Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (2.98-2.163)


οὐδ᾽ ἄρα Βέβρυκες ἄνδρες ἀκήδησαν βασιλῆος·
ἀλλ᾽ ἄμυδις κορύνας ἀζηχέας ἠδὲ σιγύννους
100ἰθὺς ἀνασχόμενοι Πολυδεύκεος ἀντιάασκον.
τοῦ δὲ πάρος κολεῶν εὐήκεα φάσγαν᾽ ἑταῖροι
ἔσταν ἐρυσσάμενοι. πρῶτός γε μὲν ἀνέρα Κάστωρ
ἤλασ᾽ ἐπεσσύμενον κεφαλῆς ὕπερ· ἣ δ᾽ ἑκάτερθεν
ἔνθα καὶ ἔνθ᾽ ὤμοισιν ἐπ᾽ ἀμφοτέροις ἐκεάσθη.
105αὐτὸς δ᾽ Ἰτυμονῆα πελώριον ἠδὲ Μίμαντα,
τὸν μὲν ὑπὸ στέρνοιο θοῷ ποδὶ λὰξ ἐπορούσας
πλῆξε, καὶ ἐν κονίῃσι βάλεν· τοῦ δ᾽ ἆσσον ἰόντος
δεξιτερῇ σκαιῆς ὑπὲρ ὀφρύος ἤλασε χειρί,
δρύψε δέ οἱ βλέφαρον, γυμνὴ δ᾽ ὑπελείπετ᾽ ὀπωπή.
110Ὠρείδης δ᾽ Ἀμύκοιο βίην ὑπέροπλος ὀπάων
οὖτα Βιαντιάδαο κατὰ λαπάρην Ταλαοῖο,
ἀλλά μιν οὐ κατέπεφνεν, ὅσον δ᾽ ἐπὶ δέρματι μοῦνον
νηδυίων ἄψαυστος ὑπὸ ζώνην θόρε χαλκός.
αὔτως δ᾽ Ἄρητος μενεδήιον Εὐρύτου υἷα
115Ἴφιτον ἀζαλέῃ κορύνῃ στυφέλιξεν ἐλάσσας,
οὔπω κηρὶ κακῇ πεπρωμένον· ἦ τάχ᾽ ἔμελλεν
αὐτὸς δῃώσεσθαι ὑπὸ ξίφεϊ Κλυτίοιο.
καὶ τότ᾽ ἄρ᾽ Ἀγκαῖος Λυκοόργοιο θρασὺς υἱός
αἶψα μάλ᾽ ἀντεταγὼν πέλεκυν μέγαν ἠδὲ κελαινόν
120ἄρκτου προσχόμενος σκαιῇ δέρος ἔνθορε μέσσῳ
ἐμμεμαὼς Βέβρυξιν· ὁμοῦ δέ οἱ ἐσσεύοντο
Αἰακίδαι, σὺν δέ σφιν ἀρήιος ὤρνυτ᾽ Ἰήσων.
ὡς δ᾽ ὅτ᾽ ἐνὶ σταθμοῖσιν ἀπείρονα μῆλ᾽ ἐφόβησαν
ἤματι χειμερίῳ πολιοὶ λύκοι ὁρμηθέντες
125λάθρῃ ἐυρρίνων τε κυνῶν αὐτῶν τε νομήων,
μαίονται δ᾽ ὅ τι πρῶτον ἐπαΐξαντες ἕλωσιν,
πόλλ᾽ ἐπιπαμφαλόωντες ὁμοῦ· τὰ δὲ πάντοθεν αὔτως
στείνονται πίπτοντα περὶ σφίσιν· ὣς ἄρα τοίγε
λευγαλέως Βέβρυκας ὑπερφιάλους ἐφόβησαν.
130ὡς δὲ μελισσάων σμῆνος μέγα μηλοβοτῆρες
ἠὲ μελισσοκόμοι πέτρῃ ἔνι καπνιόωσιν,
αἳ δ᾽ ἤτοι τείως μὲν ἀολλέες ᾧ ἐνὶ σίμβλῳ
βομβηδὸν κλονέονται, ἐπιπρὸ δὲ λιγνυόεντι
καπνῷ τυφόμεναι πέτρης ἑκὰς ἀίσσουσιν·
135ὣς οἵγ᾽ οὐκέτι δὴν μένον ἔμπεδον, ἀλλ᾽ ἐκέδασθεν
εἴσω Βεβρυκίης, Ἀμύκου μόρον ἀγγελέοντες·
νήπιοι, οὐδ᾽ ἐνόησαν ὃ δή σφισιν ἐγγύθεν ἄλλο
πῆμ᾽ ἀίδηλον ἔην. πέρθοντο γὰρ ἠμὲν ἀλωαί
ἠδ᾽ οἶαι τῆμος δῄῳ ὑπὸ δουρὶ Λύκοιο
140καὶ Μαριανδυνῶν ἀνδρῶν, ἀπεόντος ἄνακτος.
