Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (1.1207-1.1272)


τόφρα δ᾽ Ὕλας χαλκέῃ σὺν κάλπιδι νόσφιν ὁμίλου
δίζητο κρήνης ἱερὸν ῥόον, ὡς κέ οἱ ὕδωρ
φθαίη ἀφυσσάμενος ποτιδόρπιον, ἄλλα τε πάντα
1210ὀτραλέως κατὰ κόσμον ἐπαρτίσσειεν ἰόντι.
δὴ γάρ μιν τοίοισιν ἐν ἤθεσιν αὐτὸς ἔφερβεν,
νηπίαχον τὰ πρῶτα δόμων ἐκ πατρὸς ἀπούρας,
δίου Θειοδάμαντος, ὃν ἐν Δρυόπεσσιν ἔπεφνεν
νηλειῶς, βοὸς ἀμφὶ γεωμόρου ἀντιόωντα.
1215ἤτοι ὃ μὲν νειοῖο γύας τέμνεσκεν ἀρότρῳ
Θειοδάμας, ἄτῃ βεβολημένος· αὐτὰρ ὃ τόνγε
βοῦν ἀρότην ἤνωγε παρασχέμεν οὐκ ἐθέλοντα.
ἵετο γὰρ πρόφασιν πολέμου Δρυόπεσσι βαλέσθαι
λευγαλέην, ἐπεὶ οὔ τι δίκης ἀλέγοντες ἔναιον.
1220ἀλλὰ τὰ μὲν τηλοῦ κεν ἀποπλάγξειεν ἀοιδῆς.
αἶψα δ᾽ ὅγε κρήνην μετεκίαθεν, ἣν καλέουσιν
Πηγὰς ἀγχίγυοι περιναιέται. οἱ δέ που ἄρτι
νυμφάων ἵσταντο χοροί· μέλε γάρ σφισι πάσαις,
ὅσσαι κεῖσ᾽ ἐρατὸν νύμφαι ῥίον ἀμφενέμοντο,
1225Ἄρτεμιν ἐννυχίῃσιν ἀεὶ μέλπεσθαι ἀοιδαῖς.
αἳ μέν, ὅσαι σκοπιὰς ὀρέων λάχον ἢ καὶ ἐναύλους,
αἵ γε μὲν ὑλήωροι ἀπόπροθεν ἐστιχόωντο·
ἣ δὲ νέον κρήνης ἀνεδύετο καλλινάοιο
νύμφη ἐφυδατίη· τὸν δὲ σχεδὸν εἰσενόησεν
1230κάλλεϊ καὶ γλυκερῇσιν ἐρευθόμενον χαρίτεσσιν.
πρὸς γάρ οἱ διχόμηνις ἀπ᾽ αἰθέρος αὐγάζουσα
βάλλε σεληναίη. τῆς δὲ φρένας ἐπτοίησεν
Κύπρις, ἀμηχανίῃ δὲ μόλις συναγείρατο θυμόν.
αὐτὰρ ὅγ᾽ ὡς τὰ πρῶτα ῥόῳ ἔνι κάλπιν ἔρεισεν
1235λέχρις ἐπιχριμφθείς, περὶ δ᾽ ἄσπετον ἔβραχεν ὕδωρ
χαλκὸν ἐς ἠχήεντα φορεύμενον, αὐτίκα δ᾽ ἥγε
λαιὸν μὲν καθύπερθεν ἐπ᾽ αὐχένος ἄνθετο πῆχυν
κύσσαι ἐπιθύουσα τέρεν στόμα· δεξιτερῇ δὲ
ἀγκῶν᾽ ἔσπασε χειρί, μέσῃ δ᾽ ἐνικάββαλε δίνῃ.
1240τοῦ δ᾽ ἥρως ἰάχοντος ἐπέκλυεν οἶος ἑταίρων
Εἰλατίδης Πολύφημος, ἰὼν προτέρωσε κελεύθου.
δέκτο γὰρ Ἡρακλῆα πελώριον, ὁππόθ᾽ ἵκοιτο.
βῆ δὲ μεταΐξας Πηγέων σχεδόν, ἠύτε τις θηρ
ἄγριος, ὅν ῥά τε γῆρυς ἀπόπροθεν ἵκετο μήλων,
1245λιμῷ δ᾽ αἰθόμενος μετανίσσεται, οὐδ᾽ ἐπέκυρσεν
ποίμνῃσιν· πρὸ γὰρ αὐτοὶ ἐνὶ σταθμοῖσι νομῆες
ἔλσαν· ὃ δὲ στενάχων βρέμει ἄσπετον, ὄφρα κάμῃσιν·
ὣς τότ᾽ ἄρ᾽ Εἰλατίδης μεγάλ᾽ ἔστενεν, ἀμφὶ δὲ χῶρον
φοίτα κεκληγώς· μελέη δέ οἱ ἔπλετο φωνή.
