Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (1.77-1.121)


αὐτὰρ ἀπ᾽ Εὐβοίης Κάνθος κίε, τόν ῥα Κάνηθος
πέμπεν Ἀβαντιάδης λελιημένον· οὐ μὲν ἔμελλεν
νοστήσειν Κήρινθον ὑπότροπος. αἶσα γὰρ ἦεν
80αὐτὸν ὁμῶς Μόψον τε δαήμονα μαντοσυνάων
πλαγχθέντας Λιβύης ἐνὶ πείρασι δῃωθῆναι.
ὡς οὐκ ἀνθρώποισι κακὸν μήκιστον ἐπαυρεῖν.
ὁππότε κἀκείνους Λιβύῃ ἔνι ταρχύσαντο,
τόσσον ἑκὰς Κόλχων, ὅσσον τέ περ ἠελίοιο
85μεσσηγὺς δύσιές τε καὶ ἀντολαὶ εἰσορόωνται.
τῷ δ᾽ ἄρ᾽ ἐπὶ Κλυτίος τε καὶ Ἴφιτος ἠγερέθοντο,
Οἰχαλίης ἐπίουροι, ἀπηνέος Εὐρύτου υἷες,
Εὐρύτου, ᾧ πόρε τόξον Ἑκηβόλος· οὐδ᾽ ἀπόνητο
δωτίνης· αὐτῷ γὰρ ἑκὼν ἐρίδηνε δοτῆρι.
90τοῖσι δ᾽ ἐπ᾽ Αἰακίδαι μετεκίαθον· οὐ μὲν ἅμ᾽ ἄμφω,
οὐδ᾽ ὁμόθεν· νόσφιν γὰρ ἀλευάμενοι κατένασθεν
Αἰγίνης, ὅτε Φῶκον ἀδελφεὸν ἐξενάριξαν
ἀφραδίῃ. Τελαμὼν μὲν ἐν Ἀτθίδι νάσσατο νήσῳ·
Πηλεὺς δὲ Φθίῃ ἔνι δώματα ναῖε λιασθείς.
95τοῖς δ᾽ ἐπὶ Κεκροπίηθεν ἀρήιος ἤλυθε Βούτης,
παῖς ἀγαθοῦ Τελέοντος, ἐυμμελίης τε Φάληρος.
Ἄλκων μιν προέηκε πατὴρ ἑός· οὐ μὲν ἔτ᾽ ἄλλους
γήραος υἷας ἔχεν βιότοιό τε κηδεμονῆας.
ἀλλά ἑ τηλύγετόν περ ὁμῶς καὶ μοῦνον ἐόντα
100πέμπεν, ἵνα θρασέεσσι μεταπρέποι ἡρώεσσιν.
Θησέα δ᾽, ὃς περὶ πάντας Ἐρεχθείδας ἐκέκαστο,
Ταιναρίην ἀίδηλος ὑπὸ χθόνα δεσμὸς ἔρυκεν,
Πειρίθῳ ἑσπόμενον κοινὴν ὁδόν· ἦ τέ κεν ἄμφω
ῥηίτερον καμάτοιο τέλος πάντεσσιν ἔθεντο.
105Τῖφυς δ᾽ Ἁγνιάδης Σιφαέα κάλλιπε δῆμον
Θεσπιέων, ἐσθλὸς μὲν ὀρινόμενον προδαῆναι
κῦμ᾽ ἁλὸς εὐρείης, ἐσθλὸς δ᾽ ἀνέμοιο θυέλλας
καὶ πλόον ἠελίῳ τε καὶ ἀστέρι τεκμήρασθαι.
αὐτή μιν Τριτωνὶς ἀριστήων ἐς ὅμιλον
110ὦρσεν Ἀθηναίη, μετὰ δ᾽ ἤλυθεν ἐλδομένοισιν.
αὐτὴ γὰρ καὶ νῆα θοὴν κάμε· σὺν δέ οἱ Ἄργος
τεῦξεν Ἀρεστορίδης κείνης ὑποθημοσύνῃσιν.
τὼ καὶ πασάων προφερεστάτη ἔπλετο νηῶν,
ὅσσαι ὑπ᾽ εἰρεσίῃσιν ἐπειρήσαντο θαλάσσης.
115Φλίας δ᾽ αὖτ᾽ ἐπὶ τοῖσιν Ἀραιθυρέηθεν ἵκανεν,
ἔνθ᾽ ἀφνειὸς ἔναιε, Διωνύσοιο ἕκητι,
πατρὸς ἑοῦ, πηγῇσιν ἐφέστιος Ἀσωποῖο.
