Διάβασις του Βοσπόρου. Άφιξις εις Φινέα.
Κι όταν ο ήλιος φώτισε τα δροσερά βουνάκια
165 βγαίνοντας στην ανατολή, και τους βοσκούς ξυπνούσε,
τότε σαν λύσαν τα σκοινιά απ᾽ του γιαλού τη δάφνη
και λάφυρα όσα έπρεπε να πάρουν βάλαν μέσα,
στο γυριστό το Βόσπορο με το πανί τραβούσαν.
Εκεί μ᾽ απόγκρεμνο βουνό παρόμοιο εμπρός το κύμα
170 σηκώνεται, και φαίνεται σαν να ορμάει, κι απάνω
σηκώνετ᾽ απ᾽ τα σύννεφα πάντα, και δε νομίζεις
πως θα ξεφύγεις την κακιά μοίρα, γιατί στο πλοίο
καταμεσής ορμητικό και κρεμαστό κρεμιέται·
μα μ᾽ όλα ταύτα στρώνεται καλό πλοίαρχο αν έβρει.
175 Για τούτο με την τέχνη αυτοί τού Τύφου προσπερνούσαν
φόβο γεμάτοι, μα άβλαφτοι· την άλλη την ημέρα
αντίκρυ δέσαν τα σκοινιά στης Βιθυνίας τη χώρα.
Εδώ ο Φινέας τ᾽ Αγήνορα καθόταν στ᾽ ακρογιάλι,
αυτός πού ειχε τα πιο πικρά βάσανα απ᾽ όλους πάθει
180 γι᾽ αυτή την τέχνη π᾽ από πριν τού ειχε χαρίσει ο Απόλλων,
τη μαντική· όμως αυτός ούτε κι αυτό τον ίδιο
το Δία δε λογάριαζε, και σ᾽ όλους τους ανθρώπους
μάντευε πάντ᾽ αληθινά όλες τις θείες σκέψεις.
Για τούτο και γεράματα πολύχρονα του στέλνει
και πήρε από τα μάτια του το γλυκό φως του· κι ούτε
185 τον άφηνε να χαίρεται με τ᾽ άμετρ᾽ αγαθά του,
που πάντα οι γύρω γείτονες σπίτι του κουβαλούσαν
παίρνοντας τις μαντείες του· μ᾽ απάνω από τα νέφη
ορμώντας ξαφνικά σιμά με τις γαμψές των μύτες
οι Άρπυιες τ᾽ αρπάζανε πάντοτε από τα χέρια
κι από το στόμα· κι άλλοτε δεν άφηναν καθόλου
190 τροφή, κι άλλοτε λιγοστή, ώσπου να ζει θλιμμένος·
κι άσκημη αφήναν μυρωδιά σ᾽ αυτή· που δεν μπορούσε
κανείς ούτε στο στόμα του να τηνε πλησιάσει,
μα από μακριά στεκότανε· τόσο πολύ βρομούσε.
Κι ως άκουσε της συντροφιάς τον κρότο κι ομιλίες,
195 ένιωσε πως ηρθαν αυτοί, που ως έρχονταν γραφτό του
από το Δία την τροφή τού ητανε ν᾽ απολάψει.
Σηκώθη απ᾽ το κρεβάτι του, σαν όνειρο σβησμένο,
και πήγε με τ᾽ αδύνατα τα πόδια του στη θύρα
και στο ραβδί του ακούμπαγε τους τοίχους ψαχουλώντας·
και τρέμαν του κορμιού οι αρμοί καθώς επερπατούσε
απ᾽ τα πολλά τα γερατειά κι απ᾽ την αδυναμία.
200 Κι είχε σκληρύνει το ξερό το δέρμα του απ᾽ τη βρόμα
και το πετσί του έκλεινε τα κόκαλα μονάχα.
Σαν βγήκε από το μέγαρο του κόπηκαν τα γόνα
και στο κατώφλι της αυλής κάθισε· κι ένα μαύρο
ανάκαρο τον σκέπασε, και νόμισε πως γύρω
205 η γη κάτω απ᾽ τα πόδια του στριφογυρνούσε, κι έτσι
απ᾽ τ᾽ αλαφρό τ᾽ ανάκαρο αμίλητος κειτόταν.
Κι εκείνοι σαν τον είδανε γύρω του μαζευτήκαν
και σάστισαν· και τότε αυτός με το στανιό απ᾽ τα βάθια
του στήθους πήρε αναπνοή κι άρχισε να μαντεύει.
«Των Πανελλήνων ο ανθός, ακούστε, αν είναι αλήθεια,
210 πως είστε σεις, που από σκληρή του βασιλιά σας διάτα,
με την Αργώ ο Ιάσονας σας πάει για το δέρμα.
Σεις είστε αλήθεια! Καθετί γνωρίζει ακόμα ο νους μου
με τις μαντείες του. Λοιπόν σου το γνωρίζω χάρη,
γιε της Λητώς, ω βασιλιά, και μες στ᾽ άγρια μου πάθια.
215 Στου Ικέσιου Δία τ᾽ όνομα, που τους κακούς ανθρώπους
παιδεύει, και στ᾽ Απόλλωνα κι ακόμα και στης Ήρας
παρακαλώ, π᾽ απ᾽ τους θεούς σε τούτο το ταξίδι
σας νοιάζεται, βοηθάτε με, κι απ᾽ το κακό γλιτώστε
δυστυχισμένον άνθρωπο, μη φεύγοντας μ᾽ αφήστε
στη συμφορά μου αβοήθητο· γιατί η βαριά μου μοίρα
220 δε μ᾽ έβλαψε μόνο στο φως, μα σέρνω δίχως τέλος
γεράματ᾽ ατελείωτα, και στ᾽ άλλα τα κακά μου
άλλο κακό πικρότερο απ᾽ τ᾽ άλλα μού ᾽χει πέσει,
οι Άρπυιες π᾽ απ᾽ το στόμα μου αρπάζουν την τροφή μου,
κάπου, από κάποιαν άγνωστη κόλαση ορμώντας κάτω.
225 Και βοηθό σκέψη καμιά δεν έχω· μα μπορούσε
εύκολα εγώ να ξεχαστώ για δείπνο να φροντίσω
παρά αυτές· τόσο γοργά πετούν απ᾽ τον αγέρα.
Κι αν ίσως και μ᾽ αφήσουνε λιγάκι απ᾽ το φαΐ μου,
βγάζει μιαν ανυπόφορη και σιχαμένη βρόμα.
230 Δε θα μπορούσεν άνθρωπος σταλιά να πλησιάσει
ούτε κι αν από σίδερον είχε καρδιά φιαγμένη·
μα να υπομένω τρομερή, φαρμακερή με κάνει
ανάγκη και μες στην κακιά κοιλιά μου να τα βάζω.
Μα να τις διώξουν του Βοριά οι γιοι μού ειναι γραμμένο·
235 και ξένοι δε θενά ειναι αυτοί που θενα με βοηθήσουν,
αν ο Φινέας είμ᾽ εγώ ο ξακουστός στον κόσμο,
για τις μαντείες και το βιος, κι ο Αγήνορας μ᾽ εγέννα·
κι αν τούτων δω την αδερφή παντρεύτηκα με δώρα
την Κλεοπάτρα, βασιλιάς σαν ήμουνα στη Θράκη.
|