Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ ΡΟΔΙΟΣ

Ἀργοναυτικά (2.360-2.407)


360ἔστι δέ τις ἄκρη Ἑλίκης κατεναντίον Ἄρκτου,
πάντοθεν ἠλίβατος, καί μιν καλέουσι Κάραμβιν,
τῆς καὶ ὑπὲρ βορέαο περισχίζονται ἄελλαι·
ὧδε μάλ᾽ ἂμ πέλαγος τετραμμένη αἰθέρι κύρει.
τὴν δὲ περιγνάμψαντι πολὺς παρακέκλιται ἤδη
365Αἰγιαλός· πολέος δ᾽ ἐπὶ πείρασιν Αἰγιαλοῖο
ἀκτῇ ἔπι προβλῆτι ῥοαὶ Ἅλυος ποταμοῖο
δεινὸν ἐρεύγονται· μετὰ τὸν δ᾽ ἀγχίρροος Ἶρις
μειότερος λευκῇσιν ἑλίσσεται εἰς ἅλα δίναις.
κεῖθεν δὲ προτέρωσε μέγας καὶ ὑπείροχος ἀγκών
370ἐξανέχει γαίης· ἐπὶ δὲ στόμα Θερμώδοντος
κόλπῳ ἐν εὐδιόωντι Θεμισκύρειον ὑπ᾽ ἄκρην
μύρεται, εὐρείης διαειμένος ἠπείροιο.
ἔνθα δὲ Δοίαντος πεδίον, σχεδόθεν δὲ πόληες
τρισσαὶ Ἀμαζονίδων, μετά τε σμυγερώτατοι ἀνδρῶν
375τρηχεινὴν Χάλυβες καὶ ἀτειρέα γαῖαν ἔχουσιν,
ἐργατίναι· τοὶ δ᾽ ἀμφὶ σιδήρεα ἔργα μέλονται.
ἄγχι δὲ ναιετάουσι πολύρρηνες Τιβαρηνοί
Ζηνὸς Ἐυξείνοιο Γενηταίην ὑπὲρ ἄκρην.
τῇ δ᾽ ἐπὶ Μοσσύνοικοι ὁμούριοι ὑλήεσσαν
380ἑξείης ἤπειρον ὑπωρείας τε νέμονται,
δουρατέοις πύργοισιν ἐν οἰκία τεκτήναντες
κάλινα καὶ τριγχοὺς εὐπηγέας, οὓς καλέουσιν
μόσσυνας· καὶ δ᾽ αὐτοὶ ἐπώνυμοι ἔνθεν ἔασιν.
τοὺς παραμειβόμενοι λισσῇ ἐπικέλσατε νήσῳ,
μήτι παντοίῃ μέγ᾽ ἀναιδέας ἐξελάσαντες
οἰωνούς, οἳ δῆθεν ἀπειρέσιοι ἐφέπουσιν
385νῆσον ἐρημαίην. τῇ μέν τ᾽ ἐνὶ νηὸν Ἄρηος
λαΐνεον ποίησαν Ἀμαζονίδων βασίλειαι
Ὀτρηρή τε καὶ Ἀντιόπη, ὁπότε στρατόωντο.
ἔνθα γὰρ ὔμμιν ὄνειαρ ἀδευκέος ἐξ ἁλὸς εἶσιν
ἀρητόν· τὼ καί τε φίλα φρονέων ἀγορεύω
390ἰσχέμεν. ἀλλὰ τίη με πάλιν χρειὼ ἀλιτέσθαι
μαντοσύνῃ τὰ ἕκαστα διηνεκὲς ἐξενέποντα;
νήσου δὲ προτέρωσε καὶ ἠπείροιο περαίης
φέρβονται Φίλυρες· Φιλύρων δ᾽ ἐφύπερθεν ἔασιν
Μάκρωνες· μετὰ δ᾽ αὖ περιώσια φῦλα Βεχείρων.
395ἑξείης δὲ Σάπειρες ἐπὶ σφίσι ναιετάουσιν·
Βύζηρες δ᾽ ἐπὶ τοῖσιν ὁμώλακες, ὧν ὕπερ ἤδη
αὐτοὶ Κόλχοι ἔχονται ἀρήιοι. ἀλλ᾽ ἐνὶ νηί
πείρεθ᾽, ἕως μυχάτῃ κεν ἐνιχρίμψητε θαλάσσῃ.
ἔνθα δ᾽ ἐπ᾽ ἠπείροιο Κυταιίδος ἠδ᾽ Ἀμαραντῶν
400τηλόθεν ἐξ ὀρέων πεδίοιό τε Κιρκαίοιο
Φᾶσις δινήεις εὐρὺν ῥόον εἰς ἅλα βάλλει.
κείνου νῆ᾽ ἐλάοντες ἐπὶ προχοὰς ποταμοῖο
πύργους εἰσόψεσθε Κυταιέος Αἰήταο
ἄλσος τε σκιόειν Ἄρεως, τόθι κῶας ἐπ᾽ ἄκρης
405πεπτάμενον φηγοῖο δράκων, τέρας αἰνὸν ἰδέσθαι,
ἀμφὶς ὀπιπτεύει δεδοκημένος· οὐδέ οἱ ἦμαρ,
οὐ κνέφας ἥδυμος ὕπνος ἀναιδέα δάμναται ὄσσε.»


