Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (1.1172-1.1206)


ἦμος δ᾽ ἀγρόθεν εἶσι φυτοσκάφος ἤ τις ἀροτρεύς
ἀσπασίως εἰς αὖλιν ἑήν, δόρποιο χατίζων,
αὐτοῦ δ᾽ ἐν προμολῇ τετρυμένα γούνατ᾽ ἔκαμψεν
1175αὐσταλέος κονίῃσι, περιτριβέας δέ τε χεῖρας
εἰσορόων κακὰ πολλὰ ἑῇ ἠρήσατο γαστρί·
τῆμος ἄρ᾽ οἵγ᾽ ἀφίκοντο Κιανίδος ἤθεα γαίης
ἀμφ᾽ Ἀργανθώνειον ὄρος προχοάς τε Κίοιο.
τοὺς μὲν ἐυξείνως Μυσοὶ φιλότητι κιόντας
1180δειδέχατ᾽, ἐνναέται κείνης χθονός, ἤιά τέ σφιν
μῆλά τε δευομένοις μέθυ τ᾽ ἄσπετον ἐγγυάλιξαν.
ἔνθα δ᾽ ἔπειθ᾽ οἳ μὲν ξύλα κάγκανα, τοὶ δὲ λεχαίην
φυλλάδα λειμώνων φέρον ἄσπετον ἀμήσαντες,
στόρνυσθαι· τοὶ δ᾽ ἀμφὶ πυρήια δινεύεσκον·
1185οἳ δ᾽ οἶνον κρητῆρσι κέρων, πονέοντό τε δαῖτα,
Ἐκβασίῳ ῥέξαντες ὑπὸ κνέφας Ἀπόλλωνι.
αὐτὰρ ὃ δαῖτ᾽ αἴνυσθαι ἑταίροις εὖ ἐπιτείλας
βῆ ῥ᾽ ἴμεν εἰς ὕλην υἱὸς Διός, ὥς κεν ἐρετμὸν
οἷ αὐτῷ φθαίη καταχείριον ἐντύνασθαι.
1190εὗρεν ἔπειτ᾽ ἐλάτην ἀλαλήμενος οὔτε τι πολλοῖς
ἀχθομένην ὄζοις, οὐδὲ μέγα τηλεθόωσαν·
ἀλλ᾽ οἷον ταναῆς ἔρνος πέλει αἰγείροιο,
τόσση ὁμῶς μῆκός τε καὶ ἐς πάχος ἦεν ἰδέσθαι.
ῥίμφα δ᾽ ὀιστοδόκην μὲν ἐπὶ χθονὶ θῆκε φαρέτρην
1195αὐτοῖσιν τόξοισιν, ἔδυ δ᾽ ἀπὸ δέρμα λέοντος.
τὴν δ᾽ ὅγε χαλκοβαρεῖ ῥοπάλῳ δαπέδοιο τινάξας
νειόθεν ἀμφοτέρῃσι περὶ στύπος ἔλλαβε χερσίν,
ἠνορέῃ πίσυνος· ἐν δὲ πλατὺν ὦμον ἔρεισεν
εὖ διαβάς· πεδόθεν δὲ βαθύρριζόν περ ἐοῦσαν
1200προσφὺς ἐξήειρε σὺν αὐτοῖς ἔχμασι γαίης.
ὡς δ᾽ ὅταν ἀπροφάτως ἱστὸν νεός, εὖτε μάλιστα
χειμερίη ὀλοοῖο δύσις πέλει Ὠρίωνος,
ὑψόθεν ἐμπλήξασα θοὴ ἀνέμοιο κατάιξ
αὐτοῖσιν σφήνεσσιν ὑπὲκ προτόνων ἐρύσηται·
1205ὣς ὅγε τὴν ἤειρεν. ὁμοῦ δ᾽ ἀνὰ τόξα καὶ ἰούς
δέρμα θ᾽ ἑλὼν ῥόπαλόν τε παλίσσυτος ὦρτο νέεσθαι.


Άφιξις εις Κίον Μυσίας.

Κι όταν σκαφτιάς ή και γεωργός γυρίζει απ᾽ τον αγρό του
σπίτι του μ᾽ ευχαρίστηση, το δείπνο επιθυμώντας,
1175 κι ως προχωρεί τα γόνα του λυγάν τα κουρασμένα,
ξερός από τον κορνιαχτό, και τα τριμμένα χέρια
κοιτάζοντας, λέει πολλές κατάρες στην κοιλιά του·
τέτοια ώρα εφτάσαν στα χωριά της Κιανής της χώρας
προς τ᾽ Αργανθώνειο το βουνό, στις εκβολές του Κίου.
Κι αυτούς φιλόξενα οι Μυσοί, σαν ήρθανε σαν φίλοι,
1180 τους δέχτηκαν, οι κάτοικοι της χώρας, και τους φέραν
τροφές, πρόβατα, κι άφθονο κρασί, που τά ειχαν σώσει.
Άλλοι τότε κατάξερα ξύλα, κι άλλοι για στρώμα
απ᾽ το λιβάδι φυλλωσιές φέρναν σωρό να στρώσουν
σαν μάζεψαν· άλλοι φωτιά ν᾽ ανάψουν προσπαθούσαν·
1185 και στον κρατήρα άλλοι κρασί σμίγανε κι ετοιμάζαν
δείπνο, κάνοντας σκοτεινά τ᾽ Απόλλωνα θυσία.
Κι ο γιος του Δία ο Ηρακλής, σαν είπε στους συντρόφους
δείπνο να πάρουν, τράβηξε στο δάσος για να φιάξει
κουπί, που να του στέκεται καλόπιαστο στα χέρια.
1190 Εδώ κι εκεί γυρίζοντας έλατο δίχως ρόζους
πολλούς εβρήκε, πού ητανε και λίγο φουντωμένο,
όσο κυπαρισσόλευκας ψηλής είν᾽ το βλαστάρι·
τόσο μακρύ, τόσο παχύ ήτανε για να τό ιδεις.
Γοργά ακουμπά κάτω στη γη το τόξο και τα βέλη
1195 με τη φαρέτρα, κι έβγαλε του λιονταριού το δέρμα·
και το έλατο με το βαρύ ρόπαλο ξετινάζει
από τη γη και τον κορμό με τα δυο χέρια πιάνει
στη δύναμη πιστεύοντας· και τον πλατύ τον ώμο
στυλώνει ανοίγοντας καλά τα πόδια· κι απ᾽ το βάθος,
αν κι ήτανε βαθύρριζο πάνω του σαν στυλώθη,
1200 απάνω το ξεσήκωσε μ᾽ όλα τα χώματά του.
Κι όπως κατάρτι καραβιού άξαφνα το χειμώνα,
όταν του ολέθριου Ωρίωνα η δύση πλησιάζει,
ανέμου γοργοφύσημα απ᾽ τα ψηλά χτυπώντας
μ᾽ όλες τις σφήνες το τραβά κάτω από τους προτόνους·
1205 έτσι το σήκωσε κι αυτός· και παίρνοντας τα βέλη,
τόξο, δέρμα και ρόπαλο, κίνησε νά ᾽ρθει πίσω.