Άφιξις εις Κίον Μυσίας.
Κι όταν σκαφτιάς ή και γεωργός γυρίζει απ᾽ τον αγρό του
σπίτι του μ᾽ ευχαρίστηση, το δείπνο επιθυμώντας,
1175 κι ως προχωρεί τα γόνα του λυγάν τα κουρασμένα,
ξερός από τον κορνιαχτό, και τα τριμμένα χέρια
κοιτάζοντας, λέει πολλές κατάρες στην κοιλιά του·
τέτοια ώρα εφτάσαν στα χωριά της Κιανής της χώρας
προς τ᾽ Αργανθώνειο το βουνό, στις εκβολές του Κίου.
Κι αυτούς φιλόξενα οι Μυσοί, σαν ήρθανε σαν φίλοι,
1180 τους δέχτηκαν, οι κάτοικοι της χώρας, και τους φέραν
τροφές, πρόβατα, κι άφθονο κρασί, που τά ειχαν σώσει.
Άλλοι τότε κατάξερα ξύλα, κι άλλοι για στρώμα
απ᾽ το λιβάδι φυλλωσιές φέρναν σωρό να στρώσουν
σαν μάζεψαν· άλλοι φωτιά ν᾽ ανάψουν προσπαθούσαν·
1185 και στον κρατήρα άλλοι κρασί σμίγανε κι ετοιμάζαν
δείπνο, κάνοντας σκοτεινά τ᾽ Απόλλωνα θυσία.
Κι ο γιος του Δία ο Ηρακλής, σαν είπε στους συντρόφους
δείπνο να πάρουν, τράβηξε στο δάσος για να φιάξει
κουπί, που να του στέκεται καλόπιαστο στα χέρια.
1190 Εδώ κι εκεί γυρίζοντας έλατο δίχως ρόζους
πολλούς εβρήκε, πού ητανε και λίγο φουντωμένο,
όσο κυπαρισσόλευκας ψηλής είν᾽ το βλαστάρι·
τόσο μακρύ, τόσο παχύ ήτανε για να τό ιδεις.
Γοργά ακουμπά κάτω στη γη το τόξο και τα βέλη
1195 με τη φαρέτρα, κι έβγαλε του λιονταριού το δέρμα·
και το έλατο με το βαρύ ρόπαλο ξετινάζει
από τη γη και τον κορμό με τα δυο χέρια πιάνει
στη δύναμη πιστεύοντας· και τον πλατύ τον ώμο
στυλώνει ανοίγοντας καλά τα πόδια· κι απ᾽ το βάθος,
αν κι ήτανε βαθύρριζο πάνω του σαν στυλώθη,
1200 απάνω το ξεσήκωσε μ᾽ όλα τα χώματά του.
Κι όπως κατάρτι καραβιού άξαφνα το χειμώνα,
όταν του ολέθριου Ωρίωνα η δύση πλησιάζει,
ανέμου γοργοφύσημα απ᾽ τα ψηλά χτυπώντας
μ᾽ όλες τις σφήνες το τραβά κάτω από τους προτόνους·
1205 έτσι το σήκωσε κι αυτός· και παίρνοντας τα βέλη,
τόξο, δέρμα και ρόπαλο, κίνησε νά ᾽ρθει πίσω.
|