Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (2.60-2.97)


60ὣς ἔφατ᾽. αὐτὰρ ὅγ᾽ οὔ τι παραβλήδην ἐρίδηνεν·
ἦκα δὲ μειδήσας, οἵ οἱ παρὰ ποσσὶν ἔκειντο,
τοὺς ἕλεν ἀπροφάτως· τοῦ δ᾽ ἀντίος ἤλυθε Κάστωρ
ἠδὲ Βιαντιάδης Ταλαὸς μέγας, ὦκα δ᾽ ἱμάντας
ἀμφέδεον, μάλα πολλὰ παρηγορέοντες ἐς ἀλκήν·
65τῷ δ᾽ αὖτ᾽ Ἄρητός τε καὶ Ὄρνυτος, οὐδέ τι ᾔδειν
νήπιοι ὕστατα κεῖνα κακῇ δήσαντες ἐπ᾽ αἴσῃ.
οἳ δ᾽ ἐπεὶ οὖν ἱμᾶσι διασταδὸν ἠρτύναντο,
αὐτίκ᾽ ἀνασχόμενοι ῥεθέων προπάροιθε βαρείας
χεῖρας, ἐπ᾽ ἀλλήλοισι μένος φέρον ἀντιόωντες.
70ἔνθα δὲ Βεβρύκων μὲν ἄναξ, ἅτε κῦμα θαλάσσης
τρηχὺ θοὴν ἐπὶ νῆα κορύσσεται, ἣ δ᾽ ὑπὸ τυτθόν
ἰδρείῃ πυκινοῖο κυβερνητῆρος ἀλύσκει,
ἱεμένου φορέεσθαι ἔσω τοίχοιο κλύδωνος,
ὣς ὅγε Τυνδαρίδην φοβέων ἕπετ᾽, οὐδέ μιν εἴα
75δηθύνειν. ὃ δ᾽ ἄρ᾽ αἰὲν ἀνούτατος ἣν διὰ μῆτιν
ἀίσσων ἀλέεινεν· ἀπηνέα δ᾽ αἶψα νοήσας
πυγμαχίην, ἢ κάρτος ἀάατος, ἦ τε χερείων,
στῆ ῥ᾽ ἄμοτον καὶ χερσὶν ἐναντία χεῖρας ἔμιξεν.
ὡς δ᾽ ὅτε νήια δοῦρα θοοῖς ἀντίξοα γόμφοις
80ἀνέρες ὑληουργοὶ ἐπιβλήδην ἐλάοντες
θείνωσιν σφύρῃσιν, ἐπ᾽ ἄλλῳ δ᾽ ἄλλος ἄηται
δοῦπος ἅδην· ὣς τοῖσι παρήιά τ᾽ ἀμφοτέρωθεν
καὶ γένυες κτύπεον· βρυχὴ δ᾽ ὑπετέλλετ᾽ ὀδόντων
ἄσπετος, οὐδ᾽ ἔλληξαν ἐπισταδὸν οὐτάζοντες,
85ἔστε περ οὐλοὸν ἆσθμα καὶ ἀμφοτέρους ἐδάμασσεν.
στάντε δὲ βαιὸν ἄπωθεν ἀπωμόρξαντο μετώπων
ἱδρῶ ἅλις, καματηρὸν ἀυτμένα φυσιόωντε.
ἂψ δ᾽ αὖτις συνόρουσαν ἐναντίοι, ἠύτε ταύρω
φορβάδος ἀμφὶ βοὸς κεκοτηότε δηριάασθον.
90ἔνθα δ᾽ ἔπειτ᾽ Ἄμυκος μὲν ἐπ᾽ ἀκροτάτοισιν ἀερθείς,
βουτύπος οἷα, πόδεσσι τανύσσατο, κὰδ δὲ βαρεῖαν
χεῖρ᾽ ἐπὶ οἷ πελέμιξεν· ὃ δ᾽ ἀίξαντος ὑπέστη,
κρᾶτα παρακλίνας, ὤμῳ δ᾽ ἀνεδέξατο πῆχυν.
