Ο Ιάσων προσφέρει θυσίαν εις την Κυβέλην επί του όρους Δινδύμου.
Και τότ᾽ εδώ μπόρες κακές ανέμων σηκωθήκαν
μέρες και νύχτες δώδεκα μαζί, κι εκείνους πάλι
1080 να ταξιδέψουν μπόδιζαν· και τη νυχτιά την άλλη
όλοι κοιμόνταν τώρα πια δεμένοι από τον ύπνο
οι ήρωες στην κλίνη τους· και ξύπνησεν ο Μόψος
ο Αμπυκίδης κι ο Άκαστος απ᾽ το βαρύ τον ύπνο·
κι απάνωθε από το ξανθό κεφάλι του Αισονίδη
1085 πετούσε αλκυόνα, που ᾽κραζεν η λυγερή φωνή της
των σηκωμένων άνεμων το πάψιμο· κι ο Μόψος
την καλοσήμαντη φωνή κατάλαβεν αμέσως
του όρνιου της ακροθαλασσιάς· κι αυτό ο θεός κατόπι
το ᾽διωξε και το κάθισε απ᾽ τ᾽ άφλαστα από πάνω
του καραβιού, όταν μ᾽ ορμήν επέταξε του ψήλου·
1090 κι αυτόν σε δέρμα μαλακό προβάτου πλαγιασμένον
κινάει κι ευτύς τονε ξυπνά κι αυτά τού λέει τα λόγια.
«Πρέπει, Αισονίδη, ν᾽ ανεβείς σε τούτο τ᾽ άγιο απάνω
του απότομου του Δίνδυμου για να παρακαλέσεις
την ομορφόθρονη των θεών μητέρα· και θα πάψουν
1095 οι ορμητικές οι θύελλες· γιατί εγώ τώρα μόλις
μια τέτοιαν άκουσα φωνήν απ᾽ του γιαλού αλκυόνα,
που σαν κοιμόσουν πάνωθε τριγύρω σου πετώντας,
γι᾽ αυτά έλεγε το καθετί· γιατί όλ᾽ αυτά κρεμιόνται
απ᾽ τη θεά και θάλασσα κι ανέμοι κι ως τα βάθη
1100 η γης όλη κι ο Όλυμπος ο χιονισμένος· κι όταν
απ᾽ το βουνό στον αψηλό τον ουρανό ανεβαίνει,
του Κρόνου ο γιος, ο Δίας αυτός, παραμερίζει· κι έτσι
κι οι άλλοι αθάνατοι τη θεά τη φοβερή τιμάνε.»
Έτσ᾽ είπε, και σαν άκουσε τον λόγο τον εδέχτη·
κι από την κλίνη με χαρά σηκώθη, και τους φίλους
1105 όλους σηκώνει βιαστικά, και σαν εσηκωθήκαν
τους είπε τα μαντέματα του Μόψου τ᾽ Αμπυκίδη.
Οι νιότεροι από τα μαντριά βγάλαν ευτύς τα βόδια
και στου βουνού την κορυφή την όρθια τ᾽ ανεβάζαν.
Κι οι άλλοι σαν λύσαν τα σκοινιά από τον Άγιο βράχο
1110 ελάμναν για το θρακικό λιμάνι· κι ανεβήκαν
κι αυτοί· κι αφήσαν λιγοστούς συντρόφους μες στο πλοίο.
Κι οι Μακριάδες κορυφές, κι όλη από πέρα η Θράκη
προβάλλαν μπρος στα χέρια των και την εβλέπαν όλη,
και φαίνοταν του Βόσπορου τ᾽ ανταριασμένο στόμα
1115 και της Μυσίας οι πλαγιές· και πίσω τους του Αισήπου
το ρέμα, και της Νήπειας ο κάμπος κι η Αδράστεια.
Κι ήταν αμπελοκούτσουρο γερό μέσα στο δάσος
θρεμμένο και παμπάλαιο· το κόψαν για να κάνουν
τ᾽ άγαλμα τ᾽ άγιο της θεάς που ᾽ν᾽ στο βουνό, κι ο Άργος
1120 ωραία το πελέκησε, και σε τραχύ ένα λόφο
το στήσανε· κι από δεντρά ψηλά ηταν σκεπασμένο
π᾽ απ᾽ όλα τ᾽ άλλα πιο ψηλά εκεί ηταν ριζωμένα·
κι από λιθάρια και πηλό χτίζαν βωμό· και γύρω
με δρυόφυλλα τον σκέπαζαν και φρόντιζαν θυσία
1125 καλώντας τη Δινδύμια τη σεβαστή μητέρα,
που στη Φρυγία κατοικεί, και τον Τιτίο μαζί της
και Κυλληνό, που μόνο αυτοί είναι αρχηγοί των άλλων,
και της Μητέρας πάρεδροι λεγόνταν της Ιδαίας,
όσοι Ιδαίοι Δάκτυλοι από την Κρήτη υπάρχουν,
1130 που η Αγχιάλη κάποτε τους γέννησε η νεράιδα
μέσα στης Δίκτης τη σπηλιά χτυπώντας με τα δυο της
τα χέρια της κάτω τη γη, τη γη της Οιαξίδας.