360 Κι είναι ακρογιάλι αντικρινό στην Άρκτο την Ελίκη,
από παντούθ᾽ απόγκρεμνο, και Κάραμβη το λένε,
κι απάνωθέ του του Βοριά οι μπόρες ξεσκιζόνται·
κι εδώ στον πόντο εξέχοντας ως τα ουράνια φτάνει.
Κι αν στρέψετε την Κάραμβη, τότε ο Γιαλός ο μέγας
365 ξαπλώνεται μπροστά σας πια· και στου Γιαλού το τέλος
σε αχτή, που βγαίνει εμπρός πολύ, τα ρέματα του Άλυ
χύνονται φοβερά· κοντά σ᾽ αυτόν τρέχει κι ο Ίρις
μικρότερος, και καθαρά νερά κυλάει στον Πόντο.
Μπροστύτερα από κει αψηλός αγκώνας και μεγάλος
370 της χώρας βγαίνει εμπρός· εκεί ο ποταμός Θερμώδων
μες σ᾽ έναν κόρφο γαληνό σιμά στης Θεμισκύρας
το περιγιάλι χύνεται, πλατιά περνώντας χώρα.
Του Δοίαντα η πεδιάδα εκεί και τρεις σιμά ειναι πόλεις
των Αμαζόνων, κι έπειτα οι πιο βασανισμένοι
375 άνθρωποι, οι Χάλυβες, τραχιά γη κατοικούνε και άγρια,
εργατικοί· με σίδερα δουλειές όλο νοιαζόνται.
Πολύαρνοι Τιβαρηνοί σιμά των κατοικούνε
στο Γεννηταίο το γιαλό του Ξένιου του Δία.
Σ᾽ αυτούς κοντά οι Μοσσύνοικοι γείτονες παραπέρα
380 στη δασωμένη τη στεριά και στις πλαγιές καθόνται,
σαν έφιαξαν σε ξύλινους πύργους σπίτια από ξύλο
και καλοκάμωτους «τριγχούς», που «μόσσυνες» τους λένε·
κι έχουν κι εκείνοι απ᾽ αυτούς παρμένο τ᾽ όνομά τους.
Αυτούς περνώντας σ᾽ ομαλό νησί θα πλησιάστε,
με κάθε τρόπο διώχνοντας τ᾽ αδιάντροπα τα όρνια,
που αμέτρητα στο ερημικό νησί εκείνο ζούνε.
385 Μέσα σ᾽ αυτό του Άρη ναό πέτρινο του ᾽χουν χτίσει
η Αντιόπη κι η Οτρηρή, πού ηταν των Αμαζόνων
βασίλισσες σαν πρόκειταν στον πόλεμο να πάνε.
Σε σας εκεί η πολύπαθη ωφέλεια θα σας έρθει
απ᾽ την πικρή τη θάλασσα· και σας μιλώ σαν φίλος
390 να πάτε εκεί· όμως γιατί να εξαμαρτήσω πάλι
με τις μαντείες καθετί ως τέλος λέγοντάς σας.
Κι απ᾽ το νησί πιο μπρος αυτό κι απ᾽ τη στεριάν αντίκρυ
μένουν οι Φίλυρες· πιο μπρος απ᾽ εκεινούς βρισκόνται
οι Μάκρωνες· μετά απ᾽ αυτούς πολλές φυλές Βεχείρων·
395 και στη σειρά μετά απ᾽ αυτούς οι Σάπειρες καθόνται.
κι οι Βύζηρες κοντά σ᾽ αυτούς γειτόνοι, και πιο πέρα
οι Κόλχοι πια οι πολεμικοί μένουν. Μα μες στο πλοίο
τραβάτε ώσπου να φτάσετε στης θάλασσας το βάθος.
Απ᾽ της Κυταίας τη στεριά και τα βουνά μακριάθε
400 τ᾽ Αμάραντα, και μέσ᾽ από την Κίρκαιη πεδιάδα
το πλατύ ρέμα ο γυριστός Φάσις στον Πόντο χύνει.
Στις εκβολές του ποταμού κεινού το πλοίο τραβώντας
τους πύργους θ᾽ αντικρίσετε του Κυτιανού τού Αιήτη
και τ᾽ Άρη τ᾽ άλσος το ισκιερό, που τ᾽ απλωμένο δέρμα
405 σ᾽ ενός δεντρού την κορυφή, δράκοντας —τρόμος νά ιδεις—
προσέχει εκεί και καρτερεί· και μήτε ημέρα ή νύχτα
ύπνος γλυκός καταπονεί τα ανίκητά του μάτια.»