τυτθὸν δ᾽ ἄγχ᾽ αὐτοῖο παρὲκ γόνυ γουνὸς ἀμείβων
95κόψε μεταΐγδην ὑπὲρ οὔατος, ὀστέα δ᾽ εἴσω
ῥῆξεν· ὃ δ᾽ ἀμφ᾽ ὀδύνῃ γνὺξ ἤριπεν· οἱ δ᾽ ἰάχησαν
ἥρωες Μινύαι· τοῦ δ᾽ ἀθρόος ἔκχυτο θυμός.


60 Έτσ᾽ είπε αυτός· κι ο άλλος πια δε μίλησε καθόλου·
μόν᾽ λίγο χαμογελαστός, αυτά που εμπρός στα πόδια
ήταν λουριά, αδίσταχτα πήρε· κι ήρθε μπροστά του
ο Κάστορας κι ο Ταλαός του Βίαντα ο μεγάλος
και τα λουριά γύρω γοργά του δέσανε στα χέρια
και λόγια του ᾽λεγαν πολλά παλικαριά να δείξει.
65 Και τ᾽ άλλου πάλι ο Άρητος κι ο Όρνυτος τα δέναν
και δε γνωρίζαν οι μωροί πως τα ᾽δεναν εκείνα
για τελευταία του φορά, για την κακή του μοίρα.
Κι άμα λοιπόν με τα λουριά χώρια οι δυο οπλιστήκαν,
ευτύς στα πρόσωπα μπροστά σηκώσαν τα βαριά των
χέρια, ο ένας στον άλλονε δείχνοντας την ορμή του.
70 Κι ο βασιλιάς των Βέβρυκων όπως θάλασσας κύμα
τραχύ στο πλοίο το γοργό σηκώνεται, κι εκείνο
με του φρονίμου πλοιάρχου του την τέχνη το ξεφεύγει,
τ᾽ άγριο το κύμα, που ποθεί να πέσει μες στο πλοίο·
έτσι κι αυτός φοβίζοντας όρμαε στον Τυνδαρίδη
και δεν τον άφηνε στιγμή ν᾽ αντισταθεί, μα εκείνος
75 πάντα χωρίς να πληγωθεί φρόνιμα υποχωρώντας
του ξέφευγε· και τότε ευτύς σαν είδε στον αγώνα
πού ηταν αυτός ανίκητος και πού χειρότερός του,
στάθηκε στέριος αντικρύ και σμίξανε τα χέρια.
Κι όπως τα ξύλα καραβιού με σφήνες φυλλιασμένα
80 αδιάκοπ᾽ άντρες ξυλουργοί δένοντας τα χτυπάνε
με τα σφυριά, κι ακούγεται ένας πάνω στον άλλο
άπαυτος χτύπος· έτσι δα τα μάγουλα κι εκείνων
και τα σαγόνια βρόνταγαν· και τρίξιμο ακουγόταν
δοντιών ατέλειωτο, και δεν επάψαν να χτυπιόνται
85 από σιμά, ώσπου το βαρύ λαχάνιασμα τους πήρε·
και στάθηκαν λίγο μακριά κι άφθονο ιδρό σκουπίζαν
από τα μέτωπα, πνοή φυσώντας κουρασμένη·
κι ευτύς και πάλι πιάστηκαν αντικριστοί σαν ταύροι,
που θυμωμένοι πολεμούν για κοπαδιού αγελάδα·
90 ευτύς κατόπι ο Άμυκος στα νύχια του εσηκώθη
όπως εκείνος, που χτυπάει το βόδι, και τεντώθη
στα πόδια του, και το βαρύ το χέρι κατεβάζει·
κι ως έπεφτε στη θέση του στάθηκε ο Πολυδεύκης
γέρνοντας το κεφάλι του, και δέχτηκε στον ώμο
το χτύπημα· και προς τα μπρος τα γόνα λίγο λίγο
95 κινώντας τόν χτυπάει γερά πάνω απ᾽ τ᾽ αυτί, και μέσα
του σπάει το κόκαλο· κι αυτός στα γόνατα απ᾽ τον πόνο
γκρεμίστη· κι όλοι μια φωνή εβάλανε οι Μινύες.