Ἀργόθεν αὖ Ταλαὸς καὶ Ἀρήιος, υἷε Βίαντος,
ἤλυθον ἴφθιμός τε Λεώδοκος, οὓς τέκε Πηρώ
120Νηληίς· τῆς δ᾽ ἀμφὶ δύην ἐμόγησε βαρεῖαν
Αἰολίδης σταθμοῖσιν ἐν Ἰφίκλοιο Μελάμπους.


Κι ο Κάνθος απ᾽ την Εύβοιαν ήρθε. Ο Αβαντιάδης
τον έστειλεν ο Κάνηθος θλιμμένο. Να γυρίσει
στην Κήρινθο δεν του ᾽γραφε, γιατί η μοίρα τού ηταν
80 κι αυτός, κι ο Μόψος μετ᾽ αυτόν, που ᾽ξερε από μαντείες
παραδαρμένοι να χαθούν στις άκρες της Λιβύας.
Γιατί δεν είν᾽ κακό βαρύ, π᾽ ανθρώπους να μη βρίσκει·
έτσι κι αυτούς τους έθαψαν κει κάτω στη Λιβύα,
τόσο απ᾽ τους Κόλχους μακριά, όσο μακριά φαινόνταν
85 πως βρίσκονται η ανατολή του ήλιου από τη δύση.
Κι ο Κλύτιος κι ο Ίφιτος σηκώθηκαν κατόπι,
της Οιχαλίας φύλακες, γιοι του σκληρού του Ευρύτου,
που του ᾽δωκε ο Μακρόβολος τόξο, μα από το δώρο
δεν ωφελήθηκε, γιατί του χαριστή μαλώνει.
90 Κι οι Αιακίδες ήρθανε κατόπι μα όχι αντάμα
κι ούτ᾽ απ᾽ τον ίδιο τόπονε· μέναν μακριά διωγμένοι
από την Αίγενα, γιατί τον αδερφό τους Φώκο
ανόητα σκοτώσανε· κι ο Τελαμώνας πήγε
στη νήσο Ατθίδα· κι ο Πηλεύς στη Φθία καταστάθη.
95 Κι ο αντρείος Βούτης έφτασεν από την Κεκροπία,
γιος του καλού Τελέοντα, κι ο Φάληρος ο αντρείος·
τον έστειλε ο πατέρας του Άλκωνας, που δεν είχε
γιους άλλους για στηρίγματα του βιου, των γερατειών του·
μα αυτόν το στερνοπούλι του και το μοναχοπαίδι
100 τον έστειλε να ξακουστεί μες σ᾽ ήρωες γενναίους.
Μα τον Θησέα, π᾽ όλους των, πέρνα τους Ερεχθείδες,
δεσμά φρικτά τον κράταγαν στο Ταίναρο από κάτω,
π᾽ ακλούθα τον Πειρίθοο στ᾽ ανώφελο ταξίδι·
αν πήγαιναν κι αυτοί μαζί, όλα εύκολα τελειώναν,
105 Τον Σιφαέα, το χωριό των Θεσπιών, αφήνει
ο Τίφυς του Αγνία ο γιος, που μπόρειε να προβλέψει,
αν της πλατιάς της θάλασσας θα σηκωθεί το κύμα
κι ανεμοζάλες αν θα ᾽ρθουν, καλός να προμαντέψει
και να οδηγάει το πλοίο του με τ᾽ άστρα και τον ήλιο.
Η Τριτωνίδα η Αθηνά τον έστειλεν η ίδια
110 στων ήρωων τη συντροφιά· καλόδεχτος τους πήγε·
γιατί το πλοίο το γοργό εκείνη τό ειχε κάνει
κι ο Άργος, ο γιος τ᾽ Αρέστορα με συμβουλές εκείνης·
γι᾽ αυτό κι απ᾽ όλα πιο καλό γίνηκε τα καράβια,
όσα με τράβηγμα κουπιών θάλασσες δοκιμάσαν.
115 Κι ο Φλίας έφτασε έπειτα απ᾽ την Αραιθυρέα,
που ᾽μενε μες στα πλούτη του μακριά από το γονιό του
το Διόνυσο, κει που οι πηγές του Ασωπού σιμά ήταν.
Κι απ᾽ τ᾽ Άργος ήρθε ο Ταλαός κι ο Άρειος του Βία
κι ο δυνατός Λεώδοκος, που η Πηρώ η Νηλείδα
120 τους γέννα· και γι᾽ αυτήν βαριά τον ήβρε δυστυχία
τον Αιολίδη Μέλαμπο μες στα μαντριά του Ιφίκλου.