1250αἶψα δ᾽ ἐρυσσάμενος μέγα φάσγανον ὦρτο δίεσθαι,
μή πως ἢ θήρεσσιν ἕλωρ πέλοι, ἠέ μιν ἄνδρες
μοῦνον ἐόντ᾽ ἐλόχησαν, ἄγουσι δὲ ληίδ᾽ ἑτοίμην.
ἔνθ᾽ αὐτῷ ξύμβλητο κατὰ στίβον Ἡρακλῆι
γυμνὸν ἐπαΐσσων παλάμῃ ξίφος· εὖ δέ μιν ἔγνω
1255σπερχόμενον μετὰ νῆα διὰ κνέφας· αὐτίκα δ᾽ ἄτην
ἔκφατο λευγαλέην, βεβαρημένος ἄσθματι θυμόν·
«δαιμόνιε, στυγερόν τοι ἄχος πάμπρωτος ἐνίψω.
οὐ γὰρ Ὕλας κρήνηνδε κιὼν σόος αὖτις ἱκάνει·
ἀλλά ἑ ληιστῆρες ἐνιχρίμψαντες ἄγουσιν,
1260ἢ θῆρες σίνονται· ἐγὼ δ᾽ ἰάχοντος ἄκουσα.»
ὣς φάτο· τῷ δ᾽ ἀίοντι κατὰ κροτάφων ἅλις ἱδρώς
κήκιεν, ἐν δὲ κελαινὸν ὑπὸ σπλάγχνοις ζέεν αἷμα.
χωόμενος δ᾽ ἐλάτην χαμάδις βάλεν, ἐς δὲ κέλευθον
τὴν θέεν, ᾗ πόδες αὐτὸν ὑπέκφερον ἀίσσοντα.
1265ὡς δ᾽ ὅτε τίς τε μύωπι τετυμμένος ἔσσυτο ταῦρος
πίσεά τε προλιπὼν καὶ ἑλεσπίδας, οὐδὲ νομήων,
οὐδ᾽ ἀγέλης ὄθεται, πρήσσει δ᾽ ὁδόν, ἄλλοτ᾽ ἄπαυστος,
ἄλλοτε δ᾽ ἱστάμενος, καὶ ἀνὰ πλατὺν αὐχέν᾽ ἀείρων
ἵησιν μύκημα, κακῷ βεβολημένος οἴστρῳ·
1270ὣς ὅγε μαιμώων ὁτὲ μὲν θοὰ γούνατ᾽ ἔπαλλεν
συνεχέως, ὁτὲ δ᾽ αὖτε μεταλλήγων καμάτοιο
τῆλε διαπρύσιον μεγάλῃ βοάασκεν ἀυτῇ.


Αρπαγή τού Ύλα υπό Ναϊάδος.

Κι ο Ύλας με το χάλκινο σταμνί μακριά απ᾽ τους άλλους
ζητούσε βρύσης ιερής το ρέμα, για να πάρει
νερό να πιούνε στο φαΐ, κι όλα να τα ετοιμάσει,
1210 πρόθυμος, γι᾽ αυτόν που ᾽λειπε, ωραία να δειπνήσει.
Γιατί για τέτοιονε σκοπό τον έτρεφεν εκείνος,
σαν απ᾽ το σπίτι του γονιού, μωρέλι τον επήρε,
του θεϊκού Θεοδάμαντα, π᾽ άσπλαχνα είχε σκοτώσει
στους Δρύοπες, που μάλωσαν για ζευγαριού ένα βόιδι.
1215 Αυτός δα με τ᾽ αλέτρι του όργωνε το χωράφι,
ο Θεοδάμας, με κακόν άνωθε χτυπημένος,
και το ζευγάρι ο Ηρακλής τού ζήταγε άθελά του,
γιατί ζητούσεν αφορμήν άγριου πολέμου νά ᾽βρει,
ανάμεσα στους Δρύοπες, τι ζούσαν μ᾽ αδικίες.
1220 Μ᾽ ας είναι, γιατί αυτά μακριά θα φέρναν το τραγούδι.
