Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (1.1273-1.1309)


αὐτίκα δ᾽ ἀκροτάτας ὑπερέσχεθεν ἄκριας ἀστήρ
ἠῷος, πνοιαὶ δὲ κατήλυθον· ὦκα δὲ Τῖφυς
1275ἐσβαίνειν ὀρόθυνεν ἐπαυρέσθαι τ᾽ ἀνέμοιο.
οἳ δ᾽ εἴσβαινον ἄφαρ λελιημένοι· ὕψι δὲ νηός
εὐναίας ἐρύσαντες ἀνεκρούσαντο κάλωας.
κυρτώθη δ᾽ ἀνέμῳ λίνα μεσσόθι, τῆλε δ᾽ ἀπ᾽ ἀκτῆς
γηθόσυνοι φορέοντο παραὶ Ποσιδήιον ἄκρην.
1280ἦμος δ᾽ οὐρανόθεν χαροπὴ ὑπολάμπεται ἠώς
ἐκ περάτης ἀνιοῦσα, διαγλαύσσουσι δ᾽ ἀταρποί,
καὶ πεδία δροσόεντα φαεινῇ λάμπεται αἴγλῃ,
τῆμος τούσγ᾽ ἐνόησαν ἀιδρείῃσι λιπόντες.
ἐν δέ σφιν κρατερὸν νεῖκος πέσεν, ἐν δὲ κολῳός
1285ἄσπετος, εἰ τὸν ἄριστον ἀποπρολιπόντες ἔβησαν
σφωιτέρων ἑτάρων. ὃ δ᾽ ἀμηχανίῃσιν ἀτυχθείς
οὔτε τι τοῖον ἔπος μετεφώνεεν, οὔτε τι τοῖον
Αἰσονίδης· ἀλλ᾽ ἧστο βαρείῃ νειόθεν ἄτῃ
θυμὸν ἔδων· Τελαμῶνα δ᾽ ἕλεν χόλος, ὧδέ τ᾽ ἔειπεν·
1290«ἧσ᾽ αὔτως εὔκηλος, ἐπεί νύ τοι ἄρμενον ἦεν
Ἡρακλῆα λιπεῖν· σέο δ᾽ ἔκτοθι μῆτις ὄρωρεν,
ὄφρα τὸ κείνου κῦδος ἀν᾽ Ἑλλάδα μή σε καλύψῃ,
αἴ κε θεοὶ δώωσιν ὑπότροπον οἴκαδε νόστον.
ἀλλὰ τί μύθων ἦδος; ἐπεὶ καὶ νόσφιν ἑταίρων
1295εἶμι τεῶν, οἳ τόνγε δόλον συνετεκτήναντο.»
ἦ, καὶ ἐς Ἁγνιάδην Τῖφυν θόρε· τὼ δέ οἱ ὄσσε
ὄστλιγγες μαλεροῖο πυρὸς ὡς ἰνδάλλοντο.
καί νύ κεν ἂψ ὀπίσω Μυσῶν ἐπὶ γαῖαν ἵκοντο
λαῖτμα βιησάμενοι ἀνέμου τ᾽ ἄλληκτον ἰωήν,
1300εἰ μὴ Θρηικίοιο δύω υἷες Βορέαο
Αἰακίδην χαλεποῖσιν ἐρητύεσκον ἔπεσσιν,
σχέτλιοι· ἦ τέ σφιν στυγερὴ τίσις ἔπλετ᾽ ὀπίσσω
χερσὶν ὑφ᾽ Ἡρακλῆος, ὅ μιν δίζεσθαι ἔρυκον.
ἄθλων γὰρ Πελίαο δεδουπότος ἂψ ἀνιόντας
1305Τήνῳ ἐν ἀμφιρύτῃ πέφνεν, καὶ ἀμήσατο γαῖαν
ἀμφ᾽ αὐτοῖς, στήλας τε δύω καθύπερθεν ἔτευξεν,
ὧν ἑτέρη, θάμβος περιώσιον ἀνδράσι λεύσσειν,
κίνυται ἠχήεντος ὑπὸ πνοιῇ βορέαο.
καὶ τὰ μὲν ὣς ἤμελλε μετὰ χρόνον ἐκτελέεσθαι.