αἰεὶ γὰρ μάρναντο σιδηροφόρου περὶ γαίης.
οἳ δ᾽ ἤδη σταθμούς τε καὶ αὔλια δηιάασκον,
ἤδη δ᾽ ἄσπετα μῆλα περιτροπάδην ἐτάμοντο
ἥρωες. καὶ δή τις ἔπος μετὰ τοῖσιν ἔειπεν·
145«φράζεσθ᾽, ὅττι κεν ᾗσιν ἀναλκείῃσιν ἔρεξαν,
εἴ πως Ἡρακλῆα θεὸς καὶ δεῦρο κόμισσεν.
ἤτοι μὲν γὰρ ἐγὼ κείνου παρεόντος ἔολπα
οὐδ᾽ ἂν πυγμαχίῃ κρινθήμεναι· ἀλλ᾽ ὅτε θεσμούς
ἤλυθεν ἐξερέων, αὐτοῖς ἄφαρ οἷς ἀγόρευεν
150θεσμοῖσιν ῥοπάλῳ μιν ἀγηνορίης λελαθέσθαι.
ναὶ μὲν ἀκήδεστον γαίῃ ἔνι τόνγε λιπόντες
πόντον ἐπέπλωμεν· μάλα δ᾽ ἡμέων αὐτὸς ἕκαστος
εἴσεται οὐλομένην ἄτην, ἀπάνευθεν ἐόντος.»
ὣς ἄρ᾽ ἔφη· τὰ δὲ πάντα Διὸς βουλῇσι τέτυκτο.
155καὶ τότε μὲν μένον αὖθι διὰ κνέφας, ἕλκεά τ᾽ ἀνδρῶν
οὐταμένων ἀκέοντο, καὶ ἀθανάτοισι θυηλάς
ῥέξαντες μέγα δόρπον ἐφώπλισαν· οὐδέ τιν᾽ ὕπνος
εἷλε παρὰ κρητῆρι καὶ αἰθομένοις ἱεροῖσιν.
ξανθὰ δ᾽ ἐρεψάμενοι δάφνῃ καθύπερθε μέτωπα
160ἀγχιάλῳ, τῇ καί τε περὶ πρυμνήσι᾽ ἀνῆπτο,
Ὀρφείῃ φόρμιγγι συνοίμιον ὕμνον ἄειδον
ἐμμελέως· περὶ δέ σφιν ἰαίνετο νήνεμος ἀκτή
μελπομένοις· κλεῖον δὲ Θεραπναῖον Διὸς υἷα.


Μάχη Αργοναυτών και Βεβρύκων.

Κι εκείνου γλήγορα η ψυχή πέταξε· μα δεν μείναν
οι Βέβρυκες αδιάφοροι πια για βασιλιά των·
μα όλοι μαζί τ᾽ ακόντια των και τις τραχιές κορύνες
100 ψηλά σηκώνοντας μπροστά στον Πολυδεύκη εβγήκαν.
Μα κι απ᾽ αυτόν μπροστά, σπαθιά καλόμυτα οι συντρόφοι
από τις θήκες τράβηξαν και στάθηκαν. Και πρώτος
ο Κάστωρ άντρα χτύπησε, που ορμούσε, στο κεφάλι
κι εδώ κι εκεί στους ώμους του στα δυο τού το χωρίζει.
105 Κι εκείνος τον πελώριο Ιτυμονέα και Μίμα
τον ένανε με το γοργό πόδι κλοτσάει στο στήθος
ορμώντας και τον ξάπλωσε στις σκόνες· και τον άλλο
καθώς πλησίαζε χτυπάει με το δεξί του χέρι
απάνω από τ᾽ αριστερό φρύδι και του ξεσχίζει
το βλέφαρο και τ᾽ άφησεν ολόγυμνο το μάτι.
110 Κι ο ξέχωρος στη δύναμη φίλος τ᾽ Αμύκου Ωρείδης
το Βιαντιάδη Ταλαό χτύπησε στα λαγγόνια,
όμως δεν τον εσκότωσε, μόνο λίγο στο δέρμα
χωρίς τα σπλάχνα ν᾽ αγγιχτούν γλίστρησε το κοντάρι
κάτ᾽ απ᾽ τη ζώνη. Κι έτσι δα κι ο Άρητος του Ευρύτου
115 αντρείο γιο, τον Ίφιτο, με την τραχιά κορύνα
χτυπώντας τον ετάραξε, που δέν ηταν γραφτή του
μοίρα κακιά· όμως γοργά εκείνου ηταν γραμμένο
κάτ᾽ απ᾽ του Κλύτιου το σπαθί να πέσει σκοτωμένος.