Και παρακάλαγε πολύ μ᾽ ευχές ο Αισονίδης
τις μπόρες ν᾽ αποδιώξει αυτή, κι άλειφεν ως καιγόνταν
τα σφάγια· κι όλοι μαζί στη διαταγή του Ορφέα
1135 πηδώντας, τον πολεμικό χορό στριφογυρίζαν,
και στις ασπίδες τα σπαθιά χτυπήσαν, και σκορπίσαν
στον άνεμο τους στεναγμούς τους άσκημους, που ο κόσμος
απ᾽ την κηδεία του βασιλιά ακόμ᾽ αναστενάζαν.
Γι᾽ αυτό με στριφογύρισμα χορού και χτύπο ακόμα
τη Ρέα οι Φρύγες τη θεά πάντα παρακαλούνε.
1140 Κι εκείνη τις ευλαβικές επρόσεξε θυσίες
η σπλαχνική κι έδειξ᾽ ευτύς σημάδια ταιριασμένα.
Τα δέντρα ρίχναν άφθονο καρπό, κι από τα πόδια
η γη κάτω ξεφύτρωνε χλόης λεπτής λουλούδια·
και τις φωλιές των τα θεριά και λαγκαδιές αφήσαν
1145 κι ήρθαν κουνώντας τις ουρές· κι ακόμα κι άλλο θαύμα
έδειξε· γιατί πιο μπροστά νερό δεν είχε διόλου
το Δίνδυμο· μόνο σ᾽ αυτές τότ᾽ έτσι ξεπετάχτη
ατέλειωτο από την ξερή κορφή· και το καλούνε
οι κάτοικοι αυτό το νερό, του Ιάσονα η βρύση.
1150 Και τότε στρώσαν στο βουνό της θεάς των Άρκτων δείπνο,
τη Ρέα την πολυσέβαστη ψάλλοντας· την αυγούλα
πέσαν οι ανέμοι κι έφυγαν λάμνοντας απ᾽ τη νήσο.
Κάθ᾽ ήρωας φιλότιμος παρακινιόταν τότε
ποιός θα κουράζοταν στερνός· γιατί η καλοκαιρία
1155 ησύχασε τα κύματα, και κοίμισε τον πόντο·
κι απ᾽ τη γαλήνη εκείνοι δα αναγκασμένοι ελάμναν
το πλοίο εμπρός με δύναμη· και στο γιαλό ως πετούσε
ούτε και τ᾽ ανεμόποδα τ᾽ άλογα δεν το φτάναν
του Ποσειδώνα· μ᾽ όλα αυτά απ᾽ άσκημ᾽ αγεράκια
γινόταν φουσκοθαλασσιά, π᾽ απ᾽ τα ποτάμια βγαίναν
1160 το δείλι, και κουράστηκαν κι όλο βαριά ανασαίναν.
Κι ενώ μ᾽ όλα τα δυνατά κοπιάζαν, τους περνούσε
με των χεριών τη δύναμη όλους ο Ηρακλέας·
και τράνταζε του καραβιού τα ταιριασμένα ξύλα.
Μα σαν τη χώρα των Μυσών γυρεύοντας, το στόμα
1165 του Ρυνδακού και τον ψηλό του Αιγαίωνα τον τάφο
κοιτώντας ξεπερνούσανε πιο πέρ᾽ απ᾽ τη Φρυγία,
σπρώχνοντας τότε ο Ηρακλής, τ᾽ αγριεμένο κύμα
σπάει απ᾽ τη μέση το κουπί· κι αυτός το ᾽να κομμάτι
κρατώντας στα δυο χέρια του πέφτει στο πλάι, και τ᾽ άλλο
1170 το σέρνανε τα κύματα· κι αυτός ξανακαθίζει
αμίλητος τα μάτια του ρίχνοντας τρίγυρά του·
γιατί ήταν ασυνήθιστα τα χέρια να ησυχάζουν.
|