
σαν νά ηταν μέσα εκεί θεριό, ναν του ᾽στηναν καρτέρι.
Μα εκεί ειχε μείνει ο Ηρακλής με τους πιο νιους συντρόφους,
π᾽ απάνω των τεντώνοντας το λυγερό του τόξο
προς τη στεριά τούς έσπρωξε. Όμως εκείνοι βράχους
995 αγριοσκισμένους σήκωναν κι απάνω τους πετούσαν.
Γιατί κι αυτά τα φοβερά θεριά η θεά η Ήρα,
του Δία η γυναίκα, τα ᾽τρεφε γι᾽ αγώνα του Ηρακλέα.
Κι έπειτα κι οι άλλοι στρέφοντας μαζί συναπαντούνε,
πριν ν᾽ ανεβούνε στην κορφή και αρχίσανε το φόνο
1000 των Γηγενών οι δυνατοί ήρωες με τα βέλη
κι άλλοι με λόγχες πέφτοντας, ώσπ᾽ όλους των αντίκρυ
αλύπητα ως όρμαγαν, νεκρούς τους ρίξαν κάτω.
Κι ως μακριά ξύλα που ᾽κοψαν τώρα με τα πελέκια
οι ξυλοκόποι στο γιαλό αράδα τ᾽ ακουμπάνε
1005 για να μουσκέψουν, και γερές να παίρνουν μέσα σφήνες·
έτσι κι αυτοί στ᾽ αφρόλουστο του λιμανιού ακρογιάλι
ήταν πεσμένοι στη σειρά, μες στ᾽ αλμυρό νερό άλλοι
σωρό, βουτώντας κεφαλές και στήθια, μα τα γόνα
έξω απλωμένα στη στεριά· και στο γιαλό άλλοι πάλι
1010 στην άμμο τα κεφάλια των και στο βυθό τα πόδια
στηρίζαν, να γενούν φαΐ στα όρνια και στα ψάρια.
|