Οι υιοί του Βορέου καταδιώκουν τας Αρπυίας.
240 Αυτά τ᾽ Αγήνορά ειπε ο γιος· κι έπιασε βαριά λύπη
κάθε ήρωα, και πιο πολύ τούς δυο γιους του Βορέα.
Και σαν τα δάκρυα σκούπισαν ήρθαν κοντά, κι ο Ζήτης
τού ειπε, το χέρι πιάνοντας του γέρου του θλιμμένου.
«Μαύρε, θαρρώ πιο δύστυχος άνθρωπος από σένα
245 άλλος δεν είναι. Μα γιατί τόσα σε βρήκαν πάθια;
Μη στους θεούς αμάρτησες από κακές σου τρέλες
αν και μαντείες γνώριζες; Γι᾽ αυτό σού ειναι οργισμένοι;
Μα εμάς μέσα μας η καρδιά φοβάται, αν και το θέλει,
να σε βοηθήσει, αν την τιμή για εμάς αλήθεια ετούτη
250 όρισε ο θεός. Γιατί των θεών για τους ανθρώπους είναι
οι τιμωρίες φανερές· κι οι Άρπυιες αν έρθουν
δεν θενα τις εδιώχναμε, πολύ κι αν το ποθούμε,
πριν ορκιστείς πως ο θεός γι᾽ αυτό δε θα θυμώσει.»
Έτσ᾽ είπε· και σ᾽ αυτόν ευτύς τ᾽ άδεια του μάτια ο γέρος
255 τα σήκωσε και τ᾽ άνοιξε, κι αυτά τα λόγια τού ειπε·
«Σώπα· και μη στο νου σου αυτά, παιδί μου, μη μου βάζεις.
Μάρτυρας της Λητώς ο γιος, που πρόθυμος μαντείες
μου δίδαξε· κι η ανείπωτη η μοίρα, που μ᾽ εβρήκε,
και τούτο εδώ το σκοτεινό σύννεφο των ματιών μου,
260 κι οι κάτω θεοί, που φιλικά νεκρό μη με δεχτούνε,
πως απ᾽ το θεό δε θα σας βρει οργή για τη βοήθεια.»
Κι αυτοί μ᾽ όρκους επόθαγαν για να τονε βοηθήσουν·
κι ευτύς στο γέρο οι νιότεροι τοιμάζανε τραπέζι,
το τελευταίο των Αρπυιών άρπαγμα· και σιμά του
265 κι οι δυο σταθήκαν, σαν θα ᾽ρθουν, σπαθάτοι να τις διώξουν.
Και νά, μόλις πρωτάγγιξεν ο γέρος το φαΐ του,
κι αυτές ευτύς σαν αστραπές ή σαν άξαφνες μπόρες
από τα νέφη ξαφνικά ξεβγαίνοντας ορμούσαν
με κρότο, κι αναζήταγαν τροφή. Κι αυτοί ως τις είδαν
270 οι ήρωες στο μεταξύ φωνάξαν· κι όλα εκείνες
σαν φάγανε μ᾽ αλαλητό πολύ μακριά πετάξαν
πάνω απ᾽ τον πόντο· κι έμεινε μεγάλη βρόμα πάλι.
Και πλάι τα δύο του Βοριά παιδιά πίσω από κείνες
με τα σπαθιά στα χέρια των τρέχαν σιμά· κι ο Δίας
275 ορμή τούς βάζει ακούραστη. Χωρίς να θέλει εκείνος
δεν θα τις ακλουθούσανε, γιατί και του Ζεφύρου
ξεπέρναγαν το φύσημα πάντα στη γληγοράδα,
σαν στο Φινέα πήγαιναν ή κι απ᾽ αυτόν γυρνούσαν.
Κι ως σε βουνού πλαγιές σκυλιά, που ξέρουνε κυνήγι
ελάφια, ή με κέρατα γίδια γύρω ζητώντας
280 τρέχουν και λίγο πίσω τους τεντώνουν το κορμί τους,
κι άδικα στ᾽ ακροσάγονα τα δόντια των χτυπάνε·
έτσι Ζήτης και Κάλαϊς ορμώντας ᾽πό σιμά τους
αγγίζανε πολλές φορές τις άκρες των χεριών των,
κι ίσως κι άθελα των θεών κακό θενα τους κάναν,
285 πολύ μακριά μες στα Πλωτά νησιά σαν τις πετύχαν,
αν δεν τους έβλεπε η γοργή Ίρις και στον αγέρα
να πήδαγε απ᾽ τον ουρανό και να τους εμποδούσε.
«Γιοι τού Βοριά, δεν είν᾽ γραφτό να κόψουν τα σπαθιά σας
τις Άρπυιες, που ᾽ν᾽ τα σκυλιά του Δία του μεγάλου·
290 κι όρκο θα δώσω εγώ πως πια δεν θα τονε πειράξουν.»
Έτσ᾽ είπε και στο στάξιμο της Στύγας όρκο βάζει,
αυτό πού ειναι όλων των θεών μεγάλος κι άξιος όρκος,
πως δε θα πλησιάσουν πια στο σπίτι του Φινέα
τ᾽ Αγηνορίδη, γιατί δα κι έτσ᾽ ήτανε γραμμένο.
295 Κι αυτοί στον όρκο επείσθηκαν και στρέφανε να φτάσουν
στο πλοίο. Κι ονομάσανε οι άνθρωποι για τούτο
Στροφάδες κείνα τα νησιά, που πριν Πλωτά τα λέγαν.
Και τότε η Ίρις κι οι Άρπυιες χωρίσαν· και χωθήκαν
εκείνες στης μινωικής τής Κρήτης τα λαγκάδια
300 κι αυτή πετάει στον Όλυμπο με τα γοργά φτερά της.
|