Γοργά στη βρύσην έφτασεν ο Ύλας, που την λένε
Πηγές, οι γύρω κάτοικοι. Κειδά ητανε πολλή ώρα
νεράιδες και χορεύανε· γιατί όλες ενοιαζόνταν,
όσες την όμορφη κορφή νεράιδες κατοικούσαν,
1225 την Άρτεμη μ᾽ ολόνυχτα να τραγουδούν τραγούδια.
Κι όσες ελάχαν των βουνών κορφές, κι όσες τους κάμπους,
κι όσες το δάσος φύλαγαν, πιο κείθενε εχορεύαν.
Και μια από την καλότρεχη τη βρύση τότε βγαίνει
πηγής νεράιδα, και γοργά τον ένιωσε σιμά της
1230 με γλυκές χάρες κι εμορφιά να λάμπει το κορμί του.
Γιατί λαμπρό απ᾽ τον ουρανό τ᾽ ολόγεμο φεγγάρι
σ᾽ αυτόν χτυπούσε. Κι αυτηνής της πήρε τα μυαλά της
η Κύπριδα και τρόμαξε να ᾽ρθει στα σύγκαλά της.
Κι αυτός μόλις ακούμπησε στο ρέμα το λαγήνι
1235 γέρνοντας κάτω πλαγιαστά, και το νερό βουίζει
μες στο χαλκό το βροντερό μπαίνοντας, τότ᾽ εκείνη
τ᾽ αριστερό το χέρι της περνά απ᾽ τον τράχηλό του
πάνω, κι ορμά το τρυφερό να του φιλήσει στόμα·
και με το χέρι το δεξί τον άγκωνα τού σέρνει,
και τον τραβά καταμεσής στο ρέμα και τον παίρνει.
1240 Μόνος από τους σύντροφους άκουσε τις φωνές του
ο ήρωας Πολύφημος, ο γιος του Ελάτου, πού ειχε
στο δρόμο προχωρήσει εμπρός. Γιατί τον Ηρακλέα
πρόσμενε τον πελώριο, πότε θενα γυρνούσε.
Κι ορμά σιμά προς τις Πηγές, σαν του βουνού θερίο,
που το ᾽φτασεν από μακριά το βέλασμα προβάτων,
1245 κι από την πείνα ορμά τρελό, μα πρόβατα δε βρίσκει,
γιατί πρωτύτερα οι βοσκοί στη μάντρα τά ειχαν κλείσει·
κι αυτό στενάζει δυνατά με βόγκους, ώσπου πέφτει·
έτσι βογκούσε δυνατά κι ο Ελατίδης τότε
και γύρω γύρω γύριζε κράζοντας, κι η φωνή του
1250 γινότανε στεναχτερή· και το σπαθί τραβώντας
ορμά ζητώντας μη θεριό τον άρπαξεν ή κι άντρες
μονάχο σαν τον ήβρανε του στήσανε καρτέρι
και τώρα πια για λάφυρον έτοιμο τον τραβούσαν.
Κι εκεί δα πέρα συναντά τον Ηρακλή στο δρόμο
γυμνό σπαθί στο χέρι του τινάζοντας· κι αμέσως
1255 τον γνώρισε, που βιαστικός πήγαινε στο καράβι,
μες στο σκοτάδι και του λέει το θλιβερό το νέο.
«Μαύρε, τη λύπη τη φριχτή πρώτος εγώ θα σού ειπω.
Ο Ύλας πίσω εδώ γερός δε θά ᾽ρθει από τη βρύση
και, γιά ληστές τον άρπαξαν απάνω πέφτοντάς του,
1260 γιά τα θεριά τον έφαγαν· κι άκουσα τις φωνές του.»
Έτσ᾽ είπε· κι ως τον άκουσεν ιδρός απ᾽ τα μηλίγγια
ποτάμι κάτω του ᾽σταξε, κι έβραζε μες στα στήθια
το μαύρο του αίμα. Και πετά το έλατο ξαναμμένος
στη γη, και τρέχει το στρατί με φτερωμένα πόδια.
1265 Κι ως από μύγα ξεπηδάει ο ταύρος χτυπημένος
κι αφήνει βάλτους και βοσκές, κι ούτε βοσκούς λογιάζει
ούτε κοπάδι, μοναχά τρέχει, κι άλλοτε πάει
κι άλλοτε στέκει, κι αψηλά τον παχύ σβέρκο στήνει
και ρίχνει βόγκο απ᾽ την κακιά τη μύγα χτυπημένος·
1270 έτσι κι εκείνος ψάχνοντας, μια κίναγε τα γόνα
γοργά, και μια απ᾽ την κούραση στέκοντας με μεγάλη
φωνήν εφώναζε μακριά όσο πολύ μπορούσε.