Και τότε του Λυκούργου ο γιος ο δυνατός Αγκαίος
ευτύς ψηλά σηκώνοντας το μέγα του πελέκι
120 και με τ᾽ αριστερό του εμπρός κρατώντας της αρκούδας
το μαύρο δέρμα πήδησε στων Βέβρυκων τη μέση
ορμητικός· και κίνησαν μαζί του οι Αιακίδες
κι από κοντά ο Ιάσονας πετάχτηκε ο αντρείος.
Κι όπως άμετρα πρόβατα μες στα μαντριά φοβίζουν,
σε μέρα χειμωνιάτικη λύκοι σταχτιοί σαν πέσουν
125 κρυφά απ᾽ τα καλομύριστα σκυλιά και τους βοσκούς των,
ποιό πρώτο μη γνωρίζοντας να πέσουν και ν᾽ αρπάξουν,
γιατί πολλά θωρούν μαζί· κι αυτά μόνα τους γύρω
στριμώνονται και πέφτουνε το ᾽να από πάνω απ᾽ τ᾽ άλλο·
έτσι κι αυτοί τους άνομους τους Βέβρυκες τρομάξαν.
130 Κι όπως μεγάλο μελισσιών σμάρι οι μελισσοκόμοι
ή κι οι βοσκοί καπνίζουνε στο βράχο της φωλιάς των,
κι εκείνα, π᾽ όλα βρίσκονταν μαζί μες στην κυψέλη
με βουητό κλονίζονται, κι απ᾽ τον πυκνό πνιγμένα
καπνό μπρος απ᾽ το βράχο τους πολύ μακριά πετιόνται·
135 έτσι κι εκείνοι πιο πολύ δε μέναν, μα σκορπίσαν
στη Βεβρυκία του Άμυκου το τέλος ν᾽ αναγγείλουν.
Οι μαύροι! και δεν ήξεραν κι άλλο κακό σιμά τους
φριχτό πως ήτανε· γιατί τ᾽ αμπέλια των καιγόνταν
και τα χωριά απ᾽ το εχτρικό το στράτευμα του Λύκου
140 κι από τους Μαριανδυνούς, σαν χάθη ο βασιλιάς των.
Για τη σιδεροφόρα γη πάντα τους πολεμούσαν.
Κι οι ήρωες πια τα μαντριά και σπίτια λεηλατούσαν
κι αμέτρητα πια πρόβατα μαζεύαν και ξεκόβαν·
και τέτοιο λόγο ανάμεσα σ᾽ εκείνους κάποιος είπε.
145 «Γιά σκέψου από το φόβο τους τί θα ᾽καναν ετούτοι,
αν ίσως θεός τον Ηρακλή μάς έφερνε δω πέρα.
Εγώ θαρρώ πως αν αυτός ήταν εδώ μαζί μας
ούτε με πυγμαχία καν αγώνας θα γινόταν.
Μα σαν ήρθε τους νόμους του να ειπεί, ευτύς μ᾽ εκείνους
150 τους νόμους, απ᾽ το ρόπαλο θα ξέχναε την αντρειά του.
Μά την αλήθεια! στη στεριά χωρίς φροντίδ᾽ αυτόνε
αφήσαμε και πλέουμε στη θάλασσα· μα μόνος
καθένας από μας πολύ το θλιβερό θα νιώσει
το λάθος μας, να βρίσκεται μακριά μας τώρα εκείνος.»
Έτσ᾽ είπε αυτός· μα από βουλή του Δία όλά ειχαν γίνει.
155 Και τότε μέναν εκειδά ώσπου να ᾽ρθει το βράδυ
και τις πληγές εγιάτρευαν εκεί των χτυπημένων.
Θυσία στους αθάνατους εκάναν κι ετοιμάζαν
δείπνο μεγάλο· κι ύπνος πια κανένα δεν κολλούσε
μπρος σε σφαχτά που ψήνονταν κι ολόγεμους κρατήρες·
και τα ξανθά των μέτωπα σαν σκέπασαν με δάφνη
160 τ᾽ ακρογιαλιού, που τα πρυμιά του πλοίου ηταν δεμένα,
με του Ορφέα ψάλλανε τη λύρα ωραίο τραγούδι
συμφωνικό· κι ο απάνεμος γιαλός γύρω ευφραινόταν
που τραγουδούσαν· και το γιο δοξάζανε του Δία.