Οι Αργοναύται ανακαλύπτουν αργά την απουσίαν του Ηρακλέους.

Κι ευτύς απ᾽ τις ψηλότατης κορφές φάνηκε τ᾽ άστρο
τ᾽ αυγερινό, και φύσησεν αγέρι. Τότε ο Τίφυς
1275 στο πλοίο να μπαίνουν διάταξε να ωφεληθούν τ᾽ αγέρι·
κι εκείνοι αμέσως έμπαιναν πρόθυμοι, και του πλοίου
πάνω πήραν τις άγκυρες και τα σκοινιά τραβήξαν.
Στη μέση ο αγέρας το πανί φούσκωνε και πηγαίναν
χαρούμενοι μακριά από κει στην άκρη του Ποσείδιου.
1280 Κι όταν αστραφτερή η Αυγή στον ουρανό χαράζει
απ᾽ τα βαθιά ανεβαίνοντας και φωτιζόνται οι δρόμοι,
και λάμπουν κάμποι δροσεροί απ᾽ τη λαμπρή τη λάμψη,
τότε νιώσαν πως άφησαν απρόσεχτα τους άλλους.
Φιλονικία ανάμεσα σηκώθηκε μεγάλη
1285 κι αμάχη ατέλειωτη, γιατί φύγαν χωρίς να πάρουν
τον πιο καλό απ᾽ τους σύντροφους. Κι από τη στενοχώρια
θλιμμένος ούτε μια μιλιά δεν έβγαζε απ᾽ το στόμα
ο Αισονίδης· μα βαθιά τα σπλάχνα του ξεσκούσε,
απ᾽ το μεγάλο του κακό, κι αμίλητος καθόταν.
Του Τελαμώνα πια θυμός του ᾽ρθε και λέει τότε.
1290 «Έτσι πια κάθισε ήσυχος, γιατί καλύτερό ηταν
ν᾽ αφήσουμε τον Ηρακλή· και συ το σκέφτης τούτο,
μη στην Ελλάδα η δόξα του σκεπάσει τη δική σου,
αν δώσουν γυρισμό οι θεοί πίσω για την πατρίδα.
Μα τί τα λόγια μου ωφελούν; Γιατί δεν έχω σχέση
1295 με τους ανθρώπους, π᾽ αυτή δω την πονηριά σχεδιάσαν.»
Τον Αγνιάδη κοίταζε Τίφυ, κι αυτού τα μάτια
σαν φλόγες άγριας φωτιάς την ώρα εκείνη εμοιάζαν.
Και πίσω θενα γύριζαν προς των Μυσών τη χώρα
ενάντια στη θάλασσα, στ᾽ ατέλειωτο τ᾽ αγέρι,
1300 αν του Θρακιά Βοριά τα δυο παιδιά τον Αιακίδη
μ᾽ άσκημα δεν τον μπόδιζαν λόγια οι δυστυχισμένοι·
γιατί κατόπι πληρωμή φριχτή δώσαν εκείνοι
στον Ηρακλή, που εμπόδιζαν τώρα να παν να βρούνε.
Γιατί ο Πελίας σαν πέθανε, κι αυτοί γυρίσαν πίσω
1305 στην Τήνο την περίβρεχτη τους σκότωσε, κι απάνω
σώριασε χώμα, κι έφιαξε πάνωθε δύο στήλες
που η μια, θαύμα τρανό πολύ στον κόσμο να το βλέπει,
απ᾽ του ηχερού το φύσημα βοριά πάντα κουνιέται.
Μα αυτά μέλλαν να γίνουνε πολύν καιρό κατόπι.